cf80ceafcf83cf89 ceb1cf80cf8c cf84cebfcebd ceaecf87cebf cf84cebfcf85 cebdceb5cf81cebfcf8d ceb7 cf84ceaccf84cf83ceb7 cebaceaccebdceb5
tatsh
 
Του Θάνου Κάππα
 
«Κατά μια έννοια αναζητούμε στο βιβλίο την αρχική μας εκτύπωση – το αντίγραφό μας, το ποίημα που είμαστε– και, κατά μια άλλη έννοια, αναζητούμε την ανέκδοτη σελίδα που δεν υπήρξαμε ποτέ. Με άλλα λόγια, για να γυρίσουμε τη σελίδα ενός βιβλίου, πρέπει να αναγνωρίσουμε τον εαυτό μας σε αυτό που διαβάζουμε και, ταυτόχρονα, να χαθούμε μέσα σε αυτό που διαβάζουμε». Μάσιμο Ρεκαλκάτι
 
Έπεσα πάνω στο απόσπασμα αυτό του Ρεκαλκάτι τις ημέρες που διάβαζα το βιβλίο της Γεωργίας Τάτση «Πίσω από τον ήχο του νερού» κι ένιωσα να περιγράφει με ακρίβεια το συναίσθημα που είχα κατά την ανάγνωση: απόλυτη συγγένεια και εγγύτητα, ταύτιση σχεδόν, ένα αίσθημα πως το βιβλίο σε ξέρει, σε διαβάζει, πως είσαι εσύ αυτός που μιλάει εκεί. Και συγχρόνως βύθισμα, κατάδυση, εγκατάλειψη στον τρόπο του άλλου, στον κόσμο του άλλου, στο δικό του παράλληλο σύμπαν. Αν μπορούσα να το κάνω εικόνα θα έλεγα πως συγγραφέας και αναγνώστης στέκονται στην άκρη ενός βράχου πιασμένοι από το χέρι, από κάτω η θάλασσα, κι η συγγραφέας δίνει το σύνθημα: πηδάμε!
 
Δεν είναι εύκολο να περιγράψει κανείς τι ακριβώς πραγματεύεται το βιβλίο. Το συνοψίζει πάντως εξαιρετικά η ίδια, σε συνέντευξή της: “Θα έλεγα πως το «Πίσω από τον ήχο του νερού» είναι μονόλογος της μνήμης. Η επιστροφή του αφηγητή στο πατρικό του αναμοχλεύει το ίζημα στο βυθό της κι αυτό το αναμοχλευμένο ίζημα μιλάει. Μιλάει ο χρόνος, μιλάει το τραύμα, μιλάει το σπίτι, ο τόπος, ο έρωτας, ο θάνατος και η ζωή. Αυτό τουλάχιστον προσπάθησα· να τα κάνω να μιλήσουν με το στόμα του αφηγητή”.
 
Το βιβλίο είναι βαθιά ποιητικό στον πυρήνα του – μια ποίηση δύσκολη, με την έννοια της εξερεύνησης, για συγγραφέα και αναγνώστη εξίσου, σκοτεινών περιοχών της μνήμης και επώδυνων εμπειριών ζωής, μιας υπερευαίσθητης ζώνης αισθημάτων, όπως ας πούμε το δέρμα γύρω από το τραύμα, το οποίο αγγίζεις με προσοχή. Ο τρόπος αυτής της βύθισης, αυτής της γραφής, είναι αποσπασματικός, παραισθητικός, γεμάτος κινηματογραφικές εικόνες και ξέφτια ονείρων, απροσδόκητες συνδέσεις και εκδηλώσεις του ασυνείδητου, τολμηρές συλλήψεις και πρωτότυπες περιγραφές. Το κατόρθωμά της Γ. Τάτση είναι πως όλη αυτή η χαλαρή στη σύνδεσή της αφήγηση, που τη συνέχει βέβαια υψηλή αίσθηση του ρυθμού, αποτελεί μια συναρπαστική, καθηλωτική αναγνωστική εμπειρία. Κι αυτό γατί η γραφή της βρίσκεται σε διαρκή σύνδεση μ’ αυτό που υπάρχει μέσα της, με το υλικό της μνήμης, το κομμάτι της που έχει επεξεργαστεί κι όσο μένει ακόμα θολό ή αδιευκρίνιστο (πάντα το μέρος που μένει σκοτεινό και ανεπεξέργαστο είναι το μεγαλύτερο) – μια αναζήτηση ζωής η οποία είναι συγχρόνως και γλωσσική αναζήτηση, ένα σύνολο που προσλαμβάνει ο αναγνώστης ως ήθος της γραφής. Γιατί, παρότι ελεύθερο και ποιητικό στη σύλληψή του, το βιβλίο δεν είναι άσκηση ύφους, δεν γίνεται σχηματικό ή στείρα φορμαλιστικό, δεν ναρκισσεύεται, δεν εξαντλεί το περιεχόμενό του στις ευφάνταστες εικόνες του. Καταφέρνει να δημιουργήσει σαφές, διακριτό γλωσσικό ύφος που στηρίζει το συγγραφικό εγχείρημα, χωρίς να το καβαλάει.
 
Η μάνα μου έτρωγε το ρο όσο ζούσε, δεν μπορούσε να προφέρει το ρο. «Αγόγι μου» έλεγε «γλυκό μου αγόγι», κι ύστερα μαζί με το ρο έτρωγε όλη τη λέξη, έτρωγε λέξεις. Έφαγε όλους τους ανθρώπινους ήχους, όλους τους επίγειους ήχους, έφαγε ως και την ανάσα της επειδή δεν είχε κάποιον να του αφηγηθεί τον καλπασμό της· δεν είχε κάποιον να του αφηγηθεί αυτό που της συνέβαινε· δεν υπήρχε κανείς να καταλάβει αυτό που εκείνη δεν μπορούσε να εξηγήσει.
 
Η αλήθεια είναι πως δεν θυμάμαι αν πράγματι την είχα δει νεκρή. Το πιθανότερο είναι να είδα το φέρετρο κλειστό και να τη φαντάστηκα εκεί μέσα να κοιμάται. Η μάνα μου κοιμάται. Ίσως έτσι να την ονειρεύτηκα. Ίσως πάλι να έφτιαξα στο μυαλό μου μια αναπαράσταση με το πρόσωπό της, αφού τα μικρά παιδιά που χάνουν τη μητέρα τους χρειάζονται το πρόσωπό της να την κρατήσουν ζωντανή.
 
Προσωπικά ήρθα σε επαφή με την πεζογραφία της Γ. Τάτση πολύ πρόσφατα – είδα τυχαία το προηγούμενο βιβλίο της, το «Γάμπαρη Αμβρακικού» και ενστικτωδώς ένιωσα να συνδέομαι μαζί του, ίσως λόγω της καταγωγής μου. Και τα δύο βιβλία της, Χορός στα ποτήρια και Γάμπαρη Αμβρακικού, έχουν εκδοθεί από τον Γαβριηλίδη και φυσικά δεν κυκλοφορούν πλέον (ένα πραγματικό πρόβλημα για τόσους συγγραφείς). Η ίδια είχε την καλοσύνη να μου τα στείλει και χαίρομαι πολύ που ανακάλυψα μια πεζογραφία τόσο ώριμη και μεστή, έναν άνθρωπο ευθύ, ευαίσθητο και ειλικρινή. Θεωρώ πως με το Πίσω από τον ήχο του νερού, πατώντας στα προηγούμενά της, κάνει κι ένα τολμηρό βήμα μπροστά, παίρνοντας μεγάλη ελευθερία στη διαχείριση του υλικού της, δημιουργώντας μια πεζογραφία απόλυτα προσωπική, με σημαντικές κατακτήσεις -όχι εμφανείς με την πρώτη ματιά-, μια πεζογραφία που δεν χαρίζεται καθόλου στον αναγνώστη αλλά τον καταλαμβάνει εξ ολοκλήρου αρπάζοντάς τον από την πρώτη της λέξη, αφήνοντάς τον μόλις ενενήντα σελίδες μετά, ουσιαστικά βαθύτερο και πλουσιότερο. Είναι ένα μικρό, πυκνό βιβλίο, ένα κομψοτέχνημα γραφής, το οποίο σε επηρεάζει βαθιά και σου εντυπώνεται. Γιατί είναι γλώσσα, είναι τέχνη και είναι ζωή.
 
«Ήμασταν είκοσι χρόνων. Ανεβαίναμε, ανηφορίζαμε την πλαγιά του βουνού τυφλωμένοι από την ασπράδα του χιονιού, βουλιάζαμε μέσα της, μας κατάπινε, προχωρούσαμε, κρυώναμε, συνεχίζαμε. […] Καθίσαμε κάτω και αγκαλιαστήκαμε, κυλιόμασταν αγκαλιασμένοι κι όσο αγκαλιαζόμασταν τόσο αυτό που έκαιγε μέσα μας μας δημιουργούσε την πεποίθηση πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ζεστό από το χιόνι. Όσο μεγαλώναμε και μαθαίναμε πώς να κοιτάζουμε βαθιά ο ένας μέσα στον άλλον, μεγάλωνε και η βεβαιότητά μου πως εκεί, μέσα σ’ εκείνη τη λευκότητα βρίσκεται η ρίζα· μέσα σ’ εκείνη τη λευκότητα βρίσκεται η αρχή και το τέλος αυτού που ζούμε».
 

The post "Πίσω από τον ήχο του νερού": Η Τάτση κάνει ένα τολμηρό βήμα μπροστά appeared first on Vakxikon.gr – Vakxikon.gr Media & Publishing Group.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.