cebf cebccf85ceb8cebfcf80cebbceb1cf83cf84ceb9cebacf8ccf82 cebacf8ccf83cebccebfcf82 cf84ceb7cf82 cf83cf8ccebdceb9ceb1cf82 ceb6ceb1cf87

Δέκα συναρπαστικά διηγήματα συγκροτούν τη συλλογή της Σόνιας Ζαχαράτου Σκέπασέ με μονάχα (Συρτάρι, 2022). Είναι γραμμένα με τρόπο μοντερνιστικό, κυρίως με την τεχνική του εσωτερικού μονολόγου.

Ο εσωτερικός μονόλογος εστιάζει στη ροή των σκέψεων των πρωταγωνιστών. Οι ήρωες ή οι ηρωίδες βρίσκονται βυθισμένοι στην υποκειμενικότητα του βιώματός τους και προσπαθούν να αποδώσουν λεκτικά τη συνειδησιακή τους κατάσταση. Τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι αναμνήσεις, περνούν σαν εικόνες μιας ταινίας. Η αλληλουχία τους είναι εσωτερική, σχετίζεται με την ιδιαίτερη ψυχοσύνθεση και την ιστορία τους.

Κυρίως επιφωνηματική και δραματική η γλώσσα του εσωτερικού μονολόγου, με στοιχεία έντονης συγκινησιακής φόρτισης, εκφράζεται στο πρώτο ενικό πρόσωπο, της εξομολόγησης και της μαρτυρίας· αλλά και στο δεύτερο, της συνομιλίας, «μιας παραπλανητικής ωστόσο συνομιλίας που υπογραμμίζει την μοναχικότητα του μονολογούντος και τη διχοτομία του ανάμεσα στο εγώ και το alter-ego» [1].

Οι ιστορίες της Σόνιας Ζαχαράτου στη συλλογή Σκέπασέ με μονάχα, γραμμένες σε πρώτο και δεύτερο πρόσωπο, δίνουν έμφαση στον ψυχισμό, ο οποίος και πριμοδοτείται έναντι των υπολοίπων εστιάσεων, της περιγραφής ή της αφήγησης για παράδειγμα, τεχνικές οι οποίες ωστόσο όποτε χρησιμοποιούνται, παρουσιάζουν υψηλή αισθητική και ποιότητα. Πρωτοτυπούν, γιατί στις περισσότερες εισχωρεί το ποιητικό στοιχείο, προσδίδοντας έναν τόνο φαντασιακό και ονειρικό στον μύθο, που γοητεύει. Μάλιστα, η ιστορία «Νοσταλγία», με θέμα τον χρόνο, είναι ένα ποίημα μοντερνιστικής γραφής.

Το τρένο… Το τρένο…/ Ταχεία 535 με προορισμό τον βορρά…// Προχωράει το τρένο./ Προχωράει, βαριανασαίνει, ασθμαίνει,/ προχωρά βαθυπράσινο νωχελικό ερπετό,/ προχωράει, φρενάρει, ανιχνεύει το χέρσο τοπίο,/ μερικές λυγερές αγριάδες, έναν καμένο κορμό… […] (σελ. 65).

Οι περσόνες, μέσα από τις οποίες επιλέγει να μιλήσει η Ζαχαράτου, είναι πρόσωπα καθημερινά που υποφέρουν από τα τραύματα ή τη μνήμη. Η ηλικιωμένη κυρία Ευανθία, η γυναίκα που ταλανίζεται από τη βία του συζύγου, ο κακοποιημένος γιος, η μάνα με το βρέφος κάτω από τα ερείπια του σεισμού, ο καταδιωγμένος πρόσφυγας, η πόρνη, θίγουν καίρια ανθρώπινα προβλήματα, την απώλεια, τον θάνατο, τη μοναξιά, τον έρωτα, την απιστία, τη διάψευση, το εσωτερικό αδιέξοδο. Αλλά και κοινωνικές παθογένειες, τη βία, την κακοποίηση, τον βιασμό, τη φτώχεια, την προσφυγιά.

Το βεληνεκές των ιστοριών είναι ισχυρό. Συγκινούν και θέλγουν με τη διάταση της γλώσσας, την ικανότητα της εμβάθυνσης στον ανθρώπινο ψυχισμό. Οι εικόνες άλλοτε τρυφερές και άλλοτε εφιαλτικές, διανθίζονται από έναν υποφώσκοντα υπερρεαλισμό, ο οποίος σαν σε όνειρο εξορμά από το ασυνείδητο, από τους απωθημένους φόβους και τις επιθυμίες μας. Πρωτότυπες μεταφορές καθηλώνουν με τη δύναμή τους.

[…] Σκέφτομαι… Στο βαπόρι βλέπαμε και το βράδυ. Με κάτι λάμπες αδύναμες. Φως λιγοστό, ίσα ίσα για να προχωρήσεις, να σηκωθείς, να πλυθείς, να φας… Τώρα στέκομαι στο παράθυρο. Να, αυτή είναι η πλώρη. Ναι, είναι η πλώρη μου. Το μαρμαράκι, η κουπαστή μου. Ο δρόμος μια γκρίζα θάλασσα χωρίς κύματα. Γκρίζα σαν πολτός. Ξεσφίγγω τα χείλη και κάνω «βουουουου…», όπως έκανε και το βαπόρι που το κυβερνούσε ο πατέρας. Κυβερνήτης! Ωραία λέξη. σοβαρή. Μεγάλη και βαριά…. Αυστηρή. Όταν περνά το κόκκινο αυτοκίνητο με μουσική που κάνει φασαρία, εγώ κάνω «βουουου…», για να του απαντήσω. Είμαστε σαν δύο πλοία στην ίδια θάλασσα. […] («Η κυρία Ευανθία», σελ. 17)

Η σχέση με τους γονείς, η παιδικότητα, η ενηλικίωση, η ψυχική ασθένεια, οι νεκροί, ο έρωτας, η ηδονή. Με έκφραση ωμή, ανάμεσα στον ρεαλισμό και τη φαντασία, το δράμα και τον λυρισμό, η Σόνια Ζαχαράτου στη συλλογή διηγημάτων της Σκέπασέ με μονάχα διεκτραγωδεί καταστάσεις ανθρώπινες που ταράζουν και εσωκλείονται στη μνήμη. Τα επιδραστικά της κείμενα, με γλώσσα κεντημένη θαρρείς, έχουν έναν αέρα, ένα μπρίο. Ελεγειακός ο τόνος, με μία κρυφή μελαγχολία για την ανθρώπινη ύπαρξη και τις αδυναμίες της, εμποτίζεται με χιούμορ, πικρό συχνά και σκωπτικό, όμως θελκτικό.

[…] Δεν κρατήθηκα. Ούρλιαξα. Ούρλιαξα. Είδα τα ουρλιαχτά μου να τρυπούν τη νύχτα και να κατεβάζουν τ’ αστέρια στη γη και να σκίζουν τα μάτια μου. Τα δάχτυλά μου απλώνονταν, τέντωναν, έγινα όλος δάκτυλα που χώθηκαν ξαφνικά και αναπάντεχα σε κάτι μαλακό, εύπλαστο, ζεστό σαν παρηγοριά. Το άρπαξα με δύναμη, δεν ήξερα τι ήταν. Όχι, δεν ήξερα, όχι. Μετά κατάλαβα. Χωρίς να το θέλω, έπνιγα αργά και βασανιστικά μιαν όρνιθα, όχι, δεν το είχα ξανακάνει, την έπνιγα καθώς τα χέρια μου έπρεπε από κάπου να πιαστούν, κάπου να απελευθερώσουν τον τρόμο. […] («Ο πατέρας», σελ. 44)

Σημείωση

1. Μαίρης Μικέ-Λένας Γκανά, «Εσωτερικός μονόλογος. (Αναδρομική περιδιάβαση και σύγχρονη προβληματική μιας αφηγηματικής τεχνικής)», Φιλόλογος, 48 (Καλοκαίρι 1987) 143-145. Ηλεκτρονικά εδώ (τελευταία πρόσβαση 20. 7. 2023).

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: ©Mary Sauer. Δείτε τα περιεχόμενα του ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

2e06cc a15b66561d0242e1a2a2a44a5d0c50damv2

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *