cf83cf84ceb7 cf83cebccf8dcf81cebdceb7 cf83cf84ceb7cebd cebaceb1cf84ceb1cf83cf84cf81cebfcf86ceae ceb1cf80cf8ccf83cf80ceb1cf83cebcceb1

Καθώς συμπληρώνονται αυτές τις μέρες τα 100 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή, παρουσιάζω σήμερα ένα απόσπασμα από το πολύ γνωστό μυθιστόρημα «Ματωμένα χώματα» της Διδώς Σωτηρίου.

Πρόκειται για το 16ο κεφάλαιο, στο οποίο ο αφηγητής, ο Μανώλης Αξιώτης, μικρασιάτης που είχε πάει εθελοντής στον ελληνικό στρατό, επιστρέφει κακήν κακώς μόνος του στη Σμύρνη μετά το σπάσιμο του μετώπου και τον πανικό που ακολούθησε.

Το μυθιστόρημα της Διδώς Σωτηρίου είναι πολυδιαβασμένο, μάλιστα πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια (επί υπουργίας Μαριέτας Γιαννάκου) είχε διανεμηθεί και στα σχολεία. Έχω διαβάσει ότι ο κεντρικός ήρωας είναι υπαρκτό πρόσωπο ή τέλος πάντων ότι η συγγραφέας βασίστηκε στις αναμνήσεις και τις διηγήσεις ενός υπαρκτού προσώπου -αλλά ομολογώ πως δεν ξέρω σε βάθος αυτή την ιστορία, όποιος ξέρει μας διαφωτίζει στα σχόλια.

Παραθέτω το κείμενο και στο τέλος εξηγώ κάποια λεξιλογικά (και έχω και μια απορία, που σας την υποβάλλω). Η  έκδοση που έχω εγώ δεν έχει γλωσσάρι, πράγμα που ασφαλώς χρειάζεται στις μέρες μας, που κάποιες λέξεις έχουν αρχίσει να ξεχνιούνται ή έχουν ξεχαστεί -βλέπω όμως οτι σε νεότερες εκδόσεις υπάρχει γλωσσάρι.

Μόλις πάτησα το ποδάρι μου στη Σμύρ­νη, στάθηκα να πάρω ανάσα. Σταυροκοπήθηκα, μ’ έπιασε μια ξαφνική χαρά. Πάντα εδώ στη Σμύρνη έβρισκε σιγουριά κι αποκούμπι η ρωμιοσύνη. Οι Τούρκοι τη λέγανε «Γκιαούρ Ισμίρ» κι ήτανε πραγματικά η Άπιστη γι’ αυτούς· για μας όμως ήτα­νε η χαρούμενη και φιλόξενη πρωτεύουσα τού ελλη­νισμού. Μοσχοβολούσε γιασεμί και λαχταρούσε για λευτεριά. Μόνο να σεργιανάς στο Και, στα μπουλβάρια, στους βερχανέδες, να νταραβερίζεσαι στα μπεζεστένια, να πίνεις ρακί στο Κόρσο, να βλέπεις παντού κέφι, χαρά, σου μαλάκωνε η καρδιά, γέμιζε φως, πό­θους, θάρρητα. Να ζήσω, έλεγες, να ζήσω, να δουλέ­ψω απεξαρχής, να φτιάσω τούτο και τ’ άλλο, να χαρώ, ν’ αγαπήσω, να χτίσω.

Τώρα τί ’τανε αυτό π’ αντίκριζα; Μια νεκρή πολι­τεία. Τα μαγαζιά και τα κέντρα κλειδωμένα με διπλό λουκέτο. Τα σπίτια βουβά, σαν ακατοίκητα. Γέλιο δεν άκουγες, παιδί δεν έβλεπες να παίζει στο δρόμο. Καραβάνια θλιβερά σερνόντανε στα σοκάκια σαν μια σειρά κάμπιες. Κορμιά κυρτωμένα, πρόσωπα χολιασμένα, χαλκοπράσινα, χείλη ξερά, ασπρισμένα. Ήτανε οι πρόσφυγες που φτάνανε απ’ το εσωτερικό. Σέρνανε μαζί τους μπόγους, τσομπλέκια, μπαούλα, κονίσματα, φορεία μ’ άρρωστους, κατσίκες, κότες, σκύλους. Οι εκκλησιές, οι στρατώνες, τα σκολειά, οι αποθήκες, οι φάμπρικες, όλα γέμισαν πρόσφυγες· βε­λόνι να ’ριχνες δε θα ’πεφτε.

Γύριζα σαν χαμένος ανάμεσα σ’ αυτό τον κόσμο κι έψαχνα να βρω τούς δικούς μου. Ο Γιάκαβος, ένας κουμπάρος μας, μου ’πε πώς τους είχε ανταμώσει και μάλιστα η μάνα μου χόλιαζε, λέει, για μένα και για τον αδερφό μου το Σταμάτη. Καταλάβαινα πώς έπρεπε να βιαστώ ν’ ανταμώσω τη φαμελιά, να δούμε πώς θα τα ξεκεφαλιώσουμε, μα τα ποδάρια μου δε με ση­κώνανε, ήμουνα πεθαμένος, δεν είχα πια μέσα μου παρά μια πεθυμιά, να γείρω κάπου να κοιμηθώ για μήνες.

Στο Παραλλέλι κοντοστάθηκα στον καθρέπτη ενός μπαρμπέρη κι είδα τα χάλια μου. Το χιτώνιό μου ήτανε ξεσχισμένο, όλο αίματα. Το δίκοχό μου ξεχα­σμένο στο πίσω μέρος τού κεφαλιού. Τα γένια μου άγρια.

Το κουρείο ήταν ανοιχτό. Δεν πάω, σκέφτηκα, να λουστώ, να κουρευτώ, ν’ αλλάξω το σουλούπι μου; Έτσι που είμαι, κι η μάνα μου η ίδια θα τρομάξει σα μ’ αντικρίσει. Το μάτι μου έπεσε, με το πρώτο, στη γυριστή πολυθρόνα που θα δεχότανε το αποκαμωμένο κορμί μου.

Ο μπαρμπέρης, ένα λιγνό συμπαθητικό γεροντάκι, σάλταρε στην πόρτα, μόλις μ’ είδε να κοντοστέκουμαι, μ’ άρπαξε απ’ το μπράτσο και μ’ έσυρε σαν υπνωτισμένο στην πολυθρόνα.

–     Έλα, μου ’πε, λες και γνωριζόμασταν από χρό­νια. Κάτσε να σου συγυρίσω τη φάτσα. Πώς κατάντησες σέ τέτοιο χάλι; Εσένα όχι άνθρωπος, μα και Χάρος να σε δει θα σκιαχτεί.

Γέλασε μόνος με το χωρατό του κι υστέρα έπιασε να βρίζει τούς Τούρκους.

–     Σεϊτάνηδες, ντεληφισέκηδες! Σάς ηπέρασε από την άδεια σας κούτρα, πως θα φάτε τον ελληνικό στρατό! Χαερσίζηδες, μπαμπέσηδες…

Δεν τον πολυάκουγα. Με το πρώτο άγγιγμα στην πολυθρόνα, ξεκουρντίστηκα ολόκληρος· χαλάρωσε το κορμί μου σαν να βυθιζόμουνα σέ μαλακωσιά. Όμως ο μπαρμπέρης ήτανε αποφασισμένος να μη μ’ αφήκει να κοιμηθώ. Μου κουνούσε απότομα το κεφάλι πά­νω, κάτω, ζερβά, δεξά, πέταγε όσο πιο τραγουδιστές μπορούσε τίς ψαλιδιές του, μ’ έφερνε γύρα κι όλο με σκουντούσε:

–     Μην αποκοιμηθείς, παλικαρόπουλο, γιατί με τη νύστα οπού ’χεις έλόγου σου, δε θα ξυπνήσεις μήτε στη δεύτερη παρουσία…

Όσο λαχταρούσα εγώ τον ύπνο, άλλο τόσο λαχτα­ρούσε αυτός την κουβέντα. Όταν είδε άνέλπιστα ν’ αράζει πελάτης στο μαγαζάκι του τον έπιασε χαρά. Η μοναξιά κείνες τίς ώρες τού ’φερνε τρέλα.

–     Φαίνεσαι αποκαμωμένος, φουκαρά μου, έκανε. ‘Έρχεσαι απ’ τίς πρώτες γραμμές;

Ήθελα να του πω πως δεν υπάρχουνε πια ούτε πρώτες γραμμές, ούτε δεύτερες μα η γλώσσα μου είχε μουδιάσει· το μόνο που κατάφερα ν’ αρθρώσω ήτανε ένα «ν…ναι» που έμοιαζε με βέλασμα.

–     Εψές, έλαψε κι ηκούρεψα δυο τρεις φαντάρους, οπού ’χαν τα δικά σου χάλια. Μ’ αυτοί ’τανε θεόλωλοι, δεν ηξέρανε τι τους ηγινούντανε. Φτάσανε να μου πούνε πως ο ελληνικός στρατός δε θα κρατηθεί ούτε μια βδομάδα πια στη Μικρασία. Ακούς;

Άκουγα άκρες μέσες και καταλάβαινα τι ’θελε να πει το γεροντάκι, μα δεν μπορούσα να στυλώσω μάτι να τον κοιτάξω. Τα ματοτσίνουρά μου γίνανε σιδερι­κά. Η κεφαλή μου βούιζε, ήμουνα και δεν ήμουνα ξύπνιος. Ο μπαρμπέρης, πονηρός, όταν είδε πώς μα­ζί μου δεν μπορούσε να στρώσει κουβέντα, άρπαξε μια κανάτα νερό κρύο κι αρχίνησε να με λούζει, να με ταρακουνάει μόνο μπάτσους που δε μου ’δωκε. Μισάνοιξα τα μάτια μου, έτοιμος να τόνε διαβολοστείλω, μ’ αντίκρισα το βλέμμα του, το γεμάτο ικε­σία.

–     Φαίνεσαι ξυπνητός και κουραγιόζος, μου ’πε. Δε μοιάζεις σύ από κείνους που ησερσεμιάσανε και λένε πώς η μικρασιατική εκστρατεία πάει κατά διαόλου. Αυτοί ούλοι είναι κατουρημένοι, πράχτορες τού Κεμάλ. Άκουσε που σου λέω. Βρε, εδώ ο Τρικούπης επήρε την αρχιστρατηγία και ηπέρασε στην αντεπίθε­ση! Το ξέρεις αυτό;

Είχα τη διάθεση να του πω όλη την αλήθεια, να τόνε τρελάνω, μα το πάθος που έβαζε στα λόγια του μου θύμισε τον παλιό εαυτό μου και μέρεψα. Κείνος συνέχισε το χαβά του!

–    Αν δεν το ξέρεις, μάθε το από μένανε. Στον Τσεσμέ, φίλε, δεν μαντζέβεται ο στρατός για να πιάσει τσι θάλασσες και να λακήσει. Όγεσκε! Την άμυ­να των παραλίων μας οργανώνει. Όπου να ’ναι θ’ ακούσεις να βγαίνουνε τα παραρτήματα και τότες θα μαθευτούνε τα νέα. Η Αγγλία, σου λέει, είναι παρά το πλευρόν μας, δε θα μας απαρατήοει – στο πείσμα κείνης τση σκρόφας, τση Γαλλίας!

Σαν μύγες τα ’νιωθα τα λόγια του να στριφογυρνάνε και να πιλατεύουνε το μισοϋπνωτισμένο μου μυα­λό. Στα υστερνά έχασα πιά την υπομονή μου κι άνοι­ξα κι εγώ το στόμα μου.

–     Για ποιον Τρικούπη μιλάς, μπάρμπα; Τώρα κι άλλη μια! ο Τρικούπης πιάστηκε αιχμάλωτος με το στρατό του. Οι τρανοί τσ’ Αθήνας μας παρατήσανε σύξυλους κι ένας Θεός ξέρει τι θ’ απογίνουμε. Όσο για τσ’ Εγγλέζους, μη γελιέσαι. Ούτ’ αυτοί ούτε οι Γάλλοι ούτε οι Αμερικάνοι ούτε διάολος στη φύτρα τους, κανείς, μωρέ, κανείς πια δε σκοτίζεται για τα μας. Αυτοί μας ανοίξανε τον τάφο, πάρ’ το χαμπάρι.

Τού γέρου το σαγόνι αρχίνησε να τρέμει· χτυπολογούσαν οι ξένες μασέλες του, έγινε κίτρινος σαν θειά­φι. Τα μάτια του μίκρυναν, σκλήρυναν, αλληθώρισαν. Τα χέρια του που κρατούσαν ξουράφι, είπα πώς θα μου ’κοβαν το λαιμό.

–     Τι λες, μωρέ θεοπάλαβε! βρουχήθηκε. Ποιος σε γέμισε με τέτοια άτιμα ψέματα; Ο Τρικούπης θα ορ­γανώσει την άμυνα από το Νυμφαίο ίσαμε το Σίπυλο. Έτσι μονάχα θα προστατευτεί η Σμύρνη. Κι αν, όπως λες, αιχμαλωτίστηκε ο Τρικούπης, δε χάθηκε ο κόσμος. Ψωμιά στο μοναστήρι. Έχει αξιωματικούς κι αξιωματικούς μια βολά ο ελληνικός στρατός! Δε θα ’ναι ο Τρικούπης, θα ’ναι ο Γονατάς, ο Πλαστήρας. Τούς ξέρω ούλους εγώ προσωπικά.

Τον έβλεπα να παλεύει απελπισμένα να περιφρουρήσει την αισιοδοξία του, την ίδια την καρδιά του. Κάτι ήξερα από τέτοιους αγώνες. Είπα μέσα μου: Ρε Μανώλη, γιατί το πιλατεύεις το γεροντάκι; Τί θα βγει αν αργήσει λίγο να μάθει την αλήθεια; Άσ’ τον το φουκαρά.

–    Στο κάτω κάτω είναι κι η Μικρασιατική Άμυνα, είπα. Πού τήνε βάζεις τη Μικρασιατική Άμυνα!

–    Ε, τώρα μιλάς σαν άντρας, άσκολσουν! Γειά στο στόμα σου. Η Άμυνα, ναίσκε, αυτή θα ξαναφέρει ενθουσιασμό, θα καλέσει πανστρατιά και θα πάμε ούλοι, γέροι, νιοι, παιδιά, γυναίκες. Τί θα πει! για τα σπίτια μας και για τη λευτεριά μας, όλα θα τα δώκουμε. Ήρθε η μεγάλη στιγμή του χρέους…

Ήθελα να του πω: «Ήρθε, μωρέ γέρο, ήρθε η στιγ­μή του χρέους, μα οι άτιμοι την αφήκανε και χάθηκε. Μάς βουλιάξανε χίλιω λογιώ προδοσίες, συμφέροντα των μεγάλων, στραβοτιμονιές των δικώνε μας, κακές αρχές και κακά αποτελειώματα…» ’Ήθελα πολλά να του πω. Θυμήθηκα το Δροσάκη· ολόκληρος είχε χω­θεί μέσα στο πετσί μου. Μα συγκρατήθηκα. Το γε­ροντάκι είχε πιά βυθιστεί στο δικόνε του κόσμο.

–    Έχω πίστη μέσα μου, έκανε και χτυπούσε με πά­θος το στήθος του. Πιστεύω Θεό εγώ! Δεν μπορεί να τούρκεψε ο Μεγαλοδύναμος. Δε γίνεται. Με καταλα­βαίνεις; Εμένα σήμερις το πρωί, η κυρά, μ’ έκανε άγιονε να μην τ’ ανοίξω το μαγαζί. «Πού θα πας, Τά­σο μου, κλαψούριζε. Δε ματζέβεις τη φαμελιά να βρεις κι εσύ κανένα καΐκι να φύγουμε για τα νησιά, μόνε θα ’ρτούνε οι τσέτες να μας χαλάσουνε! Εγώ μια βολά τσι χαζίρεψα τσι μπόγοι· θα πάρω τα παι­διά να φύγουμε.» «Άντε, καψογυναίκα, άντε και τα γέμισες κι ατή σου. Άντε και να δούμε πού στο διά­τανο θα μας βγάλει τούτος ο τρόμος. Δεν ανάφτεις, λέω, τη φουφού να στήσεις κάνα μπλουγούρι και μην ακούς τσι ζεβζεκές του ενού και τ’ αλλουνού. Όσο για το μαγαζάκι, θα τ’ ανοίξω, γυναίκα, πάρ’ το απόφαση, θα τ’ ανοίξω! Τι στο καλό, αξούριστος κι ακούρευτος θα μείνει ο κόσμος;» Τι λες και συ, φα­ντάρε, καλά δεν της μίλησα; Σέ τέτοιες ώρες χρειάζε­ται το κουράγιο. Ο πανικός, ασ’ τονε τον πανικό, αυτός σκοτώνει πριν σέ βρει το κακό. Εγώ θα τόνε σπάσω τον πανικό, θα τόνε ξεφτίσω στη γειτονιά μου. Θα συλλοϊστεί ο μπακάλης: «Για ν’ ανοίξει το μπαρμπέρικο ο κυρ Τάσος, πα να πει πως μπορώ ν’ ανοίξω κι εγώ το μαγαζί». Θ’ αναθαρρέψει κι ο έμπορας, κι ο καφετζής, κι ο σπετσιέρης. Έτσι δεν είναι;

Φαίνεται πως τόνε κοίταζα παράξενα, γιατί στα­μάτησε ξαφνιασμένος. Μα ευτύς ξανάρχισε από φόβο μήπως του πω πάλι τίς δικές μου πικρές κουβέντες.

–     Τι με κοιτάς έτσι, έκανε. Εμένανε που με βλέ­πεις, ας μοιάζω κακομοιριασμένος, τη ζωή τήνε γόντιρα, την έφαγα με το κουτάλι κι είμαι στα υστερνά μου. Μα η λευτεριά που μας ήρχε στη Μικρασία είναι παιδούλα· μόλις πήρε να βαδίζει· ούτε τέσσερα κεράκια δεν αξιωθήκαμε να τση βάλουμε. Αυτή δεν μπορεί, δεν πρέπει ν’ αποθάνει· δε θ’ αντέξουμε να τήνε θάψουμε. Κάλλιο να μπούμε πριν όλοι στο μαύρο χώ­μα…

Του κυρ Τάσου τα μάτια βουρκώσανε. Μ’ είχε αφήσει με το μισό μάγουλο ξουρισμένο κι αποξεχάστηκε να λέει και να μην έχει τελειωμό. Το λιπόσαρ­κο κορμί του, με τα στραβοκάνικα ποδάρια, συγκλο­νιζότανε από νευρικά πηδήματα.

–     Γι’ αυτήνανε τη λευτεριά τα ’δωκα ούλα, ό,τι εί­χα και δεν είχα. Ωχ! Πώς το θυμούμαι, μωρέ μάτια μου, κείνο το ευλοημένο πρωινό του Μαγιού, οπού πλεύρισε το υπερωκεάνιο «Πατρίς» κι ηξεμπάρκαρε τσ’ ευζώνοι και πίσω, που λες, να στέκουνε τα πολε­μικά μας με τη γαλανόλευκη! Ωχού, Χριστέ και Κύ­ριε, ποιος με κράτειε μένανε τότες! Ήτρεξα στο σπί­τι, άνοιξα βιαστικά το κλειδωτό σερτάρι που φύλαγα τη σερμαγιά, άρπαξα τα κοτσάνια τού σπιτιού μου και τα μετρητά που κονόμησα γρόσι γρόσι από τα ρε­γάλα· εξήντα χρόνων δούλεψη! Είχα γυναίκα νοικο­κυρά που ήξερε τη ρέγουλα, κι ας είχα δυο κόρες και τέσσερα αγόρια. Και τα παίρνω που λες ούλα, όπως βαστούσανε και βρισκότανε κι ηπήγα ίσια στον Έλ­ληνα διοικητή. «Να, του ’πα, τούτα τα δίνω για το στρατό μας, το λευτερωτή! Τους τα στέλνει πες τους, ο μπαρμπέρης ο Τάσος ο Κασαμπαλής…» Ο μέραρ­χος, καλή του ώρα, με χτύπησε στην πλάτη, με φχαρίστησε, μα δεν τα δέχτηκε. Με πέρασε, ως φαίνεται, για βλαμμένον. Εγώ, όμως, επέμενα, ήφαγα τα λυσσιακά μου, ίσαμε που στο τέλος τα πήρε ένα στρατιωτικό νοσοκομείο κι ηπιάσανε τόπο.

Η γυναίκα μου, μόλις πήρε χαμπάρι, πήγε ν’ αποθάνει. Ησερσέμιασες, άντρα μου; Τι ’ταν αυτή η κουτουράδα που ’κανες; Καλά δεν ησκέφτηκες τα εδικά μας γερατειά, αμέ τα κορίτσια σου; Τίποτις δεν ησκέφτηκες;” “Όλα τα σκέφτηκα, γυναίκα, όλα τα ’βαλα στη ζυγαριά. Εσένανε, εμένανε, τα παιδιά μας, τ’ αγγονάκια μας, το χρυσάφι ούλης τής γης. Μα η μπαλάντζα ηβάρυνε απ’ τη μεριά τσ’ ελευτερίας…”

Παλεύαμε κι οι δυο να καταπιούμε το δάκρυ μας. Πάνω στην ώρα, μπούκαρε λαχανιασμένος ο έγγονας του μπαρμπα-Τάσου.

–     Παππούλη, φώναξε το παιδί κι η φωνή του έτρε­με. Ο στόλος φεύγει!

–     Ποιος στόλος, μωρέ ζεβζέκη;

–     Ο ελληνικός, παππού!

–     Ο ελληνικός;

–     Ο ελληνικός!

–     Ε, να, τότες, κερατούκλη! Να! Να!

Τού άστραψε στη μούρη τρεις σφαλιάρες. Ο μι­κρός κοκκίνισε, βούρκωσε, μα δεν έκλαψε. Δικαιώνοντας την οργή τού παππούλη του, είπε με πάθος:

–     Παππού, δε σε ψεματίζω, φεύγει, σου λέω, φεύ­γει, φεύγει!

Και ξέσπασε σε κλάμα.

Άρπαξε ο γέρος τ’ αγγόνι του από το χέρι και τραβολογώντας το απότομα βγήκε στο δρόμο. Έμεινα να τον κοιτάζω. Το λιανό κορμί του με τα στραβοκάνικα αρθριτικά ποδάρια σκαμπανέβαινε σαν φελούκα σέ φουρτούνα. Ράγισε η καρδιά μου, λες και κείνη τη στιγμή μόνο αυτό το γεροντάκι ήτανε δυστυχισμένο και χαμένο.

Έπιασα το ξυράφι και προσπάθησα ν’ αποτελειώ­σω το ξύρισμα. Αν φεύγει στ’ αλήθεια ο στόλος, πάει να πει πως όπου να ’ναι… όπου να ’ναι θα μπουκάρουνε οι Τούρκοι. Αν… Τί γυρεύει το αν; Αφού το ξέρω πως όλα τελειώσανε, αφού ξέρω το πώς και τι, γιατί κάθουμαι λοιπόν; Τι περιμένω; Τι ελπίζω; Μ’ ακούς ή δε μ’ ακούς, φαντάρε Αξιώτη, εθελοντή τού ελληνικού στρατού, μαχητή τού Αφιόν Καραχισάρ. Τελειώσανε πια όλα, όλα!

Πήρα τρεχάλα το δρόμο, βγήκα στην προκυμαία. Κείνη τη στιγμή τα πολεμικά σήκωναν άγκυρα. Από τα φουγάρα τους έβγαινε πυκνός, μαύρος καπνός. Οι άνθρωποι στο Και μαρμαρώσανε. Δεν ανασαίνανε, δε μιλούσανε, δε ζούσανε. Μοιάζανε σαν τίς πέτρινες πλάκες στα μεζαρλίκια, η μια πίσω απ’ την άλλη… μα τι λέω; Μόνο όποιος έθαψε το σπλάχνο του κι άκουσε το τρίξιμο του φέρετρου την ώρα που το κα­τεβάζουνε στον τάφο, μόνε αυτός μπορεί να νιώσει τι ’ταν για μας κείνη η στιγμή.

Ύστερα έγινε κάτι τόσο άτιμο, που μας έφερε στα συγκαλά μας. Ένα γαλλικό πολεμικό, το «Βαλντέκ Ρουσό», άρχισε ν’ ανακρούει τον εθνικό μας ύμνο! Οι «σύμμαχοι» «χαιρετούσαν» την ελληνικήν ναυαρ­χίδα που έφευγε, όπως το απαιτούσανε οι κανονισμοί και το πρωτόκολλο!

Τούτο το πόμπεμα μας αγρίεψε. Τα νεκρωμένα από τον πόνο απολιθώματα αναδεύτηκαν και σαν ένας ορμητικός χείμαρρος κίνησαν ομπρός.

–    Όλοι στου Στεργιάδη!

–    Να λογοδοτήσει!

–    Να μάς εξηγήσει, γιατί δε μάς αφήκε να φύγου­με, μόνε μας ηγύρευε πασαπόρτια και σφραγίδες!

–    Όπλα! Θέλουμε όπλα για άμυνα!

Μια φωνή ακούστηκε από το βάθος κι ύστερα κι άλλες πολλές.

–    Έφυγε ο Στεργιάδης!

–    Έφυγε, πάει στον αγύριστο!

–    Τον γλιτώσανε οι Εγγλέζοι! Τον φυγαδέψανε!

Σταθήκαμε να καταλάβουμε τούτο το νέο μαντάτο.

Κι ύστερα ξέσπασε άσκοπη, η ομαδική οργή. Τρέχα­με δεξά ζερβά, λες και κυνηγούσαμε το φευγάτο όνει­ρό μας, χειρονομούσαμε, τυφλώναμε.

–    Π’ αναθεματισμένοι, που να μην ησώνατε να ’ρχετε!

–    Γιατί; Γιατί δε μας ημπαρκάρανε κι εμάς;

–    Τι θα γενούμε;

–     Ηφοβηθήκανε μπα και πάμε στην Αθήνα και καθαρίσουμε την πατρίδα από την κοπριά τση προδοσιάς!

Σαν πλάκωσε η νύχτα, ερήμωσε η προκυμαία. Όλοι χώθηκαν κάτω από μια στέγη και περιμένανε τη συνέχεια. Έμεινε μόνο ο τρόμος να σουλατσάρει στα σκοτεινά σοκάκια, σαν παζβάντης που προμηνούσε το πιο άγριο ξημέρωμα, που γνώρισε ποτέ η ρωμιοσύνη…

Γλωσσάρι

Και: Η προκυμαία της Σμύρνης (γαλλ. quai)

βερχανέδες: οι στοές

μπεζεστένια: οι σκεπαστές αγορές

ντεληφυσέκης: βρίσκω κάπου, «που κάνει ασωτείες και τρέλες»· προς έλεγχο

χαερσίζηδες: ανεπρόκοποι

έλαψε: δεν ξέρω τι σημαίνει, ούτε ποιο ρήμα είναι· καμιά ιδέα;

σερσεμιάσανε: χάζεψαν· σερσέμης ο χαζός, ο ανόητος

ψωμιά στο μοναστήρι: παροιμία, κατά το «το μοναστήρι να’ν καλά και καλογέρους βρίσκει»

χαζίρεψα: ετοίμασα

ζεβζεκιές: ανοησίες, επιπολαιότητες

γόντιρα τη ζωή: την απόλαυσα

μεζαρλίκια: τα νεκροταφεία (ιδίως τα μουσουλμανικά)

παζβάντης, πασβάντης: είδος αστικού νυχτοφύλακα, που περιπολούσε τη νύχτα χτυπώντας τη μαγκούρα του στο καλντερίμι· ανάγγελνε και την ώρα· αλλού, ο κλητήρας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.