cf84ceb9 ceb5ceafcebdceb1ceb9 ceb7 cebfceb9cf83cebfcf80cebbcebfcebaceafceb1

Ετοιμάζω αυτόν τον καιρό έναν ακόμα τόμο με χρονογραφήματα του Βάρναλη, αυτή τη φορά με «Φιλολογικά», όπου περιλαμβάνω και τα γλωσσικά. Ελπίζω να τον έχω έτοιμο για το τέλος του χρόνου, γιατί είναι πολλά τα καλά χρονογραφήματα της κατηγορίας αυτής κι ο τόμος απειλεί να ξεπεράσει σε σελίδες ακόμα και τα Αττικά, τον πρώτο τόμο της σειράς αυτής.

Θα αναδημοσιεύσω σήμερα ένα από τα χρονογραφήματα που θα συμπεριλάβω σε αυτόν τον τόμο, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πρωία μέσα στην Κατοχή, συγκεκριμένα στις 18 Μαΐου 1943. Να πω παρεμπιπτόντως, αν και το έχω ξαναπεί, ότι το 1943, μέσα σε βαθιά Κατοχή, γίνονταν στην Πρωία (και γενικά στα ελληνικά έντυπα) πολύ ουσιαστικές συζητήσεις για θέματα γλώσσας και πολιτισμού, που συμμετείχε και ο Βάρναλης σε αυτές. Το σημερινό χρονογράφημα είναι πιο ανάλαφρο, με ευτράπελη διάθεση, και θίγει διάφορες περιπτώσεις μετονομασιών της καθαρεύουσας, από την ειδική ορολογία έως τα τοπωνύμια.

Τη λέξη «οισοπλοκία» δεν τη βρίσκουμε σε κανένα λεξικό, δεν γκουγκλίζεται (ακόμα) καν, αλλά τα «είδη οισοπλοκίας» τα βρήκα μέσω google books σε έναν προπολεμικό τελωνειακό κώδικα.

Ο Βάρναλης θίγει επιτροχάδην τη στρατιωτική ορολογία, και εκεί έχω και μια αμφιβολία και γι’ αυτό σας έβαλα και το απόσπασμα της εφημερίδας. Λέει: Τα «κινητά… ωρραία», τα «άπωσον», οι «περισκελίδες» και οι «φαλαινίδες» ταγίσανε γενεές παιδιών του λαού. Αυτό που διαβάζω σαν «ωρραία» δεν το ξέρω και δεν το ξέρει κανένα κιτάπι που συμβουλεύτηκα, ενώ είναι γνωστό το «κινητό ουραίο» από τη στρατιωτική ορολογία -υποθέτω λοιπόν πως ουραίο έγραψε ο Β. και στραβοτυπώθηκε, αν και παλαιογραφικά δεν είναι προφανές πώς έγινε αυτό.

Μετά, ο Βάρναλης παραθέτει (απόσπασμα από) ένα ποίημα του Ορφανίδη και καταλήγει στις μετονομασίες τοπωνυμίων, όπου αναφέρει αφενός κανονικές μετονομασίες (Αχαρνές-Μενίδι) αλλά και περιπτώσεις κοντινών τοπωνυμίων (Οινόη-Σχηματάρι) όπου δεν ξέρω αν έγινε κάποια μετονομασία.

Ο λόγος στην… οισοπλοκία:

 

Είδη οισοπλοκίας

 Σε κάποιο δρόμο, σε κάποιο μαγαζί υπάρχει η ακόλουθη ταμπέλα: «Είδη οισοπλοκίας». Ας υποθέσουμε, πως είναι Κυριακή και το μαγαζί κλειστό. Έχει τα ρολά κατεβασμένα ή τα παράθυρά του κατάφραχτα από τα γρετίδικα[1] σανιδόφυλλα. Δεν μπορείς να ιδείς μέσα κανένα… οισόπλεγμα, για να καταλάβεις τι διάολος είναι. Σπάζεις το κεφάλι σου να μαντέψεις. Αλλ’ ούτε το ζωντανό σου γλωσσικό αίσθημα (της μητρικής σου λαλιάς) σε βοηθάει για τη λύση του μυστηρίου ούτε το δίπλωμά σου της… φιλοσοφικής σχολής! Τέτοια λέξη δεν τη συνάντησες ποτέ σου στους αρχαίους συγγραφείς.

wrraiaΑλλά τα λεξικά γιατί υπάρχουν; Όταν πας στο σπίτι σου κατεβάζεις τη Λεξικάρα με τις χιλιάδες σελίδες και ζητάς τον ψύλλο στ’ άχυρα. Ε λοιπόν. Δεν υπάρχει τέτοιος… ψύλλος. Υπάρχει όμως ένας άλλος, που σου ανάβει περισσότερο τη γλωσσική σου φαγούρα. Είναι η λέξη «οίσος ή οισός· είδος ιτέας ή λύγου, ου οι κλώνοι εχρησίμευον προς κατασκευήν πλεγμάτων, σχοινίων κτλ.». Η λέξη απαντά στον Ησύχιο, στο Λυκόφρονα και στο Θεόφραστο. Ποιος δαίμων την «εξέθαψε» από κει μέσα; Ο δαίμων του σχολαστικού λογιοτατισμού. Κάποιος δάσκαλος από κείνους που βαλθήκανε στην αρχή της λεύτερης εθνικής μας ζωής να εξελληνίσουνε τη γλώσσα μας. Η γλώσσα του λαού τους φαινότανε αποτέλεσμα της δουλείας. Τα «γραικοβάρβαρα», τα «μοχθηρά ταύτα» έπρεπε να φύγουν από τη μέση και ν’ αντικατασταθούνε με λέξεις γνήσιες ελληνικές δηλαδή αρχαίες. Η δουλεία της δημοτικής έπρεπε ν’ αντικατασταθεί με την τυραννία της αττικής. Κυρίως οι δασκάλοι κάνανε θραύση στην ορολογία της διοίκησης, του στρατού και του στόλου. Τα «κινητά… ωρραία»*, τα «άπωσον», οι «περισκελίδες» και οι «φαλαινίδες» ταγίσανε γενεές παιδιών του λαού. Πολλοί λόγιοι του καιρού εκείνου σατιρίσανε αυτήν την μανία των δασκάλων. Αλλ’ έγινε παροιμιακή η σάτιρα του Ορφανίδη («Τίρι-Λίρι»):

 

Δασκάλους δε αποκαλώ συλλήβδην και αθρόα

τα δίποδα κακεντρεχή γνωστά χερσαία ζώα (…)

Οπόταν κούφος δάσκαλος θηρεύσει λέξιν μίαν

εις του Βαρίνου[2] την ξηράν αλλά σοφήν κοιλίαν

ως ο του ρωσικού ναού υπερμεγέθης κώδων

την εκφωνεί βαρύφθογγον εν μέσω των τριόδων

και τόσον η κουφότης του ογκούται κι αναβαίνει,

όσον αυτή είν’ άχρηστος και εσκωριασμένη…»

 

Λοιπόν ο περίφημος αυτός μαγαζάτορας, που πουλάει είδη «οισοπλοκίας», τι πουλάει, επιτέλους; Καλάθια ή σκοινιά; Ή και τα δυο; Πάντως και ο πελάτης αγοράζει σκοινιά και καλάθια κι ο μαγαζάτορας πουλεί καλάθια και σκοινιά. Κανένας δεν χρησιμοποιεί τον όρο «οισοπλέγματα» ή «οισόπλεκτα» ή «οισοπλοκώ» ή «οισοπλόκος», που όλοι τους είναι ανύπαρκτοι. Τότε, τι μας πασάρισε στην ταμπέλα του ο μαγαζάτορας την ανύπαρχτην επίσης λέξη «οισοπλοκία»; Και το περίεργο είναι πως η λέξη οίσος ή οισός είναι… ανώμαλη. Στον πληθυντικό γίνεται από αρσενική ουδέτερη: τα οίσα!

Οι καλαθοπουλητάδες λοιπόν γενήκανε «οισοπλοκοπώλαι»! Αλλά δεν είναι οι μόνοι που πρέπει να περηφανεύονται γι’ αυτή τους την… αρχαιογέννηση. Είναι και οι πατσατζήδες. Ξέρετε πως ονομάζονται επισήμως; Ακροκαθαρισταί! Και το σωματείο τους «Σωματείον ακροκαθαριστών»! Ομοίως οι ραφτάδες εκκλησιαστικών ρούχων λέγονται «ιερορράπται»!

Αλλά τούτα είναι μεμονωμένα κακά. Τι συφορά γίνεται με το ξαναβάφτισμα των χωριών της υπαίθρου! Έπρεπε και οι τόποι ν’ αλλάξουνε όνομα για να εξαρχαϊσθούνε. Όποιος πάρει το τρένο της Χαλκίδας θα ταξιδεύει στην αρχαίαν Ελλάδα. Θα συναντήσει τας Αχαρνάς, το Οίον, τας Αφίδνας, την Σφενδάλην, τον Αυλώνα, τα Οινόφυτα, την Οινόην…[3] Θα τρίβει τα μάτια του για να ιδεί ναούς του Απόλλωνος, γυμνήτας και πελταστάς, τον Χρεμύλον, τον Στρεψιάδην, διακρίους και δημιουργούς, και θα βλέπει, ωστόσο, μπροστά του το Μενίδι, το Μπογιάτι, τα Κιούρκα, τη Μαλακάσα, το Σάλεσι, τις Στανιάτες, το Σχηματάρι· θα βλέπει φουστανέλες και πατατούκες, το Δέδε, τον Γκίκα, τον Κόλια, βουνήσιους, ζευγολάτες και μαστόρους!

Ωραία ήσαν τα ονόματα των χωριών. Τι τους ήρθε να τ’ αλλάξουνε; Κι είχανε υπέρ αυτών την ιστορία τους, τη ζωή τους. Κι όμως τ’ αλλάξανε. Η αλλαγή δεν πήγε πέρα από τα επίσημα έγγραφα. Κανένας Μενιδιάτης δε λέγεται Αχαρνεύς και κανένας Μαλακασιώτης Σφενδάλιος. Το όνομα είναι νεκρό. Αλλά πως λέγεται ο Μπογιατιώτης; Οίος; Ή δεν λέγεται καθόλου; Μυστήρια…

Δυστυχώς, πολλά ονόματα χωρίων μείνανε ανάλλαχτα. Ο λόγος το λέει. Γιατί κι αυτά τα αρχαιοποιήσανε: Κορωπίον, Βραχάμιον, Λεοντάριον κλπ.

[1] γρετίδικος ή εγρετίδικος: αφαιρούμενος, κινητός.

[2] Πρόκειται για το πσλιό λεξικό του Βαρίνου Φαβωρίνου.

[3] Οίον είχε πρόσκαιρα ονομαστεί το Μπογιάτι, αργότερα Άνοιξη. Ο σταθμός της Μαλακάσας είχε ονομαστεί σταθμός Σφενδάλης. Οι άλλες διτυπίες λόγω μετονομασίας είναι: Αχαρνές-Μενίδι, Αφίδνες-Κιούρκα, Αυλώνα-Σάλεσι, Οινόφυτα-Στανιάτες.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *