cebf cebbceafceb8cebfcf82 cf84cebfcf85 cebacf8ccf83cebccebfcf85 cebaceb1ceb9 ceb7 ceb1cebdceaccf83ceb1 cf84ceb7cf82 cf80cebfceafceb7cf83

Ειρήνη Παραδεισανού, Παιδικές παλάμες, εκδ. Βακχικόν, Αθήνα 2021.

Το 2018 έγραφα για το αμέσως προηγούμενο βιβλίο της Παραδεισανού Στη φλέβα της πέτρας σε προσωπικό σημείωμα που της απέστειλα, ότι τα ποιήματά της είναι ποιήματα της ύπαρξης και ποιήματα ποιητικής. Ότι η συλλογή κατέθετε το πρόβλημα της ποίησης και το πρόβλημα του κόσμου. Και τα δύο αυτά είναι προβλήματα του ποιητή. Γι’ αυτό η ποιήτρια οιονεί έθετε και τα δύο ως ερωτήματα: «τι είναι η ποίηση;» και αποφαινόταν: «αίμα και ανάσα». «Τι είναι ο κόσμος;» «Μια πέτρα, που αν και τρύπια, βαραίνει μέχρι πνιγμού». Σαν αυτούς τους πνιγμούς που συντελούνται καθημερινά στο Αιγαίο και όχι μόνον! Τι πρότεινε λοιπόν η Παραδεισανού με το προηγούμενο βιβλίο της; Συνοψίζω παραφράζοντας τα ποιητικά της ρήματα: «Στη βαριά ανάσα του κόσμου, την ανάσα της ποίησης! Στη βαριά πέτρα του, τα καυτά και λάμποντα πετράδια της ποιητικής γλώσσας που καίει τους συρμούς και φωτίζει τα έγκατα.»

Έτσι της έγραφα, και δεν αποσύρω τίποτε από αυτά και για την εν λόγω ποιητική συλλογή της: Παιδικές παλάμες. Η Παραδεισανού δεν έχει αποστεί από την ποιητική της οπτική, ωστόσο έχει προσθέσει εύρος και βάθος στον ποιητικό της τρόπο και στοχασμό. Ο διάλογός της με τον εαυτό της και τον κόσμο έχει αποκτήσει αναβαθμούς.

Ας δούμε λοιπόν αυτόν τον διάλογο, του οποίου και είμαστε αποδέκτες με τούτο το βιβλίο. Ο τίτλος αλλά και η φωτογραφία του εξωφύλλου μας προϊδεάζουν! Η αφιέρωση-μότο στο εσώφυλλο για τα παιδιά της Μαλακάσας –τα προσφυγόπουλα– αλλά και για τα παιδιά των ημερών που έρχονται πάντοτε (αλίμονο του ναυαγίου-εγκλήματος της Πύλου, πρόσφατα) ενισχύουν και επεξηγούν αρκούντως την κεντρική στόχευση της ποιήτριας, ενώ το εσώφυλλο επίσης παράθεμα από τον περιώνυμο Γερμανό στοχαστή και αισθητικό κριτικό της λογοτεχνίας Βάλτερ Μπένγιαμιν λειτουργεί από τη μια ως αυτοσχόλιο της Παραδεισανού για τα κείμενα-ποιήματά της και από την άλλη μπορεί να εκληφθεί και ως δικό της credo για την ίδια την ποιητική λειτουργία στην αισθητική και ηθική διάστασή της. Διαβάζω το σχετικό παράθεμα, για να αποσαφηνίσω την επισήμανσή μου: «Στα κείμενα που μας αφορούν εδώ η ενόραση μόνον έρχεται σαν αστραπή. Το κείμενο είναι η βροντή, που ηχεί με μεγάλη καθυστέρηση», έτσι λέει ο Μπένγιαμιν. Υπό την έννοια αυτή τα ποιήματα της συλλογής είναι οιονεί αστραπές και βροντές στον συννεφιασμένο ουρανό της ανθρωπότητας.

Αυτή η διάδραση της ποίησης με τη σκοτεινή ύλη της ιστορίας προσδίδει κοινωνική, ηθική και ευρύτερα πολιτική διάσταση στα ποιήματα της Παραδεισανού, από την άλλη θέτει το ερώτημα της δύναμης και της αδυναμίας του ποιητικού λόγου, του ρόλου δηλαδή που αυτός επιτελεί ή μπορεί να επιτελέσει. Είναι ζητήματα που απασχολούν διαρκώς και έντονα την ποιήτρια, ζητήματα που αναχωνεύονται στους στίχους της, πότε με τη μορφή της αγωνιώδους και έμπονης κραυγής («παιδικές παλάμες»), πότε με τη μορφή καυστικής, καρυωτακικού τύπου, ειρωνείας και μπήτινγκ στυλ («Αξιέραστοι ποιηταί»), πότε με τη μορφή απεύθυνσης –είναι της μόδας πια η λέξη– στους αναγνώστες και στον εαυτό της («Λοβοτομής εγκώμιον», «Το άλογο του Τορίνο», «Λαξευτής της γης»).

Αυτές οι μορφικές επιλογές διαμορφώνουν έναν ποιητικό λόγο συγχρόνως εξωστρεφή και εσωστρεφή, αυτοαναφορικό και ετεροαναφορικό με έντονους όρους διακειμενικότητας, ατομικό και συλλογικό, επιθετικό και αμυντικό στα δεινά του κόσμου. Και αυτό ακριβώς δηλώνει ότι ο ποιητικός ψυχισμός πάλλεται, κινείται και συγκινείται από την ανθρώπινη πράξη, δεν συγκινεί απλώς. Δεν μπορώ να μη θυμηθώ σε αυτό το σημείο τη ρήση του Γιώργου Χειμωνά, που λέει ακριβώς αυτό: «η εποχή μας έχει ανάγκη όχι από τον συγκινητικό αλλά από τον συγκινημένο άνθρωπο». Η γραφή της Παραδεισανού το καταθέτει επίσης και το υποστηρίζει με εύδηλο τρόπο. Η ποιήτρια συγκινείται απέναντι στα πάσης πνοής και φύσεως ασθενή και ανυπεράσπιστα τούτου του κόσμου (ανθρώπους και ζώα) ότι αυτά κατά την παύλεια γραφή «καταισχύνουσιν τα ισχυρά και τα αγενή του κόσμου» (προς Κορινθίους Α΄ 1, 27-39).

Υπό την έννοια αυτή, το ανθρώπινο πάθος επικρέμαται στο ποιητικό λέγειν, και αυτός ο εναγκαλισμός λειτουργεί διπλά, από τη μια περισφίγγει τον ποιητικό λόγο μέχρι αποδιαρθρώσεώς του, από την άλλη όμως δημιουργικά συνομιλεί μαζί του. Ανθρώπινο πάθος και γλώσσα, σώμα και στόμα συναρθρώνονται στην ποιητική σκηνοθεσία (για να θυμηθούμε την Τζίνα Πολίτη και τη μελέτη της Περί πάθους, εκδ. Άγρα 2006), με ζητούμενο το μετά τη συγκίνηση πεδίο, που είναι το πεδίον της έγερσης, για να μην πω εξέγερσης.

Θυμίζω ότι το ρήμα εγείρω τινά σημαίνει ξυπνώ κάποιον, αφυπνίζω, εξεγείρω. Στόχος είναι λοιπόν η έγερση, η αφύπνιση –παντοτινό αίτημα από την εποχή ήδη του Ηράκλειτου, ο οποίος και σημείωνε ότι «ου δει, ώσπερ καθεύδοντας, ποιείν και λέγειν= Δεν πρέπει να ενεργούμε και να μιλούμε σαν κοιμισμένοι». (απόσπ. 73). Υπό την έννοια αυτή, τα ποιήματα της Παραδεισανού δομούνται στη φόρμα: ανθρώπινο πάθος→συγκινημένη και συγκινητική ποιητική γλώσσα→ ζητούμενη πραγματιστική δράση. Με άλλα λόγια, ο ορίζοντας του ανθρώπου ατενίζεται όχι μόνον με τους όρους της ποιητικής επιτέλεσης της γραφής αλλά και με τους όρους της κοινωνικής επιτέλεσής της. Περίτρανα μπορούμε να δούμε τους όρους αυτής της σκηνοθεσίας στο πρώτο κιόλας ποίημα που σφραγίζει με τον τίτλο του όλη τη συλλογή. Οι καταληκτικοί μάλιστα στίχοι: «κι οι παιδικές παλάμες με χτυπούν να ξυπνήσω» συμπυκνώνουν το ζητούμενο. Έτσι η παιδική ηλικία και ό,τι εκπορεύεται από αυτήν γίνεται υπόθεση της ποίησης –πάντοτε ήταν ασφαλώς και όχι μόνον της ποίησης αλλά και της φιλοσοφίας και της θεολογίας. Το παιδί παρουσιάζεται στην ιστορία της τέχνης και του στοχασμού ως πρότυπο κατανόησης του κόσμου, από τον ηρακλείτειο παίδα που παίζει ζάρια στο ποτάμι του, μέχρι τα παιδία του Ευαγγελίου που κληρονομούν τη βασιλεία έως τελικώς την ποιητική ρομαντική ενατένιση της αθώας παιδικότητας του λυρικού προσώπου.

Αλλά η ενατένιση της Παραδεισανού δεν είναι λυρική και ανέξοδα ρομαντική, είναι τραγική, γιατί βλέπει πώς η ενήλικη ανθρωπότητα συμπεριφέρεται στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Είναι επί της ουσίας μια ανθρωπότητα που στην πορεία της αφαιρεί την παιδικότητα από τον βηματισμό της. Μια ανθρωπότητα ενηλίκων ενόχων, μια ανθρωπότητα για την οποία ζητείται κάθαρση –αυτό ζητά η αριστοτελική ποιητική για την τραγωδία. Αρκεί να σκεφτούμε όχι μόνον τα ασυνόδευτα παιδιά αλλά και τα παιδιά που χάνονται στις θάλασσες του κόσμου στην προσπάθειά τους να τις διαπλεύσουν, αλλά «οι θάλασσες δεν αντέχουν να ҆ναι τίποτε άλλο παρά θάλασσες», όπως λέγεται προσφυώς στο ομότιτλο ποίημα, και τούτο φτάνει για να τις βαραίνει. (βλ. το ποίημα: «Η θάλασσα δεν αντέχει να ҆ναι τίποτε άλλο παρά θάλασσα»).

Η συλλογή «Παιδικές παλάμες» είναι φορτωμένη από το βάρος του κόσμου, από αυτό το σταυρικό ίνα τι; –επιτρέψτε μου να το ανασύρω. Στο εξαιρετικό ποίημά της «Το άλογο του Τορίνο» συμβολοποιεί αυτό το βάρος στα χέρια του Νίτσε που αγκάλιασαν με λυγμούς τον λαιμό του άγρια δαρμένου γέρικου αλόγου από το αφεντικό του, στο κομμένο επί πίνακι κεφάλι του βοώντος εν τη ερήμω του κόσμου Ιωάννη, στην τέχνη του Χαλεπά και του Βαν Γκογκ, στο κομματιασμένο και ραμμένο κορμί της διάσημης αντισυμβατικής Μεξικάνας ζωγράφου Φρίντας Κάλο.

Αυτό το βάρος προβάλλεται επίσης σε άλλα ποιήματα με τα σύμβολα της πέτρας και του καρφιού. Και τα δύο αρχαία ήδη σύμβολα της πάσχουσας ύπαρξης: ο Σίσυφος και η πέτρα, η τραγική Νιόβη που μεταμορφώνεται σε πέτρα που στάζει δάκρυα, ο Προμηθέας που αλυσοδένεται σε βράχο, ο Ιησούς των ήλων και του βαρέος, για να αποκυλιστεί, λίθου. Στους στίχους της Παραδεισανού βρίσκουμε πότε την πέτρα και πότε το καρφί στο στέρνο. Παραθέτω ενδεικτικά στίχους: «Την πέτρα που κουβαλώ στο βραχνό στήθος/ μου δίνουν ματζούνια να σπάσω. […] Να γίνω πέτρα θέλω πυρωμένη/ ν’ αντέχω τα χτυπήματα του πλάστη/ και να σας δώσω τη φωτιά/ ν’ αναστηθείτε («Τέσσερα ασάλευτα ποιήματα»). Επίσης: «α /κι η ομορφιά πονάει / ειδικά αυτούς που πλάστηκαν με το καρφί στο στέρνο («Πόνος στο διάφραγμα»).

Αλλά η ποίηση δεν είναι μόνον η στιχοπλόκος θρηνωδός και η επαγγελματίας τραυματιοφορέας του ιστορικού ανθρώπου· η ποιήτρια παρότι φλερτάρει με την απορία-αμηχανία-αδυναμία της ποίησης απέναντι στους εμπτυσμούς, τις μάστιγες, τις κακώσεις και τον θάνατο, εντούτοις –το είδαμε σε έναν στίχο της πιο πριν (και να σας δώσω τη φωτιά ν’ αναστηθείτε)– η ποίηση είναι παράλληλα το πετροκάμινο όπου θάλλει μέσα στη στάχτη του η σπίθα, και ο ποιητής είναι ο μόνιμος πυροτεχνουργός αυτού του κόσμου ή, όπως μας λέει σε μιαν άλλη εικόνα της, «ο μόνος λαξευτής της πέτρας που βαραίνει το στήθος της γης» όντας ο ίδιος το μικρό «αηδόνι του Μάη». («Λαξευτής της πέτρας»). Το όπλο του είναι αυτό το μικρό ράμφος και το τραγούδι του ο ήχος από τις λέξεις που λαξεύουν την πέτρα του κόσμου. Η Παραδεισανού μας καλεί να ακούσουμε αυτόν τον ήχο, μας καλεί να κινδυνεύσουμε, αλλά να κινδυνεύσουμε από ποίηση, διότι «όπου ο κίνδυνος, εκεί και το σωτήριον φύεται», έτσι το λέει ο μέγας Χέλντερλιν, ο Γερμανός ρομαντικός του 19ου αι.

Υπό την έννοια αυτή, η συλλογή «Παιδικές παλάμες» καταθέτει πολύ ανθρώπινα και μοιράζεται μαζί μας τον έμπονο στοχασμό, την απελπισμένη απορία, τον καταστατικό φόβο αλλά και τη μαχητική ελπίδα και πίστη στη μεταμόρφωση του κόσμου. Η ποίηση με αυτόν τον τρόπο είναι δίπλα μας, σε όλες τις μικρές και τις μεγάλες μας στιγμές, και στο τραύμα και στο θαύμα, και απαιτεί να μπει μέσα μας! Το ζητούμενο είναι ακριβώς αυτό! Η αλλαγή στον γεωπολιτικό χάρτη του Νου και της Ψυχής του Ανθρώπου. Τον ξεχνάμε αυτόν τον χάρτη!

⸙⸙⸙

[Το κείμενο διαβάστηκε κατά την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής στο καφεβιβλιοπωλείο «Σπείρα» στο Ηράκλειο Κρήτης. Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Mary Sauer. Δείτε τα περιεχόμενα του ένατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

9789606383014

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *