cf84cf8ccf84ceb5 cf80cebfcf85 cebfceb9 cebacebfcf80ceadcebbceb5cf82 cf86cebfcf81cebfcf8dcf83ceb1cebdceb5 cf86cebfcf85cf83cf84ceaccebd

Εδώ και λίγο καιρό άρχισα να δημοσιεύω, ύστερα και από τη δική σας ενθάρρυνση, ένα ανέκδοτο μυθιστόρημα του πατέρα μου.

Οι δημοσιεύσεις γίνονται κανονικά κάθε δεύτερη Τρίτη. Η σημερινή συνέχεια είναι η όγδοη, η προηγούμενη βρίσκεται εδώ.

Η δράση εκτυλίσσεται επί δικτατορίας. Ο Δήμος, ο κεντρικός ήρωας, είναι φιλόλογος σε κωμόπολη της Πιερίας. Ταξιδεύει στην Αίγινα μαζί με τον φίλο του τον Αντρέα για να βρει την παλιά του αγάπη. Ξανασμίγουν. Σήμερα περνάμε στο πέμπτο κεφάλαιο.

mimis jpeg smallΠΕΝΤΕ

ΑΜΟΙΒΑΙΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ

Την εβδομάδα, μεταξύ Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς, ο Δήμος και η Βασιλική έδειξαν στον Αντρέα ολόκληρο το νησί. Πήγανε στην Αφαία και την Αγιά Μαρίνα, διασχίσανε την κεντρική αρτηρία του νησιού και από τον Κοντό κατεβήκαν στη Σουβάλα, περνώντας μπροστά από το μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου, χωρίς όμως να μπούνε μέσα. Αντίθετα αφιέρωσαν ολόκληρο πρωινό για να επισκεφθούν την Παλιαχώρα. Ακόμα και στο Ελλάνιον Όρος ανέβηκαν και απόλαυσαν το πανόραμα ολόκληρου του νησιού.

Δε χρησιμοποιούσαν πάντα το αυτοκίνητό του. Ένα πρωί ξεκίνησαν οι δυο τους, χωρίς τη Βασιλική, από την Παχιά Ράχη και διασχίσανε τον ελαιώνα φτάνοντας ως τη θάλασσα. Στην τρίωρη σχεδόν πεζοπορία τους, ο Δήμος νιώθοντας μεγάλην ευεξία φλυαρούσε συνεχώς και ο Αντρέας τον άκουγε ευχαριστημένος βλέποντας τον φίλο του χαρούμενο. Στην αρχή μιλούσαν για το νησί τους κατοίκους του και την ιστορία του. Την κουβέντα την ξεκίνησε ο Αντρέας που ήθελε να μάθει σχετικά.

«Ξέρω πως στα νησιά του Αργοσαρωνικού, στις κοντινές περιοχές της Πελοποννήσου αλλά και στην Αττική είχαν εγκατασταθεί τον 13ο αιώνα χιλιάδες Αλβανοί. Αυτό ισχύει και για την Αίγινα;»

«Οι πούροι Αιγινήτες δεν το παραδέχονται αλλά τα ονόματα, δηλαδή τα επώνυμα τους, επιμένουν στην παρουσία Αλβανών ή Αρβανιτών στο νησί».

«Ξέρεις κάποιοι ελληνοκεντριστές ή ελληνόψυχοι ή όπως αλλιώς λέγονται, σαν το φίλο μας τον Κολιάτσο, καληώρα, ισχυρίζονται πως άλλο Αρβανίτες κι άλλο Αλβανοί, με το επιχείρημα πως οι Αλβανοί στη γλώσσα τους αυτοονομάζονται Σκιπετάροι…»

«Ναι αλλά η παλαιότερη, η μεσαιωνική  ονομασία τους ήταν Αρμπαρέζε. Άλλωστε ο Παπαδιαμάντης, στα αθηναϊκά διηγήματά του αναφερόμενος σε κάποιον Αρβανίτη των Μεσογείων τον λέει Αλβανό»

«Μα και ο Βυζάντιος στη Βαβυλωνία, μιλώντας για τον καυγά του Κρητικού με τον Αρβανίτη, βάζει τον Λογιώτατο να λέει: Ο Κρης μετά του Αλβανού εμαχεσάτην».

«Οι Αιγινήτες πάντως καταφρονούσαν τους Αγγιστριώτες, που παλιά μιλούσαν αποκλειστικά αρβανίτικα, ως κατώτερους. Αν πιστέψουμε δε τον Λίσβα, η διαμάχη των δυο νησιών οφειλόταν στην κλοπή μιας γαϊδάρας».

«Τι λες τώρα;» απόρησε ο Αντρέας

«Αν τον είχες γνωρίσει αυτόν τον Λίσβα θα σου άρεσε πολύ. Κατά κάποιον τρόπο σού ΄μοιαζε. Ήταν άνθρωπος του κρασιού και της παρέας. Δεν ήταν Αιγινήτης, ξενοκαρφίτης ήταν…».

«Πώς τον είπες;» απόρησε ο Αντρέας.

«Ξενοκαρφίτη. Έτσι λένε εδώ, υποτιμητικά, τους μέτοικους. Αυτός λοιπόν ο Λίσβας δημοσίευσε, στη δεκαετία του ΄20 μου φαίνεται, τη «Γαρουφιάδα», έμμετρη παρωδία της Ιλιάδας, πολύ έξυπνη και πολύ ευρηματική, που αναφερόταν στην κλοπή, απαγωγή τη λέει, μιας πολύ όμορφης γαϊδάρας, της Γαρούφως, από την Πέρδικα, που διέπραξαν κάτι Αγγιστριώτες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα δυο νησιά. Θα ψάξω στα βιβλιοπωλεία της πόλης να τη βρω και θα σου τη δώσω. Θα σ΄ αρέσει. Μέχρι και των «νηών κατάλογο», προσαρμοσμένον φυσικά στην ιστορία του, έχει, στους δε διαλόγους των αντιμαχομένων βάζει τους Αγγιστριώτες να μιλάνε αρβανίτικα».

Για λίγην ώρα πάψανε να μιλάνε. Συνέχισαν να διασχίζουν τον ελαιώνα, βυθισμένοι στις σκέψεις τους ο καθένας. Ο Αντρέας ήταν φανερό πως είχε επηρεαστεί  από το θαυμάσιο τοπίο, γιατί έγινε πολύ εκδηλωτικός και κάπως λυρικός.

«Τι τα θες, βρε Δήμο, η γυναικεία συντροφιά είναι μεγάλο πράμα. Είναι η γλύκα της ζωής. Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι όταν σε βλέπω με τη Βασιλική. Την αγαπάς πολύ, έ;»

«Όπως σου είπα και προχτές είναι η μόνη μου αγάπη. Δεν αγάπησα άλλη γυναίκα και δεν πιστεύω πως θα αγαπήσω άλλη στο μέλλον. Εκείνη όμως βλέπει τη ζωή διαφορετικά και αυτό είναι το πρόβλημα».

«Όχι δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το δικό σου τουλάχιστον πρόβλημα είναι πως θέλεις όλοι και όλα να υποτάσσονται σε κανόνες. Αυτό όμως, από όσο κατάλαβα, δεν ισχύει με τη Βασιλική. Από τις λίγες κουβέντες που αλλάξαμε, διαπίστωσα πως δε μπαίνει σε καλούπια. Θέλει να είναι απολύτως ελεύθερη και αδέσμευτη. Δέξου την λοιπόν έτσι».

«Εσύ το βλέπεις έτσι, γιατί κατά βάθος της μοιάζεις. Κι εσύ θέλεις να είσαι απόλυτα ελεύθερος και αδέσμευτος, ιδίως με τις γυναίκες, άν και αυτές τις μέρες σε παρατηρώ και, με κάποια έκπληξη δε σου το κρύβω, δεν αναγνωρίζω σε σένα τον ελεύθερο σκοπευτή, που ήξερα. Γιατί και η Ελένη σε καλοβλέπει κι εκείνη η τρελούτσικη η Σάλυ σου κολλάει κανονικά, αλλά εσύ δε δίνεις σημασία…»

«Το πρόσεξες έ; Τι να σου πω βρε Δήμο. Αυτό μου συμβαίνει για πρώτη φορά. Θαρρώ πως έχω ερωτευθεί την Αναστασία».

«Αν συμβαίνει αυτό, θα είναι η είδηση της χρονιάς. Μόνο που τα ρεμάλια της Πιερίας θα σε καταργήσουν από αρχηγό τους», τον πείραξε.

«Δεν ξέρω τι γίνεται με μένα. Άλλοτε δε θα άφηνα καμιά, ούτε την Ελένη, ούτε τη Σάλυ, χωρίς να τις πηδήξω. Να όμως που για πρώτη μου φορά νοιώθω αναστολές».

Σταμάτησε να μιλά και φαινόταν αμήχανος και προβληματισμένος. Ο Δήμος σεβάστηκε τα συναισθήματα που ένοιωθε ο φίλος του και συνέχισαν αμίλητοι την πεζοπορία τους ώσπου φτάσανε στη θάλασσα.

 

Πήγανε ξανά στο σπίτι στα Πλακάκια κι αυτή τη φορά, έχοντας την Έζμπα πλάι του, μπήκε μέσα, αψηφώντας τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Θυμήθηκε έντονα τους γέρους του. Τελικά ζήσανε μιαν ευτυχισμένη και γεμάτη ζωή. Χωρίς μεγάλες εξάρσεις, χωρίς πολλά λεφτά, αλλά και χωρίς σοβαρές αρρώστιες και βάσανα. Κυρίως είχανε πάντα ο ένας τον άλλον. Είχανε πάρει μαζί μέρος στην Αντίσταση, είχαν αντιμετωπίσει μαζί τους κατοπινούς κατατρεγμούς και είχαν αναθρέψει μαζί το μοναχοπαίδι τους. Και η αγάπη αυτή τους κράτησε, όταν ο γιος τους άνοιξε τα φτερά του κι έφυγε από κοντά τους. Αυτό που δεν άντεξαν ήταν να χωρίσουν οι ίδιοι. Όταν πέθανε ο πατέρας του, μέσα σε μια βδομάδα από βαριά πνευμονία, η μητέρα του δεν μπόρεσε να ζήσει πάνω από ένα εξάμηνο. Και το σπίτι, που τόσο είχαν αγαπήσει, πέθανε κι αυτό μαζί τους.

Περπατώντας στην πόλη συνάντησε πολλούς γνωστούς, που είχε αποχτήσει τον καιρό που ερχόταν ταχτικά στο νησί για να δει τη Βασιλική ή τους γονιούς του. Με συγκίνηση και ευχαρίστηση είδε πως πολλοί τον θυμήθηκαν και του μίλησαν για τους γονιούς του με αγάπη. Από άλλους έμαθε πως η Έζμπα του είχε κατά κάποιον τρόπο καθιερωθεί σαν ζωγράφος. Πολλοί πίνακές της αγοράστηκαν από φιλότεχνους ή απλούς λεφτάδες, που θέλανε να περάσουν για φιλότεχνοι, σε τιμές που του φάνηκαν απίστευτες.

Όλη τη μέρα αλωνίζανε την πόλη και το νησί και το απόγεμα καταλήγανε στο σπίτι της. Πέρασε από το παλαιότερο βιβλιοπωλείο της πόλης και ο ιδιοκτήτης του, που τον ήξερε από παλιά, αφού έψαξε πολλήν ώρα στα ψηλότερα και απρόσιτα ράφια, κατάφερε και του βρήκε ένα αντίτυπο της «Γαρουφιάδας», που αμέσως το χάρισε του Αντρέα. Ποτέ δεν ήταν μόνοι τους Κατά κανόνα θα περνούσανε, να τους δούνε και να πιούνε ένα ποτήρι μαζί τους, διάφοροι γνωστοί και κυρίως οι μέτοικοι της Παχειάς Ράχης. Τις βραδινές αυτές μαζώξεις τις θέρμαινε η συζήτηση και τις ομόρφαινε το τραγούδι. Η Ελένη ερχόταν σχεδόν καθημερινά και μια δυο φορές διανυκτέρευσε εκεί.

Η συναίσθηση πως η Βασιλική τον αγαπούσε και τον ποθούσε όσο και εκείνος, τον μεθούσε κυριολεκτικά και τον έκανε να αναβάλει συνεχώς να της κάνει την πρότασή του να παντρευτούν. Φοβόταν πως κάτι τέτοιο θα χαλούσε τη μαγεία που είχαν τα σμιξίματά τους. Για την ώρα του αρκούσε το ότι τον ποθούσε το ίδιο ή και περισσότερο από όσο την ποθούσε αυτός. Το συνειδητοποίησε για πρώτη φορά  το βράδυ της επομένης των Χριστουγέννων. Όταν πια είχανε φύγει όλοι, την κοίταξε με ένταση στα μάτια και ένοιωσε να μυρμηγκιάζει το κορμί του όταν είδε τα μάτια της να αστράφτουν από τον πόθο και το πρόσωπό της να κοκκινίζει. Με μεγάλη δυσκολία κρατήθηκε να μην την πάρει στην αγκαλιά του μπροστά στον Αντρέα. Μόλις όμως αυτός πήγε για ύπνο, μπήκανε με βία στον κοιτώνα της, γδυθήκανε  πυρετικά και κυλίστηκαν στο κρεβάτι.

Κάθε νύχτα, εκτός από δύο, στις οποίες ξέμεινε η Ελένη και κοιμήθηκε σε ένα ράντζο στο υπνοδωμάτιο της Βασιλικής, έκαναν έρωτα. Δε χρειαζόταν πια η συνθηματική φράση «έχω μιαν ιδέα, τι λες;». Ήξερε πως την είχε μονίμως και μόλις ο Αντρέας κλεινόταν στο δωμάτιό του για ύπνο, εκείνος πήγαινε να τη βρει και ζούσε ένα όνειρο χειροπιαστό, απίστευτα γλυκό, γεμάτο φιλιά, χάδια, αγγίγματα, στεναγμούς, βογκητά, λόγια που τα ψιθύριζε στο αυτί του και που τον φλόγιζαν σύγκορμο. Ήταν ένα μαγευτικό όνειρο, που δεν είχε καμιά σχέση με εκείνες τις κρύες, άψυχες ψευδαισθήσεις του, που τον στήριξαν εντούτοις μιαν ολόκληρη δεκαετία. Μόνο που δε βρήκε την ευκαιρία να της μιλήσει γι΄  αυτό που τον έκαιγε: για το μέλλον τους και με αγωνία έβλεπε να περνούν οι μέρες και να πλησιάζει η ώρα που θα έπρεπε να γυρίσει πίσω στην γκρίζα ρουτίνα του.

 

Το κόψιμο της βασιλόπιτας συνοδεύτηκε με γλέντι ζωηρότερο από εκείνο των Χριστουγέννων. Το φλουρί έπεσε στον Αντρέα, ο οποίος αποδείχτηκε πως είχε γίνει πολύ δημοφιλής στον κύκλο της Έζμπας και είχε αποκτήσει, όπως ήταν επόμενο, αρκετές θαυμάστριες, από τις οποίες δέχτηκε με ευχαρίστηση πολλά συγχαρητήρια φιλιά, όταν παρουσίασε το φλουρί.

Ανήμερα την Πρωτοχρονιά, στη γιορτή της, ξανάρθανε από το απόγεμα όλοι με δώρα. Αυτή τη φορά ήρθανε οι αδελφές της που ήτανε πολύ εγκάρδιες μαζί του και η μητέρα της, που του φάνηκε αρκετά γερασμένη. Τον χαιρέτησε πάντως με οικειότητα, τον συλλυπήθηκε για το θάνατο των γονιών του και σχολίασε την κατάσταση του σπιτιού στα Πλακάκια. Η στάση της αυτή τον ανακούφισε. Φοβόταν πως θα τον αντιμετώπιζε εχθρικά.

Η Βασιλική είχε εντυπωσιαστεί με τον Αντρέα και όλο τον ρωτούσε σχετικά με τον βίο και πολιτεία του φίλου του. Δεν της έκρυψε πως και για κείνον ήταν αποκάλυψη η πλευρά αυτή της προσωπικότητας του φίλου του. Της είπε πως η εικόνα του στην πόλη και στην παρέα που κάνανε ήταν τελείως διαφορετική. Την ενημέρωσε για τα «ρεμάλια της Πιερίας» των οποίων ήταν αρχηγός και είδε πως η πληροφορία αυτή τη διασκέδασε. Της είπε ακόμα πως στον κόσμο ο Αντρέας παρουσιαζόταν σαν ένας ρέμπελος, που του άρεσαν μόνο το κρασί και οι γυναίκες.

«Ναι αλλά όσες μέρες είναι εδώ δεν τον είδα να επιδιώξει καμιάν ιδιαίτερη γνωριμία με τόσες γυναίκες που τον καλοβλέπουν…»

«Το παρατήρησες κι εσύ έ; Λοιπόν εδώ βρίσκεται ένα τελείως καινούργιο σημείο, που και εγώ το αγνοούσα ως προχτές. Και σε μένα έκανε μεγάλη εντύπωση το γεγονός πως ο Αντρέας δεν επιδίωξε καμιά περιπέτεια, από αυτές που συνηθίζει, με τόσες όμορφες και ευχάριστες κοπέλες που γνώρισε στο σπίτι σου. Κανονικώς εχόντων των πραγμάτων δε θα άφηνε καμιάν ευκαιρία ανεκμετάλλευτη και στο διάστημα αυτό του τύχανε πολλές. Του το είπα προχτές, όταν διασχίζαμε οι δυο μας τον Ελαιώνα και ξέρεις τι μου είπε; Πως φοβάται (έτσι το είπε: φοβάται) πως είναι ερωτευμένος ..»

«Μη μου πεις!»

«Και πού να σου πω, ποιο είναι το αντικείμενο του έρωτά του: Μια συντηρητική και πολύ θρήσκα γυναίκα! Ωραία και νέα, δε λέω, αλλά τελείως διαφορετική από τον Αντρέα. Το φαντάζεσαι;»

«Εδώ πληρώνονται όλα» γέλασε εκείνη.

Τη νύχτα της προπαραμονής των Φώτων, σε μια τρυφερή στιγμή, όταν απολάμβαναν τη γλυκιά θλίψη, που συνοδεύει το ερωτικό σμίξιμο, αποφάσισε πια να της μιλήσει.

«Σε δυο μέρες πρέπει να γυρίσουμε στη δουλειά μας. Τι θα γίνει με μας;», της λέει

«Τι θες να γίνει;»

«Ξέρεις πολύ καλά τι θέλω να γίνει. Να ζήσουμε μαζί. Να παντρευτούμε».

Τον κοίταξε πολλήν ώρα στα μάτια, πριν απαντήσει

«Αγάπη μου γλυκιά, δε θα μας κάνει καλό ο γάμος. Κατάλαβέ το. Δε θα ταιριάσουμε ποτέ. Σε ένα τρίμηνο θα αρχίσουμε πάλι τους καυγάδες και τα μαλώματα.. Και δεν είμαστε πια οι νεαροί που ήμασταν πριν δέκα χρόνια. Είμαι τριάντα εφτά χρονών και είσαι σαράντα πέντε και στην ηλικία μας είναι πολύ δυσκολότερο να αλλάξουμε συνήθειες, από ότι ήταν πριν δέκα χρόνια. Νομίζεις πως δεν έχω σκεφτεί το ενδεχόμενο να παντρευτούμε; Το έχω σκεφτεί, το έχω αναλύσει πολύ βαθιά, αλλά δεν το αποδέχομαι. Γιατί σ΄ αγαπώ, όσο κι εσύ και ίσως και πιο πολύ. Και επειδή ακριβώς σε αγαπώ, δε θέλω να γίνουμε κάποτε βαρετοί ή ανυπόφοροι ο ένας για τον άλλον, όπως σίγουρα θα μας κάνει ο γάμος».

Ανασηκώθηκε στον αγκώνα της και τον φίλησε βαθιά στο στόμα.

«Αγάπη μου» συνέχισε «για σένα ο γάμος, πέρα από την σωματική και ψυχική επαφή, που είναι και οι προϋποθέσεις του και που σήμερα υπάρχουν και για τους δύο μας, σημαίνει επίσης συμβιβασμούς και συμφωνίες, που εγώ δεν τις θέλω. Και αν ακόμα δεν πέσουμε στην παγίδα να επιδιώξουμε να επιβληθεί ο ένας πάνω στον άλλον, πάλι ενδόμυχα θα θες να περνά το δικό σου και θα πικραίνεσαι αν αυτό δε θα το δέχομαι. Έχεις συνηθίσει σε μια ρυθμισμένη, ως την τελευταία λεπτομέρεια, ζωή. Και σίγουρα ποτέ δε θα μπορέσεις να ανεχτείς τη δικιά μου μποέμικη ανεμελιά. Κι εμένα πάλι, η ζωή που κάνω με γεμίζει. Δεν πρόκειται να την αλλάξω με τίποτα. Τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια τα πέρασα με μια μάνα που μ΄ αγαπούσε, αλλά με καταπίεζε. Ζούσα συνεχώς με τον φόβο της επίκρισης και της τιμωρίας και σε βεβαιώνω πως δεν υπάρχει πιο αβάσταχτος ζυγός. Επαναστάτησα και ελευθερώθηκα μια για πάντα. Θέλω να είμαι αυτεξούσια και να μην έχω δεσμεύσεις. Ας κρατήσουμε σαν γλυκιά ανάμνηση τις μέρες που περάσαμε μαζί και πιστεύω πως θα ξαναζήσουμε παρόμοιες και στο μέλλον».

«Θα σε ικανοποιούσε μια τέτοια διαλείπουσα και περιοδική επαφή μας;»

«Να ξέρεις πως για μένα θα είναι σα να σε έχω κοντά μου και όταν θα φύγεις. Τα λόγια που είπαμε, τα φιλιά και τα χάδια που ανταλλάξαμε, η επαφή των κορμιών μας, θα μου κρατάνε συντροφιά».

«Και θα σου αρκεί αυτό;»

«Ξέρεις, το κρεβάτι και το σεξ, για μένα τουλάχιστον, δεν είναι το παν. Το βλέπω σαν μιαν ευχάριστη απασχόληση, σαν ένα παιχνίδι των κορμιών. Εκείνο που πραγματικά με γεμίζει, είναι η δουλειά μου. Να ζωγραφίζω, να δημιουργώ. Να ρίχνω στο μουσαμά τα χρώματα της αυγής, της βρεμένης γης, της θάλασσας, του ουρανού σαν πέφτει ο ήλιος να βασιλέψει…».

«Και τα παιδιά;» αντέταξε το τελευταίο επιχείρημα «δε λαχτάρησες ποτέ σου να κάνεις ένα δικό σου παιδί; Ένα ζωντανό δημιούργημά σου, πιο ζωντανό από τους πίνακες; Εμένα ακόμα με πικραίνει, εκείνο το πρώτο, που δεν αφήσαμε να γεννηθεί».

Την είδε να σοβαρεύει. Έμεινε για λίγο σιωπηλή και όταν μίλησε, το ύφος της ήταν κατηγορηματικό και κάπως αυστηρό.

«Τα παιδιά; Η διαιώνιση του είδους; Ο προορισμός της γυναίκας να συνεχίζει τη ζωή; Αυτά εννοείς; ‘Ε λοιπόν εμένα αυτά δε με απασχολούν. Όπως δεν θέλω να είμαι σκεύος ηδονής για κανέναν, έτσι δε θέλω να γίνω μηχανή αναπαραγωγής του ανθρώπινου είδους».

Δεν της απάντησε. Καταλάβαινε πως μπορεί να υπήρχε σωματική, πνευματική και ψυχική επαφή ανάμεσά τους, αλλά αντιμετώπιζαν τη ζωή από τελείως διαφορετική σκοπιά. Σίγουρα χαιρόταν τον έρωτά του. Οι νύχτες που πέρασαν μαζί το αποδείξανε. Σίγουρα της άρεσε να συζητά μαζί του. Ώρες ατέλειωτες δεν κάνανε τίποτ΄ άλλο. Σίγουρα ένοιωθε γι΄ αυτόν τρυφερότητα και αγάπη. Ταυτόχρονα όμως ήθελε να είναι τελείως ανεξάρτητη και αδέσμευτη. Ήταν άνθρωπος ντόμπρος και ειλικρινής όσο κανείς άλλος και, αν τελικά συμφωνούσε να παντρευτούν, θα τηρούσε μέχρι κεραίας τις υποχρεώσεις της. Δεν ήθελε όμως να δεσμευτεί με τέτοιες υποχρεώσεις. Και αυτό θα το πετύχαινε μόνο αν κρατούσαν το δεσμό τους στη σημερινή του μορφή.

Ήξερε πως η αντιμετώπιση του θέματος των ερωτικών επαφών δεν είναι όμοια στις γυναίκες και στους άντρες, αλλά η περίπτωσή της ήταν τελείως διαφορετική. Αυτό που του είπε πως δεν ήθελε να είναι σκεύος ηδονής για κανέναν, δε σήμαινε βέβαια πως θα περνούσε τη ζωή της ανέραστη. Κατανοούσε απόλυτα πόσο θερμή και ερωτιάρα γυναίκα ήταν, αλλά αυτό σήμαινε πως εκείνη θα διάλεγε πώς, πότε και με ποιόν θα γευόταν την ηδονή. Ισότιμα και ελεύθερα. Θυμόταν κι εκείνη την εξομολόγησή της  στην πρώτη τους ερωτική νύχτα, πως είχε πλαγιάσει με αρκετούς άντρες και αυτό, ενδόμυχα, ακόμα τον φαρμάκωνε.

Δε μπορούσε να το χωνέψει. Παρά το γεγονός πως ήταν «αριστερός και εκ πεποιθήσεως οπαδός της ισότητας των δύο φύλων» όπως το διατύπωσε, πειράζοντάς τον, ο Αντρέας και παρά το ότι και εκείνος είχε στα δέκα αυτά χρόνια πλαγιάσει με πολλές γυναίκες και στα τελευταία έξι πλάγιαζε κάθε βδομάδα με την Ντίνα, εντούτοις του κακοφαινόταν. Όπως ήταν δεισιδαίμων, ξέροντας πως ήταν ανόητο, όπως ήταν μπολιασμένος με κάποιες χριστιανικές προκαταλήψεις, έχοντας εντούτοις απορρίψει τον χριστιανισμό, έτσι και δε μπορούσε να ανεχτεί εκείνη να πηγαίνει με άλλους άντρες, ενώ δεν έβλεπε τίποτα το μεμπτό στο ότι εκείνος πήγαινε με άλλες γυναίκες.

«Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου» παρηγορήθηκε.

(συνεχίζεται)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.