cf88ceb1cf8dcebfcebdcf84ceb1cf82 cf84ceb1 cf87cf81cf8ecebcceb1cf84ceb1 cf84cebfcf85 cebbcf8cceb3cebfcf85 cf84cebfcf85 cf87cf81ceaecf83

Χρήστος Μαρκίδης, Κατάματα, Αρμός, Αθήνα 2022.

Θα ήθελα να σιωπήσω, κατά το παράγγελμα του Τσαρούχη, μα θεωρώ ότι θα ήταν σωστότερο να κατατεθούν τα όσα στης καρδιάς το φρέαρ ανέβηκαν, ως ήχων της Γλώσσας του ακουσμοί και ως των εικόνων του αντικατοπτρισμοί στο φως, το δυνάμενο σε βύθη φρεάτων εισελθείν, μετά τη μελέτη του έργου Κατάματα, του Χρήστου Μαρκίδη.

Δεν θα αναφερθώ στα πρόσωπα, τις καταστάσεις, τα κείμενα και τις μουσικές, που ο Μαρκίδης επιλέγει για να ιδεί και να αποτιμήσει. Θα αφήσω ανοιχτή την καρδιά μου να νοιώσω εάν τα κείμενα του βιβλίου με είδαν, εάν καταβυθίστηκαν στης ψυχής μου τα έγκατα, εάν με ιχνηλάτησαν, ως αναγνώστη και θεατή των εικόνων, που η ανάγνωση γέννησε εντός μου.

Ο τίτλος Κατάματα φέρει δύο τινά: Πρώτον ότι υπάρχει η επίγνωση του οράν –στη μεταφορική, βεβαίως, έννοια– και δεύτερον ότι αυτό το κατάματα βλέπειν προϋποθέτει τόλμη. Και πότε επιδεικνύουμε τόλμη, ως άνθρωποι; Όταν, φυσικά, έχουμε έναν στόχο, έναν σκοπό, ένα Όνειρο, τα οποία καλούμαστε να κατακτήσουμε.

Ο Χρήστος Μαρκίδης αποπειράται να προσεγγίσει και να αποτιμήσει πρόσωπα, κυρίως του καλλιτεχνικού χώρου, καταστάσεις, κείμενα και μουσικές και, κατ’ εμέ, μέσω αυτής τής αποτίμησης του Ετέρου, να ιχνηλατήσει εαυτόν, όντα εν πορεία, εν τη πορεία του Γίγνεσθαι, να συναντήσει εαυτόν και, μαζί, να πορευτούν στο Είναι.

Ως ραβδοσκόπος, που αναζητεί Ύδωρ ζων, πορεύεται στη συλλογική και προσωπική ερημία τού βίου, προσδοκώντας τη φλέβα εκείνη, την ακένωτη, που θα αρδεύσει Παρόν και Μέλλον.

Η Γλώσσα τού Μαρκίδη είναι πολυεδρικά κομμένος λίθος, που, για τους διαθέτοντας όμματα του οράν και βλέπειν, διαθλά το εσώτατο φως της προσδίδοντας φωτισμό έμπειρου τεχνίτη του χρωστήρα στο λεγόμενο αφενός, έχοντας δε, ως μίσχο γιασεμιού, ειρωνεία λεπτότατη, που δρα ως χειρουργικό νυστέρι ακριβείας, εκκόπτει – αναιμάκτως– τα όσα θεωρεί υπερβολή, αγγίζουσα, ενίοτε, την ύβρι, όπως καταθέτει ο ίδιος.

Οι σύμφυτοι του ελληνικού λόγου γνωρίζουμε ότι το «Χαίρε» δεν είναι μόνον της χαράς του χαιρετισμού της αντάμωσης και συνύπαρξης, είναι και του αποχαιρετισμού, με ό,τι αυτός επιφέρει.

Ο Χρήστος Μαρκίδης βλέπει τα ανωτέρω από απόσταση νοσταλγική, υπό την έννοια ότι θα επιθυμούσε ίσως να υπήρχε εγγύτητα περισσότερη, να υπήρχε μέθεξη, αλληλοπεριχώρηση, η οποία δεν επιτυγχάνεται, λόγω εξωτερικών, κυρίως, παραγόντων –το άξενον της εποχής μας, επί παραδείγματι, είναι ένας παράγων αυτής της κατάστασης στην οποία έχουμε περιέλθει ως πρόσωπα και ως κοινωνίες.

Το φως τού Προσώπου αποζητά μέσα από τα κείμενά του ο Μαρκίδης, φως φαεινό και όχι chiaroscuro, φωτιζόμενο κατά μέρος.

Η χαρμολύπη τής Ανατολής διατρέχει τα κείμενα, χωρίς ωστόσο ν’ αφήνει να διαφανεί μπουμπούκι ελπίδας θάλλουσας.

Στο ΥΓ.2 της σελ. 86 αναφέρει χαρακτηριστικά:

Να ιδούμε τις ανθισμένες ροδακινιές τούτη την Άνοιξη. Τι θα υψώσουν…

Εάν μπορούσα να κάνω διάλογο, θα έλεγα: Τούτη την άνοιξη οι ροδακινιές θα υψώσουν κέρας και θα βοήσουν: «Στήτω ο ήλιος κατά Γαβαών και η σελήνη κατά φάραγγα Αιλών.»

Μέσα σ’ αυτό το κλάσμα της «ακινησίας» θα σπουδάσουμε εαυτούς και σάλπιγγες θα υψώσουμε να γκρεμίσουμε τα τείχη τής Ιεριχούς για να ανταμώσουμε αλλήλους χωρίς τα περιττά μας στοιχεία, όπως αυτό της «λογικής» μας, της «θέσεώς» μας, εκείνα που είναι πέδη στην Πορεία προς το Φως του Προσώπου.

Στο ΥΓ. της σελ. 104 γράφει: «Συνεχίσαμε προς τη Μέσα Μάνη, παρέα με τις σκέψεις του φιλέλληνα συγγραφέα Πάτρικ Λη Φέρμορ. Οι αρχέγονες πέτρες στη θέση τους Τα τζιτζίκια αφιονισμένα απ’ τους λαμπτήρες. Η θάλασσα λαμπερή, κάποτε βιολογικά άθυμη. Τα μυριάδες τροχόσπιτα ξαμολημένα. Τα περήφανα Βυζαντινά κυπαρίσσια, με το φαρμάκι να τα τρώει από την κορυφή. Η ζωή, άλλοτε συνένοχη, άλλοτε αμέτοχη, προχωράει.»

Τη «Μέσα Μάνη» της καρδιάς αποζητά ο Μαρκίδης. Με τα Βυζαντινά ίχνη λαλούντα και ψάλλοντα. Με την σφραγίδα της Επαγγελίας απαρασάλευτη μέσα στους αιώνες – είναι παρήγορη η αγαπητική αναμονή του Κάλλους, που σώζει. Αυτό το Κάλλος το έχει δει και νοιώσει στις νωπογραφίες του Πρωτάτου, κατά την άποψή μου, όχι μόνον ως Κάλλος Τέχνης όσο ως Κάλλος στάσης ζωής, το μέγα ζητούμενο και ημών απάντων στην εποχή μας.

Οι εικονιζόμενοι Άγιοι τού Πρωτάτου «εξέρχονται» του εικονογραφικού τους πλαισίου, εγκαταλείπουν τον «κάμπο» τους, μας πλησιάζουν, σκύβουν και μας εναγκαλίζονται, ευαγγελιζόμενοι Χαράν μεγάλην βίου συνύπαρξης, συν-πάθειας, αποδοχής και αγάπης, προς πάντα ερχόμενον, είτε εύστοχο και ευτυχή, είτε άστοχο και, ίσως, ατυχή και αμαρτάνοντα, προς πάντα άνθρωπον, τον εκζητούντα την Αλήθεια.

Κατάματα με είδαν τα γραφόμενά σου εν συνόλω, Χρήστο Μαρκίδη. Μού λάλησαν άρρητα πολλά οι εικόνες τους και οι ήχοι τους σήμαντρα Βυζαντινών Μονών στο δειλινό μου.

Μας έκανες, όντως, κοινωνούς της υπαρξιακής σου αγωνίας, την οποία, μέσα από ποικίλες του κοινού ή προσωπικού σου βίου εκφάνσεις, οράς και βλέπεις Κατάματα και την οποία θεραπεύεις τόσο μέσα από τον λόγο, ποιητικό ή δοκιμιακό, όσο και μέσα απ’ τις ρέουσες φόρμες του χρωστήρα σου, τάλαντα, αμφότερα ακριβά.

Έρρωσο, ευδαιμόνει και ευ ποίει! Ευχαριστώ!

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Χρήστος Μαρκίδης. Δείτε τα περιεχόμενα του όγδοου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

324250052 3485688028380062 432784943988892967 n

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *