cf80ceb1cf84ceadcf81ceb5cf82 cebaceb1ceb9 ceb3ceb9cebfceb9 ceb3cf81ceaccf86ceb5ceb9 ceb7 cebbceb1cebccf80cf81ceb9cebdceae ceb3cebbceb5

Άντρες χωρίς άντρες, Νίκος Δαββέτας, Εκδόσεις Πατάκη

Στο μυθιστόρημα «Άντρες χωρίς άντρες» του Νίκου Δαββέτα (Εκδόσεις Πατάκη, 2020) ως βασικό θέμα διερεύνησης τίθεται η σχέση μεταξύ πατέρα και γιου, τι την συνθέτει, τι μπορεί να την αποδομεί, κατά πόσο ορίζεται από προσωπικές επιλογές ή ιστορικές, κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και χρονικά χάσματα και κατά πόσο ξεπερνά εξωτερικούς παράγοντες και σμιλεύεται από εσωτερικές, βαθύτερες συνδέσεις, που υπερβαίνουν τιθέμενα όρια και επιτυγχάνουν ισχυροποίηση.

Για την αφορμή της συγκρότησης του μύθου πληροφορίες παίρνουμε από τον ίδιο τον συγγραφέα στο παρατιθέμενο σημείωμά του. Μία αναφορά σ’ ένα έγγραφο της Ασφάλειας για τον Χ. Λ, έμμισθο συνεργάτη της υπηρεσίας, που αποτάχθηκε λόγω ομοφυλοφιλίας, δίνει το έναυσμα της γραφής. Το σημείωμα οδηγεί απευθείας στο συγγραφικό εργαστήριο του Δαββέτα, στο σκεπτικό βάσει του οποίου διαμορφώθηκε η συγκεκριμένη μυθοπλασία, με στόχευση τη συμπλήρωση των κενών της αληθινής ζωής μέσω της λογοτεχνίας, την ευρύτερη διερεύνηση της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά και τον πειραματισμό, όσον αφορά την αφηγηματική σύνθεση.

Ο Χ. Λ. στο μυθοπλαστικό σύμπαν εμφανίζεται ως Χρήστος Λώρης και η ανασύσταση της ζωής του αποτελεί ένα από τα βασικά ζητούμενα της αφήγησης. Κεντρικός φορέας αυτής είναι ο φίλος του μοναχογιού του Λώρη, μέσω των λόγων του οποίου συγκροτείται η ιστορία, είτε υπό τη δική του οπτική, μεταφερόμενη από τον ίδιο, επομένως έμμεσα και αποστασιοποιημένα, είτε μέσω της ευθείας απόδοσης των λόγων του γιου, που παρουσιάζει τη ζωή του πατέρα του υπό το δικό του πρίσμα, αλλά και παραθέτει ευθέως την ύστατη εξομολόγηση του πατέρα του προς αυτόν, στοιχείο που επιφέρει αμεσότητα στην αφήγηση, παρ’ όλη τη διαμεσολάβηση που προϋποθέτει για τη στήριξη της αληθοφάνειας.

Γιατί, ωστόσο, επιλέγεται ως κύριος αφηγητής της ιστορίας ο φίλος; Η επιλογή αυτή εκ πρώτης όψεως φαίνεται να υπηρετεί την αντικειμενικότητα, λόγω της συναισθηματικής απόστασης που πρεσβεύει η αφήγησή του, καθώς μεταφέρει την ιστορία του πατέρα του φίλου του, γεγονός ανώδυνο για τον ίδιο. Από την άλλη, βέβαια, η αποτύπωση της αλήθειας της ιστορίας σκοπίμως φαντάζει δυσκολότερη και σκοτεινότερη λόγω της υπάρχουσας αντικειμενικής απόστασης, επιδεικνύοντας εμμέσως τον υποκειμενισμό που ενέχει η πρόσληψη και η μεταφορά της πραγματικότητας και εντός των μυθοπλαστικών ορίων. Επιπροσθέτως, στα πλαίσια του αφηγήματος του φίλου εγκιβωτίζεται επιτυχώς και με φυσικό τρόπο και η προσωπική του ιστορία, καθοριζόμενη από τη σχέση του με τον δικό του πατέρα, προσφέροντας στη συνολική σύνθεση διεύρυνση του βασικού ζητήματος που θέτει το έργο.

Ως στόχος, λοιπόν, της επιμέρους αφήγησης του γιου, που παραθέτει ο φίλος, τίθεται η ολοκλήρωση της συγκρότησης του πορτρέτου του πατέρα, αναγκαία για τον φωτισμό της δικής του σχέσης μ’ αυτόν και το στέρεο ή μη συναισθηματικό υπόβαθρο που αποκομίζει μέσω αυτού του φωτισμού για τη συνέχιση της δικής του πορείας. Το αφηγηματικό παρόν τον βρίσκει στη Γαλλία, έχοντας αποδημήσει από τον πάτριο χώρο, προς μία προσπάθεια σύστασης της δικής του ζωής, απαλλαγμένης από πρότερα σκιερά οικογενειακά δεσμά, που βαραίνουν την προσωπική πορεία. Ωστόσο, η απελευθέρωση από το οικογενειακό βάρος δεν καθίσταται δυνατή χωρίς τη διαλεύκανση της σχέσης του με τον πατέρα του, την οριοθέτηση της αλήθειας που διέπει αυτή τη σχέση, τι ωθεί μακριά της, τι εν τέλει μένει να τη συντηρεί.

Στον αντίποδα, ο πατέρας μέσω της μεταφερόμενης εξομολόγησης του, η οποία συντελείται κατά την προ του θανάτου νοσηλεία του, αποκαλύπτει στοιχεία της ζωής του σε μία προσπάθεια απογύμνωσης αυτής από ενοχικά μυστικά ωραιοποίησης του αληθινού χαρακτήρα της, καθοριζόμενου από την προσωπική φύση του, τις εξ αυτής εκπορευόμενες επιλογές του, αλλά και τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, υπό τη σκιά των οποίων λειτούργησε. Έτσι, στο αφήγημά του αναπαριστά μέσω αναδρομής, υποβοηθούμενος από ανασυρόμενες αναμνήσεις, την προσωπική του πορεία. Συρρικνωμένος στο ελάχιστο της ύπαρξής του, λίγο πριν την κατάληξη, αποκαλύπτει στον γιο του την ομοφυλοφιλία του, στοιχείο που απελευθερώνει την αφήγησή του και τον οδηγεί σε απροκάλυπτη φανέρωση του παρελθόντος του, στην τήρηση μίας «καθαρής» στάσης απέναντι στον γιο του και στον εαυτό του, με υπέρβαση της πρότερης σιωπής.

Η ιστορία του πατέρα αφορά μία πορεία ζωής από τη γερμανική κατοχή έως και την εποχή της κρίσης. Έρεισμα αποτύπωσής της στον αφηγηματικό καμβά αποτελεί μία σωρεία διευθύνσεων κατοικιών, που αντιπροσωπεύουν τη ζωή του ίδιου και της οικογένειας του, αλλά και την προσωπική του επί γης περιπλάνηση, υπό το φάσμα δεδομένων κοινωνικοπολιτικών συγκυριών και ιστορικών γεγονότων, που φωτογραφίζουν ολόκληρη την μεταπολεμική εποχή. Αυτά παρουσιάζονται στα πλαίσια της αφήγησης όχι απλώς ως φόντο με στόχο τη χρονική και τοπική οριοθέτηση και την αληθοφάνεια, αλλά θίγονται με αιχμηρή, απαλλαγμένη ωστόσο από ιδεολογικό χρώμα, ματιά, προκειμένου να διαφανεί το βάρος τους στον καθορισμό του χαρακτήρα της εποχής, εντός της οποίας δεν έμεινε ανεπηρέαστη η ζωή του ήρωα.

Παρακρατικός, υπό τη σκιά του ακροδεξιού αδερφού του, με επίγνωση της μη ηρωικής φύσης του, ο πατέρας δημιουργεί οικογένεια προσχηματικά, προς κάλυψη της ομοφυλοφιλίας του, χωρίς την επίτευξη ουσιωδών δεσμών με τους οικείους του, ωσεί παρών στην οικογενειακή εστία, την οποία στηρίζει κατά κύριο λόγο οικονομικά, ενώ παράλληλα ικανοποιεί την αλήθεια της φύσης του, ζώντας μια δεύτερη, μυστική και ενοχική ζωή. Η πορεία του μοιάζει ευθύγραμμη, σχεδόν αφανής, σαν να έχει απορροφηθεί από το βάρος των επιλογών του και αυτό που τελικά τη διασώζει, τουλάχιστον στη συνείδηση του γιου του, είναι η θέλησή του να του την αφηγηθεί.

Όσον αφορά τις προθέσεις του φίλου αναφορικά με την καταγραφή του πορτρέτου του πατέρα και τον καθορισμό της σχέσης του με τον γιο του, αυτές αποκαλύπτονται από την παράθεση της δικής του ιστορίας, που τίθεται παράλληλα στην αφήγηση μέσα από τις προσωπικές του αναφορές. Στιγματισμένος από την απώλεια του πατέρα του σε μικρή ηλικία προσβλέπει στην παρατήρηση των πατέρων των άλλων σε μία προσπάθεια εντοπισμού του ρόλου τους, που για τον δικό του πατέρα ορίζεται μέσα από την ακούσια απουσία του. Μάλιστα η βίωση της απώλειάς του αποτελεί το θέμα δύο εγκιβωτισμένων στην αφήγηση διηγημάτων, μέσω των οποίων, διασταυρώνουν τα λογοτεχνικά τους ξίφη οι δύο φίλοι, προσδίδοντας και άλλη οπτική στη διερεύνηση της σχέσης πατέρα και γιου.

Ένα στοιχείο, άλλωστε, που δεν περνά απαρατήρητο κατά την πορεία της αφήγησης είναι η αυτοαναφορικότητα, η αναφορά στην ίδια τη διαδικασία της συγγραφής. Δεν κρίνεται τυχαίο το γεγονός πως και οι δύο φίλοι ασχολούνται με τη γραφή, ο γιος είναι διακεκριμένος στη Γαλλία συγγραφέας, ο φίλος του γράφει ερασιτεχνικά. Μέσα από τον λόγο τους φανερώνεται η λογοτεχνική γραφή ως «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» του παρελθόντος και αποκατάσταση της αλήθειας, ως διάλογος με τον εαυτό και μέσο υστεροφημίας, ως αποτύπωση ακόμη μίας «εναλλακτικής πραγματικότητας», αλλά και ως παραμυθία.

Στο πολυεπίπεδο, λοιπόν, μορφικά και ουσιαστικά μυθιστόρημα του Δαββέτα δεν παγιώνεται μία οριστική τοποθέτηση γύρω από το κεντρικό θέμα, τη σχέση πατέρα και γιου. Κάτι τέτοιο θα φάνταζε ουτοπικό για ένα ζήτημα τόσο ανοιχτό, όσο η οριοθέτηση αυτής της σχέσης. Αυτό που επιτυγχάνεται, βέβαια, είναι η συγκρότηση ενός προβληματισμού περί αυτής, με σάρκα και οστά, στηριζόμενου σε αληθοφανές, στέρεο πλαίσιο, ολοκληρωμένους χαρακτήρες και μία δυνατή, αφαιρετική, συμπυκνωμένη και ενίοτε απρόσμενα ποιητική γλώσσα.

 

antres choris antres patakis

 

 

 

 

 

Lamprini Gleridou

 

 

 

The post Πατέρες και γιοι, γράφει η Λαμπρινή Γλερίδου [Άντρες χωρίς άντρες, Νίκος Δαββέτας] appeared first on Literature.gr .

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *