cf80ceb1cf81ceacceb4ceb5cf82 cebaceb1ceb9 ceb3cf81cf8ccf83ceb9ceb1

Στο άρθρο για τα άσπρα, τα νομίσματα, της περασμένης εβδομάδας, έγινε όπως ήταν φυσικό λόγος και για δυο άλλα βασικά νομίσματα της εποχής της τουρκοκρατίας, που έχουν περάσει και στη γλώσσα μας, αν και δεν έχουν δείξει την ίδια αντοχή στο χρόνο. Πρόκειται για το γρόσι, για να ξεκινήσουμε από το νόμισμα μεγαλύτερης αξίας, και για τον παρά -θα τους αφιερώσουμε λοιπόν το σημερινό μας άρθρο.

Το γρόσι ήταν ασημένιο τουρκικό νόμισμα, που κόπηκε από τον σουλτάνο Σουλεϊμάν Β΄ το 1688 στο πρότυπο του ολλανδικού τάλιρου. Στα τουρκικά είναι kuruş και guruş, ωστόσο η ελληνική λέξη δεν προέρχεται από την τουρκική, αφού προϋπήρχε.

ottoman empire 5 kurus 1808

Νόμισμα των 5 kurus (1808)

Στην αρχή της ετυμολογικής αλυσίδας βρίσκουμε το λατινικό grossus, χοντρός. Διάφορα ασημένια νομίσματα λοιπόν, μάλλον μεγάλου πάχους, ονομάστηκαν στον Μεσαίωνα denarius grossus, απ’ οπου η λέξη πέρασε στις νεότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, grosso στα ιταλικά, gros στα γαλλικά, Groschen στα γερμανικά, guruş/kuruş στα τουρκικά και, από τον ενετικό πληθυντικό grossi, γρόσι στα ελληνικά.

Πότε μπήκε η λέξη γρόσι στην ελληνική γλώσσα; Οι ανευρέσεις είναι σε πηγές που δεν έχουν ασφαλή χρονολόγηση, η παλιότερη όμως που βρίσκω στο TLG είναι απο μια διήγηση των θαυμάτων του Αγίου Νικολάου, που χρονολογείται 7ο με 11ο αιώνα, και εκεί βρίσκουμε:

καὶ ὑπῆγεν εἰς τοὺς καταλλάκτας, νομίζων πουλῆσαι αὐτὸ διὰ πέντε, ἕξι γρόσια, νὰ ἀγοράσῃ ψωμί

(Κάπως μοντέρνα μου φαίνεται η γλώσσα, αλλά ας είναι). Σε μοναστηριακά έγγραφα των επόμενων αιώνων οι αναφορές σε γρόσια είναι πάρα πολλές, όπως και π.χ. στον παπαΣυναδινό.

Στα χρόνια του Εικοσιένα, το γρόσι χρησίμευε όχι μόνο ως νόμισμα αλλά και ως λογιστική μονάδα αφού σε αυτό ανάγονταν όλα τα νομίσματα, ευρωπαϊκά ή τουρκικά, σωστή πανσπερμία, που υπήρχαν σε κυκλοφορία και που είχε στο κεμέρι του ο καθένας. Το γρόσι είχε 40 παράδες.

Τα καταστιχα του Εικοσιένα έχουν συνεχείς αναφορές σε γρόσια. Το 1823 η Διοίκηση αγοράζει ένα μίστικο (είδος τρικάταρτου ιστιοφόρου) και συμφωνεί να πληρώσει «την συμφωνηθείσαν τιμήν των γροσίων 13.500 εις τρεχούμενην και καλήν μονέδαν λογαριάζοντας τα κολονάτα προς γρ. 8 και 10 παράδες, τα της ρεγγίνας προς 8, τους μαχμουτιέδες προς 26, τα βενέτικα φλωρία προς 18 και 20 παράδες και κατ’ αναλογίαν τες άλλες μονέδες» -ο αγοραστής θα δεχόταν δηλαδή κάθε είδους νόμισμα, στην προσδιορισμένη ισοτιμία.

Βάσει του υπ’ αρ. 8 Νόμου της 1ης Απριλίου 1822 (Οργανισμός του Στρατού), ο στρατιώτης είχε μισθό 20 γρόσια το μήνα και ο στρατηγός 800 γρόσια το μήνα. Ο Κασομούλης σημειώνει ότι κάθε παλιός στρατιώτης «βαστούσεν διά τον τάφον του (διά θυμίαμα και κηρί, έλεγον) από 50, 100 ή 200 ή και 500 γρόσια».

Πεθαίνοντας ο Καραϊσκάκης πάντρεψε τη Μαριώ, που τον ακολουθούσε συνεχώς, με ένα από τα παλικάρια του και της άφησε 4.000 γρόσια, που ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής υπολόγισε ότι έχουν αγοραστική δύναμη γύρω στα σημερινά 50.000 ευρώ.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το kurus συνέχισε να είναι νόμισμα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έως το 1844 όπου εισήχθη η οθωμανική λίρα. Από τότε το γρόσι έγινε υποδιαίρεση της λίρας, το 1/100. Και σήμερα η τουρκικη λίρα έχει 100 γρόσια.

Το γρόσι μάς άφησε πολλές παροιμίες, που όμως οι περισσότερες έχουν αρχίσει να ξεχνιούνται. Σε πολλές από αυτές, η λέξη «γρόσι» χρησιμοποιείται, όπως συχνά συμβαινει με τα νομισματα, κατά συνεκδοχή, με τη γενική σημασία «χρήματα». «Έχεις γρόσι; Έχεις γνώση», ας πούμε, διότι ο πλούσιος φαίνεται και νουνεχής. «Έχεις γρόσια, έχεις γλώσσα», διότι ο πλούσιος μπορεί να λέει τη γνώμη του. Ή, «Που’χει γρόσια στο κεμέρι, έχει δυνατό το χέρι», ή «Γρόσια στο πουγκί, ψάρια στο βουνί», διότι ο πλούτος και τα αδύνατα καταφέρνει. Αλλά προσοχή διότι: «Όταν έρχεται η γνώση, λείπει το γρόσι».

Μια παροιμία που την είδαμε και με τα άσπρα υπάρχει και με τα γρόσια: «Τούρκον είδες; Γρόσια θέλει. Κι άλλον είδες; Κι άλλα θέλει». Κι επειδή το γρόσι είχε 40 παράδες, μια παροιμιακή φράση για τον ολιγοφρενή ήταν «Θέλει 39 για να τα κάνει γρόσι».

Κι ένα γνωμικό δίστιχο:
Έχει γυναίκες δυο γροσώ, έχει και τρεις στο γρόσι
έχει και τρεις και τέσσερις οπού δεν έχουν γνώση.

Να κλείσουμε τη φρασεολογική περιδιάβαση με την ψαριανή παροιμία «Του Καλάρη είν’ τα γρόσα, του Κανάρη όμως η δόξα».

Ξαναλέω πάντως πως όλη αυτή η παρουσία στη φρασεολογία μας είναι παρωχημένη. Σήμερα τα γρόσια πολύ λίγο ακούγονται.

Δεν ισχύει το ίδιο για την υποδιαίρεσή τους, εννοώ τον παρά. Ο παράς ζει και βασιλεύει στη γλώσσα μας, αλλά καλύτερα είναι να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Η λέξη στα ελληνικά είναι δάνειο από το τουρκικό para, δάνειο από τα περσικά, parah, τεμάχιο. Ο παράς ήταν αργυρό νόμισμα που εμφανίστηκε στα μέσα του 17ου αιώνα, υποκατέστησε σταδιακά το άσπρο και αποτέλεσε τη βάση του νομισματικού συστήματος. Υπήρχε πριν από το γρόσι και όταν εμφανίστηκε το γρόσι καθορίστηκε η ισοτιμία 1 γρόσι = 40 παράδες ( = 3 ακτσέδες ή άσπρα).

Στα ελληνικά η λέξη μπήκε ασφαλώς επί τουρκοκρατίας. Δεν τη βρισκω νωρίτερα από τον 17ο-18ο αιώνα, όπως είναι και λογικό. Μάλιστα, σε μια επιστολή του ο Αναστάσιος Γόρδιος (1654-1729), ο οποίος από πέρυσι ανήκει στους αγίους της εκκλησίας μας, αφήνει να εννοηθεί ότι ο όρος, που τον αποδοκιμάζει, ήταν σχετικά πρόσφατος τότε:

νομίσματα τὰ πλεῖστα χρυσᾶ καὶ μέρος τι τούτων λεπτὰ ἀργυρᾶ, τὰ ἀντὶ τριῶν μονάδων λογιζόμενα—παράδες ταῦτα ἡ βάρβαρος γλῶττα οἶδε καλεῖν

Λεπτά αργυρά νομίσματα οι παράδες, που ισοδυναμούν το καθένα με τρεις μονάδες (τρία άσπρα, δηλαδή).

Σαν παιδί ο Μακρυγιάννης θυμάται: «Εγώ έγινα ως εφτά χρονών. Με βάλαν να εργάζομαι σε έναν εκατό παράδες τον χρόνον, τον άλλον χρόνον πέντε γρόσια». Πήρε αύξηση δηλαδή, απο 100 παράδες σε 5×40 = 200.

Ο παράς λόγω της χαμηλής αξίας του εμφανίζεται στα κατάστιχα ως λογιστική υποδιαίρεση του γροσιού, αν και σποραδικά τον βρίσκουμε να αναφέρεται και αυτοτελώς, π.χ. ο γιατρός στο Μεσολόγγι πέρα από τον μισθό του, 200 γρόσια τον μήνα, έπαιρνε «εξήντα παράδες διά σιτηρέσιον και τέσσερα ταΐνια* ψωμί την καθ’ ημέραν».

Η διάδοση του παρά φαίνεται και από το ότι έφτασε να σημαίνει τα χρήματα γενικώς ήδη από την εποχή του Μακρυγιάννη «παράδες όποιος έχει κι άλλα ασήμια να μην τους πειράζει κανένας», κάτι που συνεχίζεται δυο αιώνες μετά παρόλο που νόμισμα παράς ουδέποτε υπήρξε. Το ίδιο άλλωστε συνέβη και στα τουρκικά αλλά και σε όλες τις βαλκανικές γλώσσες. Να πούμε με την ευκαιρία ότι para είναι υποδιαίρεση, 1/100, του σερβικού και παλιότερα του γιουγκοσλαβικού δηναρίου.

Και με τον παρά υπάρχουν πάρα πολλές εκφράσεις που μάλιστα, το πιο σημαντικό, είναι ολοζώντανες. Λέμε ας πούμε, για κάποιον πλούσιο: έχει παρά με ουρά ή τον φυσάει τον παρά.

Λέμε ακόμα τον έκανε από δυο παράδες / από πέντε παράδες, δηλαδή τον εξευτέλισε, τον ταπείνωσε. Καμιά φορά και με περίεργο πληθυντικό: τον έκανε πέντε παραδιών. Συναφές και το: τον έριξε έναν παρά, του φέρθηκε περιφρονητικά, ταπεινωτικά. Ακόμα, λέμε δεν κάνει παράδες, δηλ δεν χρησιμεύει, δεν ωφελεί σε τίποτα, είναι άχρηστο.

Πολύ ζωντανή είναι και η τουρκότροπη έκφραση μπιρ παρά, κατά λέξη «έναν παρά», που χρησιμοποιείται ιδίως για να δηλώσουμε ότι κάτι πουλιέται ή αγοράζεται πολύ φτηνά, κοψοχρονιά, αντί πινακίου φακής. Επειδή όμως σήμερα οι τουρκομαθείς δεν είναι τόσο πολλοί, συχνά το «μπιρ» το αντικαθιστούν κάποιοι με το επίσης τουρκοφερμένο «μπιτ» και λένε «μπιτ παρά» (δεν θα το πιστέψετε, αλλά έχουμε σχετικό άρθρο).

Και βέβαια η σημασία του νομίσματος μικρής αξίας διατηρείται στη φρασεολογία μας. Για κάποιον άχρηστο ή για πράγμα μηδαμινής αξίας λέμε δεν αξίζει έναν παρά, ή μπορούμε να πούμε είναι δέκα στον παρά. Όταν δηλώνουμε περιφρονητική αδιαφορία για κάτι ή για κάποιον, λέμε δεν δίνω έναν παρά, όπως για παράδειγμα δεν δίνει για άντρες έναν παρά (ή τουλάχιστον έτσι λέει) η μοντέρνα γυναίκα που θα καπνίζει και θα ψηφίζει.

Ο ένας παράς λοιπόν είναι αμελητέος, αλλά αν χάσει το αριθμητικό και γίνει σκέτος παράς, τότε μεγαλώνει απροσμέτρητα η αξία του και γίνεται κυρίαρχος του κόσμου: ο παράς, το χρήμα: με τον παρά μου και την κυρά μου, όλα γίνονται αν έχεις χρήματα, ή αλλιώς: έχεις παράδες, σου κάνουν τεμενάδες.

Το πιο αξιοσημείωτο με τον παρά είναι ότι με τον υποκορισμό δεν μικραίνει, αλλά μάλλον αβγατίζει. Όποιος «έχει παραδάκι» είναι για να τον ζηλεύουνε, όχι να τον λυπούνται. Προσοχή όμως γιατί «η φτήνια τρώει τον παρά».

Έχω την αίσθηση ότι στη Βόρεια Ελλάδα ακούγεται περισσότερο ο παράς και οι παράδες και όχι μόνο σε στερεότυπες εκφράσεις. Θα επιβεβαιωθεί από τα σχόλιά σας.

Και πέρα από το παραδάκι έχουμε και τον παραλή, αυτόν που έχει λεφτά δηλαδή, ενώ έχουμε και τον παραδόπιστο, δηλαδή τον φιλοχρήματο, που θεωρεί υπέρτατη αξία το χρήμα.

Αντίστοιχο του παραλή βρίσκω στο Ιστορικό Λεξικό τη λέξη γροσιάτης και γροσάς, αυτός που έχει πολλά γρόσια. Οι λέξεις αυτές έχουν πια σβήσει, όπως έχει σχεδόν σβήσει και ο ταλαράς, που έχει πολλά τάλαρα. Ο λεφτάς βέβαια καλά κρατεί, παρέα με τον παραλή.

Γιατί έσβησε η μια λέξη και διατηρήθηκε η άλλη; Ποιος ξέρει, αυτή είναι η μαγεία της γλώσσας, που κάνει πολλές φορές απρόβλεπτες τρίπλες. Ας πούμε, γιατί παραδόπιστος και δραχμοφονιάς/φραγκοφονιάς και όχι δραχμόπιστος και παραδοφονιάς; Κανείς δεν ξέρει, το μόνο βέβαιο είναι ότι τα μεν λέγονται και τα δε δεν λέγονται.

Αλλά αυτά είναι μάλλον σκέψεις για άλλο άρθρο. Οι παράδες τελειώνουν εδώ.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.