cf84ceb1 cf8ccf81ceb9ceb1 cf84ceb7cf82 cf80cebfceafceb7cf83ceb7cf82 ceb3cf81ceaccf86ceb5ceb9 ceb7 ceb5cf85cf83cf84ceb1ceb8ceafceb1 ceb4

Εκεί που είχαν ζήσει, Ρέυμοντ Κάρβερ, Εκδόσεις Κίχλη

Η περίπτωση του Αμερικανού λογοτέχνη Ρέυμοντ Κάρβερ (1938 – 1988) παρουσιάζει ιδιαίτερο αναγνωστικό όσο και μελετητικό ενδιαφέρον στο βαθμό που αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συγγραφέα ο οποίος δραστηριοποιήθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία σε δύο διαφορετικά, πλην όμως συγγενή, λογοτεχνικά είδη, την ποίηση και τη διηγηματογραφία. Γνωστός περισσότερο για τη δεύτερη – τα διηγήματά του τον καθιέρωσαν ως έναν εκ των κορυφαίων εκπροσώπων του είδους στον 20ό αιώνα, έφτασε μάλιστα να θεωρηθεί ο νέος Τσέχωφ – ο Κάρβερ έδειξε μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη επίδοση στην ποίηση την οποία μάλιστα προέκρινε και ήθελε να θεωρεί ως την κατ’ εξοχήν συγγραφική του ενασχόληση. Τα ποιήματα του Κάρβερ συγκεντρώθηκαν στην έκδοση All of Us (The Harvill Press, Λονδίνο 1996) και η τελευταία τους ανθολόγηση και κυκλοφορία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κίχλη συνιστά ένα δίπτυχο, μία διπλή δηλαδή παρουσίαση στα ελληνικά, σε μετάφραση Άκη Παπαντώνη, και στα αγγλικά. Η μεθόδευση αυτή προσφέρει στον αναγνώστη την πολύτιμη πραγματικά δυνατότητα της αντιπαραβολής των κειμένων και τη μοναδική εμπειρία της εισόδου στο μεταφραστικό εργαστήρι στο οποίο πραγματοποιείται η κατ’ εξοχήν εργασία της μετάγγισης του ποιητικού λόγου από τη μία γλώσσα στην άλλη.

Ο γνώστης της διηγηματογραφικής παραγωγής του Κάρβερ μπορεί να διαπιστώσει, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων του, τον βαθύ και ακατάλυτο δεσμό που συνδέει τα δύο αυτά λογοτεχνικά είδη τόσο στο επίπεδο της προσωπικής δημιουργίας του Αμερικανού λογοτέχνη, όσο και σε γενικότερο, καθαρά δημιουργικό, επίπεδο. Η ποίηση και το διήγημα συγκλίνουν, πράγματι, σε πολλά σημεία με χαρακτηριστικότερο αυτό της συντομίας, της εκρηκτικότητας και της συμπύκνωσης. Η βάση και η πρόθεση με την οποία τα δύο αυτά είδη τεχνουργούνται είναι, άλλωστε, η ανάδειξη μιας εντύπωσης ακαριαίας και, ταυτόχρονα, καταλυτικής, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε η επίδρασή της να λειτουργεί και να διαρκεί πολύ περισσότερο απ’ ότι γίνεται, για παράδειγμα, στο μυθιστόρημα.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα ποιήματα του Κάρβερ θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα είδος ποιητικών μικροδιηγήσεων ή μικροϊστοριών, ως ποιητική δηλαδή μετάπλαση ορισμένων στιγμιοτύπων ή εκφάνσεων της ζωής. Ο τίτλος της συλλογής, Εκεί που είχαν ζήσει, δάνειο του μεταφραστή από το ομώνυμο ποίημα με την κεντρική θέση του ρήματος, αλλά και την ίδια την έννοιά του, προσανατολίζει προς μια ποιητική γραφή που έχει στο κέντρο της τον άνθρωπο, τη ζωή του και το στίγμα του στο χώρο και το χρόνο. Πράγματι, πολλά από τα ποιήματά του μοιάζουν διηγήσεις διοχευτευμένες σε στίχους, έτσι όπως πολλά από τα διηγήματά του μοιάζουν ποιήματα αναλυμένα σε λόγο πεζό. Διαμορφώνεται έτσι ένα άκρως ενδιαφέρον σκηνικό όπου οι όροι και τα όρια των δύο ειδών ανατρέπονται, εκτρέπονται και αναθεωρούνται, συνυπάρχουν όμως πάντα αρμονικά μέσα στο πνευματικό εργαστήρι του ίδιου δημιουργού.

Οι ποιητικές συλλογές του Κάρβερ, που συναποτελούν το σώμα του ποιητικού του έργου, είναι οι Φωτιές (1983), Εκεί που το νερό συναντά κι άλλο νερό (1985), Ουλτραμαρίν (1986), Ένα καινούργιο μονοπάτι μέχρι τον καταρράκτη (1989) και Αθησαύριστα ποιήματα: Χωρίς ηρωισμούς, παρακαλώ (1991). Παρατηρείται, δηλαδή, μια συνεπής και συχνή ποιητική παρουσία του Κάρβερ από την ηλικία των σαράντα πέντε ετών μέχρι και το τέλος της ζωής του, στοιχείο που καταδεικνύει ακριβώς τη μέριμνά και τη συνεχή του προτίμηση και έλξη από το συγκεκριμένο είδος. Πολλά από τα ποιητικά του κείμενα εκκινούν και αφορμώνται από ένα στιγμιότυπο, ένα συμβάν, ένα γεγονός, μια πράξη ή ακόμα και από μια σκέψη και επιθυμία της στιγμής. Πάνω σε αυτό το στιγμιότυπο, που δίνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα και σαφήνεια, οικοδομείται ο κόσμος του ποιήματος που συγκροτείται πολύ περισσότερο από όσα υπονοούνται, παρά από όσα λέγονται. Απόψε, τελικά, αγγίζω τη γυναίκα μου απαλά/ κι εκείνη τινάζεται απ’ τον ύπνο όλο αγωνία/ κι ετοιμότητα. Φώτα αναμμένα, γυμνοί, καθόμαστε/ στην τουαλέτα και κοιτάμε εμμονικά/ στον καθρέφτη. Πίσω μας, δυό χείλη,/ η αντανάκλαση ενός αναμμένου τσιγάρου. («Ο άνθρωπος έξω») Πρόκειται, στην ουσία, για ένα είδος εκκρεμότητας που τεχνουργεί επιτυχώς ο Κάρβερ η οποία καθηλώνει τον αναγνώστη σε μία ενεργητική αναμονή κινητοποιώντας τον να πλάσει ο ίδιος τη συνέχεια. Ο ποιητής είναι δεξιοτέχνης της εκκρεμότητας και μιας αίσθησης του μετέωρου και του μετεωρισμού του ανθρώπου ανάμεσα σε αυτό που θέλει και σε αυτό που μέλλει να γίνει. Η επιθυμία συμπλέκεται με την ανθρώπινη μοίρα και κατ’ αντιστοιχία, το όνειρο με την πραγματικότητα. Το όνειρο, άλλωστε, επέχει σημαίνουσα θέση μέσα στην ποίηση του Κάρβερ, καθώς συνιστά μία κατάσταση η οποία ακροβατεί ανάμεσα στην ψευδαίσθηση ή ακόμα και στην παραίσθηση και τη συνείδηση. Έτσι περνά μέσα στο ποίημα και επιτελεί μία λειτουργία και μία στόχευση διττή: αφενός μεν αποκτά τα όρια που του προσδίδει ο λεκτικός κόσμος, αφετέρου δε διευρύνει τον ίδιο το ποίημα και το πεδίο των σημάνσεών του: Πάντα ήθελα ποταμίσια πέστροφα/ για πρωινό.// Ξαφνικά, ανακαλύπτω καινούργιο μονοπάτι/ μέχρι τον καταρράκτη.// Αρχίζω να βιάζομαι./ Ξύπνα,// λέει η γυναίκα μου,/ ονειρεύεσαι.// Όμως, όταν κάνω να σηκωθώ,/ το σπίτι γέρνει.// Ποιος ονειρεύεται;/ Είναι μεσημέρι, λέει εκείνη.// Τα καινούργια μου παπούτσια περιμένουν δίπλα στην πόρτα./ Αστράφτουν. («Ψάχνοντας για δουλειά [1]»)

Η ποιητική παραγωγή του Κάρβερ έχει, από την πρώτη της αρχή, διαμορφώσει τα βασικά της χαρκατηριστικά γνωρίσματα, την ιδιοτυπία και τον ξεχωριστό της τρόπο να μεταπλάθει την έμπνευση, το ερέθισμα, το βίωμα σε λόγο ποιητικό. Η ποιητική του Κάρβερ συνίσταται βασικά στην μετάπλαση μιας πραγματικής ή φανταστικής χωροχρονικής στιγμής σε ένα στιχούργημα που, κατά τρόπο παράδοξο, δεν περιορίζεται απλώς και μόνο στην αποτύπωσή της αλλά, κυρίως, στην ανάδειξη της σημασίας της τόσο για τον ίδιο τον ποιητή, όσο και για κάθε άνθρωπο γενικότερα. Γιατί τα θέματα στα οποία επιστρέφει ο Κάρβερ είναι τα διαχρονικά και αγαπημένα στην ποίηση θέματα του έρωτα, του θανάτου, της σχέσης και της επαφής που αναπτύσσει ο άνθρωπος με τη φύση, αλλά και με την οικογένεια και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Αρκετά από τα ποιήματά του, ενώ είναι ακραιφνώς αυτοαναφορικά, αφορφώνται δηλαδή και εμπνέονται από πραγματικά γεγονότα, πρόσωπα και περιστατικά της ζωής του συγγραφέα, κατορθώνουν να ξεπεράσουν αυτό το πρώτο επίπεδο και να αναχθούν πάνω σε πέρα από το ατομικό και το προσωπικό, σε μία σφαίρα όπου εδράζεται και πάλλεται η ανθρώπινη ψυχή.

Η πεζολογία του ποιητικού του λόγου, οι εντάσεις και οι κορυφώσεις, ο ιδιαίτερος χειρισμός του χωροχρόνου η δραματικότητα των προσώπων, η ζωντάνια των χαρακτήρων, η αλήθεια ή η αληθοφάνεια των ποιητικών σκηνών, συνηγορούν στη θεώρηση της ποιησής του ως μίας περίπτωσης ξεχωριστής μέσα στο σύγχρονο παγκόσμιο ποιητικό πεδίο από την άποψη ότι συνιστά μία διαφορετική πρόταση οργάνωσης του ποιητικού σύμπαντος πάνω στη βάση του ρεαλισμού, της αναπαραγωγής δηλαδή της ζωής μέσα στην τέχνη, όπως και η καλλιτεχνική θεωρία της μίμησεως το θέλει. Ίσως λοιπόν τελικά ο Κάρβερ να ήταν, όπως και ο ίδιος το θέλησε, πρώτα ποιητής και κατόπιν διηγηματογράφος. Ίσως πάλι να είναι η ίδια η ποίηση που έρχεται χρονικά πρώτη και όλα τα μετέπειτα λογοτεχνικά είδη να αποτελούν συμπληρωματικές ή αντιθετικές εκδοχές της. 

 

 

Εκεί που είχαν ζήσει, Ρέυμοντ Κάρβερ, Εκδόσεις Κίχλη

 

 

Efstathia Dimou

 

 

The post Τα όρια της ποίησης, γράφει η Ευσταθία Δήμου [Εκεί που είχαν ζήσει, Ρέυμοντ Κάρβερ] appeared first on Literature.gr .

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *