cebf ceb5cebecf89cebccf8ccf84ceb7cf82 cf80ceb1cebdceb1ceb3ceaecf82 cebcceb1ceb2cf81cf8ccf80cebfcf85cebbcebfcf82 ceadcebdceb1 cebdceb5

Μια και σήμερα έχουμε 25 Μαρτίου, σκεφτηκα να βάλω ένα λογοτέχνημα σχετικό με την Επανάσταση. Αρχικά είχα στο νου μου να παρουσιάσω ένα κεφάλαιο από τον Κοτζάμπαση του Καστρόπυργου, του Καραγάτση, παρόλο που αναγκαστικά θα δημοσίευα κάτι χωρίς αυτοτέλεια.

karaneaΈπειτα, θυμήθηκα τον Παναγή Μαυρόπουλο, ένα νεανικό διήγημα του Καραγάτση, γραμμένο το 1933, που έχει χρησιμέψει ως πρόπλασμα, ας πούμε, για τον Κοτζάμπαση.

Το βρήκα στον τόμο Νεανικά διηγήματα (εκδόσεις Εστία), που συγκεντρώνει ανέκδοτα και εκδομένα κείμενα του Μ. Καραγάτση γραμμένα από το 1925 έως το 1933 (θυμίζω ότι ο Καραγάτσης γεννήθηκε το 1908) καθώς και κάποιες αναμνήσεις από τη στρατιωτική του θητεία (που κάποτε θα τις δημοσιεύσω κι αυτές).

Το συγκεκριμένο διήγημα, που φέρει τη χρονολογική ένδειξη 1933, δημοσιεύτηκε το 1934 σε δυο συνέχειες στη Νέα Εστία και στη συνέχεια συμπεριλήφθηκε στην πρώτη συλλογή διηγημάτων του Καραγάτση, «Το συναξάρι των αμαρτωλών». Ο Καραγάτσης επέλεξε να μην αναδημοσιεύσει σε μεταγενέστερες συλλογές του τον Εξωμότη Παναγή Μαβρόπουλο, όπως έκανε με ορισμένα άλλα διηγήματα της πρώτης του συλλογής, είτε επειδή το θεώρησε πρωτόλειο είτε διότι είχε ήδη χρησιμοποιήσει την ίδια ιδέα στον Κοτζάμπαση. Κλίνω προς τη δεύτερη εκδοχή.

(Ο Μαβρόπουλος είναι κοτζάμπασης στη Βοστίτσα, το Αίγιο δηλαδή, ο Μίχαλος Ρούσης στον φανταστικό Καστρόπυργο. Κι οι δυο πηγαίνουν όμηροι στην Τριπολιτσά, εξαπατημένοι κι οι δυο από τον δεσπότη. Κι οι δυο αλλαξοπιστούν. Όταν οι Έλληνες πολιορκούν την Τριπολιτσά, ο Μίχαλος Ρούσης καταφέρνει να βγει κρυφά από την πολιορκημένη πόλη και αργότερα εξαγοράζει την αποστασία του με τον ηρωισμό του στα Δερβενάκια, όπου πολεμάει ινκόγνιτο. Ο Παναγής Μαβρόπουλος δεν μαθαίνουμε τι απόγινε).

Το διήγημα είναι μεν πρωτόλειο αλλά είναι αξιόλογο -νομίζω ότι στο τέλος μόνο ο συγγραφέας δείχνει αμηχανία. Όπως αναφέρει ο επιμελητής της έκδοσης, ένας πρόγονος του Καραγάτση, ο Δημήτρης ή Μήτρος Ροδηθανος ή Ροδόπουλος αλλαξοπίστησε την άνοιξη του 1821 για να σώσει τη ζωή του. Σημειώνω ότι παρόλο που ο Καραγάτσης συνδέεται γενικά με τη Λάρισα, ο πατέρας του, ο Γεώργιος Ροδόπουλος, αν και βουλευτής Τυρνάβου, καταγόταν από την Πάτρα.

Παραθέτω το διήγημα όπως δημοσιεύεται στον τόμο Νεανικά διηγήματα, χωρίς να εκσυγχρονίσω την ορθογραφία. Ίσως δεν έκανα καλά, διότι η ορθογραφία είναι ιδιόρρυθμη και θα σοκάρει ή θα ξενίσει πολλούς. Πράγματι, ο Καραγάτσης αφενός διατηρεί την ορθογραφία της εποχής σε πολλές λέξεις (παληός, ας πούμε) αλλά, το κυριότερο, εφαρμόζει πολύ προχωρημένες ορθογραφικές επιλογές, αφού δεν χρησιμοποιεί τα δίγραφα αυ, ευ, που τα αντικαθιστά με αβ, εβ (Μαβρόπουλος, φέβγω) ούτε και διπλά σύμφωνα (άλος, Έληνας). Αυτά τα δύο σε συνδυασμό έχουν ως αποτέλεσμα μερικές ευφανταστες πραγματικά ορθογραφήσεις όπως ενηάμισυ, κυτούσε. Τέλος πάντων, προσπαθήστε να μη σκαλώσετε στην ορθογραφικήν ιδιορρυθμία.

Ο επιμελητής του τόμου δεν το αποσαφηνίζει απόλυτα, αλλά κατά πάσα πιθανότητα η ιδιόρρυθμη ορθογραφία είναι αυτή που χρησιμοποιήθηκε από τον Καραγάτση στη συλλογή «Το συναξάρι των αμαρτωλών» που δεν την έχω. Αντίθετα, η δημοσίευση του διηγήματος στο περιοδικό Νέα Εστία ακολουθεί την (τότε) καθιερωμένη ορθογραφία (κι έχει τίτλο «Ο εξωμότης Παναγής Μαυρόπουλος»).

Μονοτονίζω, προσπαθώ να ακολουθήσω την ορθογραφία του Καραγάτση και διορθώνω σιωπηρά δυο-τρία τυπογραφικά λάθη της έκδοσης της Εστίας.

Ο ΕΞΩΜΟΤΗΣ ΠΑΝΑΓΗΣ ΜΑΒΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η ώρα ήταν ενηάμισυ, όταν η τοπική αμαξοστοιχία σταμάτησε μπρος στο νυσταγμένο σταθμό. Κανείς δεν υποδέχτηκε τους αραιούς ταξιδιώτες, που χάθηκαν στα μισοσκότεινα δρομάκια της πόλης, σκυφτοί από το βάρος των βαλιτζών τους. Ο σταθμάρχης έριξε μιαν αδιάφορη ματιά στα παληά θλιβερά βαγόνια και την ασθματική μηχανή, ενώ οι υπάληλοι ξεμπέρδεβαν βια­στικά τις τελεφταίες μανούβρες. Όλοι βιαζόντανε νά παν σπίτια τους.

Ο νεαρός ταξιδιώτης, έλπιζε πως θα έβρισκε κανέν’ αμάξι για να κυκλοφορήσει στην άγνωστή του πόλη. Μα η πλατεία του σταθμού ήταν έρημη. Κάποιος περαστικός τον επληροφόρησε ότι το ξενοδοχείο είναι «κατά κει», χωρίς να προθυμοποιηθεί να του δώσει περισότερες πληροφορίες. Ο φίλος μας επήρε τη βαλίτζα του στα χέρια, και βούτηξε αποφασιστικά στη λάσπη των στενών δρόμων.

Ο ουρανός ήταν κατακάθαρος, όπως μόνο στα βουνά μπορεί να είναι. Το πλήθος των αστεριών σκορ­πούσε στον αέρα μια διάχυτη αντάβγεια που έδινε στις γύρω κορφές γραμές καθαρώτατες. Μια εφχάριστη εβωδιά ψύχρας, καμένης κλιματόβεργας, και υγρής γης, πλανιώταν επάνω από τη σιωπηλή πόλη.

Ύστερα από μερικές περιπλανήσεις, ο ταξιδιώτης έφτασε στο ξενοδοχείο, όπου τον υποδέχτηκαν σαν ουράνιο φαινόμενο. Ποιος ταξιδέβει τέτοια μέρα; Του έδωσαν το καλίτερο δωμάτιο, και τσακίστηκαν να του φέρουν το τσάι κομπλέ που εζήτησε.

Όταν όμως ο θυρωρός τού παρουσίασε το απαραίτητο «δελτίο αφίξεως», ο νεαρός εσούρωσε τα φρύδια του. Ομολογούσε κι αφτός μέσα του πως οι φόβοι του ήσαν ήλίθιοι. Ήταν αδύνατο να θυμόταν κανείς τ’ όνομά του στην Τρίπολη, ύστερα μάλιστα από εκατόν δώδεκα χρόνια. Και με κάποιο δισταγμό υπαγόρεψε στο θυρωρό τις ιδιότητές του:

—  Παναγιώτης Μαβρόπουλος, του Βασιλείου, ετών εικοσιέξη, λογοτέχνης, κάτοικος Αθηνών. Ήρθα από την Αθήνα…

—  Σκοπός ταξιδιού; ρώτησε ο θυρωρός.

Ο ταξιδιώτης δεν απάντησε αμέσως. Κύταξε σκε­φτικός προς το παράθυρο, χωρίς τα μάτια του να βλέπουν τίποτα. Ύστερα, σήκωσε τους ώμους του, με δυσφορία.

—  Σκοπός ταξιδιού; Διάφορες υποθέσεις… Μελέτες…

Ο θυρωρός υποκλίθηκε, και φέβγοντας έκλεισε την πόρτα προσεχτικά. Κι ο νεαρός φιλόλογος αναστέναξε με ανακούφιση.

Άνοιξε τη βαλίτζα του, και άρχισε να τακτοποιεί τα πράματά του στη ντουλάπα και τα συρτάρια. Δεν είχε φέρει τίποτα το περιτό μαζί του. Ένα δέφτερο κουστούμι, λίγ’ ασπρόρουχα, και βιβλία, πολά βιβλία.

Ετοποθέτησε συμετρικά τους τόμους πάνω στο τραπέζι, και άρχισε να ξεντύνεται γιά να κοιμηθεί. Προτού πέσει στο κρεβάτι, άνοιξε το παράθυρο, και ξαφνιασμένος είδε, ότι ο ουρανός ήταν σκεπασμένος με σύνεφα. Πού και πού, καμιά νυφάδα εστριφογύριζε μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Εκύταξε το ρολόι του.

Εκόντεβαν μεσάνυχτα.

Πέφτοντας στο κρεβάτι επήρε από το τραπέζι ένα βιβλίο. Ήταν η «Πολιορκία τής Τριπολιτσάς» του Αντρέα Χιώτη. Και διαβάζοντας μια φορά ακόμα, τις σελίδες της, ο Παναγιώτης Μαβρόπουλος, συλογιζόταν την ιστορία του προπάπου του, και το σκοπό του ταξιδιού του στην Τρίπολη.

* * *

Η ιστορία του Παναγή Μαβροπούλου, Κοτζάμπαση της Βοστίτζας, και όμηρου στην Τρίπολη, την άνοιξη του 1821, δεν ήταν άγνωστη στους απογόνους του. Στο αρχείο της οικογένειας υπήρχαν αρκετά ντοκουμέντα, και η παράδοση —η οικογενειακή παράδοση— δικαιολογούσε την προδοσία του με διάφορα επιχειρήματα. Μα όλ’ αφτά, ήσαν γνωστά μόνο στους απογόνους του, και σε ένα στενό κύκλο ιστοριοδιφών. Όταν ο Αντρέας Χιώτης, με την «Πολιορκία της Τριπολιτσάς» ξανάφερε στην επικαιρότητα το ξεχασμένο αφτό ζή­τημα.

Εκείνον που εσκαντάλισε το ξαναζωντάνεμα της παληάς ιστορίας, ήταν ο δισέγγονος τού βοστιτσάνου κοτζάμπαση, Παναγιώτης Μαβρόπουλος κι αφτός, και χαϊδεφτικώτερα Τάκης. Ούτε αφτός, ούτε η οικογένειά του είχαν την αφστηρή προγονολατρεία, ωρισμένων παληών οικογενειών, που δεν ξεχνούν τους απώτερους γενήτορές τους, ή μερικών νέων φτασμένων, που παρ’ όλη την καλή θέλησή τους, δεν μπορούν να τους θυμηθούν.

Οι Μαβρόπουλοι, άνθρωποι εγωιστές και δρα­στήριοι, εφάρμοζαν το Ναπολεόντειο: «Η ιστορία της οικογένειάς μου, αρχίζει από εμένα». Γι’ αφτό, η προδοσία του προγόνου τους, δεν έριχνε καμιά ύποπτη σκιά στην οικογενειακή τους ιστορία. Η ντρο­πή, μόνο από τις κακές πράξεις της ιδιωτικής ζωής των ανθρώπων γενιέται. Μα ο άντρας που έχει δη­μόσια ζωή, οσοδήποτε κακή και ανήθικη, δεν χάνει τίποτε από την εκτίμηση της Κοινωνίας, αν όχι της Ιστορίας. Ποιος θα ντρεπόταν ποτέ, αν ήταν απόγονος του Θεμιστοκλή, του Παφσανία, έστω και του Εφιάλτη; Οι ενδοξότερες οικογένειες της Γαλίας δεν επήγαν στη Γκομπλέντς; Ο Βίκτωρ Ουγκώ δεν ετραγούδησε τις παρθένες του Βερντέν; Μήπως ο Μαρμόν δεν είναι ιστορικό πρόσωπο; Κι ο Θανάσης Βάγιας;

Μα ο νεώτερος ιστορικός κ. Αντρέας Χιώτης, δεν παραδεχόταν αφτή τη θεωρία. Γι’ αφτόν ο προδότης είνε σκουλίκι της γης, θαμένο από την περιφρόνηση των συγχρόνων του, και της αιωνιότητας. Στο βιβλίο του, μάλιστα, μεταχειρίζεται μερικές φράσεις πολύ αφστηρές και φιλολογικές, για να καφτηριάσει την πράξη του Μαβρόπουλου.

Ενοείται ότι όλη αφτή η ιστορία δεν εστενοχώρησε διόλου τους σύχρονους Μαβροπουλαίους. Για λίγες μέρες μονάχα, με το ενδιαφέρο κεντημένο, εξέθαψαν από τα συρτάρια παληά δοκουμέντα, και από το χρονο­ντούλαπο σβυσμένες αναμνήσεις, και συζήτησαν αναμεταξύ τους την υπόθεση από τη θεωρητική άποψή της. Και κατόπι ούτε την ξανασυλογίστηκαν.

Ο Τάκης, όμως, έκανε εξαίρεση σ’ αφτόν τον κανόνα. Η καθαρά ανθρώπινη ψυχοσύνθεσή του δεν τον άφινε να παραδεχτεί την πολιτική μόνο φύση της πράξης του προπάπου του. Ένοιωθε υποσυνείδητα, ότι ένας άνθρωπος δεν αποστατεί μόνο και μόνο από ένα ψυχρό πολιτικό υπολογισμό, μα ότι πρέπει να ζητηθούν στην ενέργειά του αφτή, και άλλοι διάφοροι παράγοντες, πιο λεπτοί, πιο ψυχολογικοί, πιο ανθρώπινοι.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ιστορία της πο­λιορκίας της Τριπολιτσάς δεν χύνει όσο φως πρέπει. Παρουσιάζει μόνο τον όμηρο της Βοστίτζας, Μαβρόπουλο, να προδίνει την ιερή υπόθεση της Ελεφθερίας και να γίνεται Τούρκος. Φοράει τη σερβέτα τού αγά, και τριγυρνάει τούς δρόμους της πόλης, απειλόντας τους Χριστιανούς, και τρέμοντας ύστερα, όταν προβλέ­πει τη νίκη του Κολοκοτρώνη. Και γενιέται η απορία: Ο Μαβρόπουλος απαρνήθηκε τη θρησκεφτική και φυλετική του πίστη, μόνο και μόνο για να ποντάρει στο καλίτερο, κατά τη γνώμη του, χαρτί του πολιτικού παιχνιδιού; Αν πιστέψουμε τούς ιστορικούς, ναι. Μα ο Τάκης Μαβρόπουλος, είχε μια υποσυνείδητη δυσπιστία στις ξηρές ερμηνείες της ιστορίας των ατόμων, που φτιάνουν την ιστορία του συνόλου.

Οι σκέψεις αφτές δεν τον άφιναν, και σιγά σιγά το αληθινό παραμύθι του προγόνου του, του έγινε έμονη ιδέα. Καταλάβαινε πως ήταν γι’ αφτόν κάποιο, απροσδιόριστο λίγο, καθήκον, το ξεκαθάρισμα της υπόθεσης αφτής. Και δεν μπορούσε να καταλάβει, ότι κατά βάθος το ενδιαφέρο του ήταν φιλολογικό και τίποτα άλλο. Το ότι αφτή η υπόθεση συνδεόταν με την ιστορία της οικογένειάς του, ήταν ένας λόγος παραπάνω για να του είναι διπλά ενδιαφέρουσα.

Και έτσι εκείνη την παραμονή των Χριστουγένων, εξεκίνησε μόνος του απ’ την Αθήνα για την Τρίπολη, με σκοπό να ξεκαθαρίσει την παληά ιστορία: Το πώς, ακριβώς, δεν το είχε καλοσκεφθεί.

Θα έψαχνε βέβαια στα παληά χειρόγραφα της βιβλιοθήκης του «Πανός». Θα ρωτούσε ίσως μερικούς γεροντότερους, ή και τούς τοπικούς ερασιτέχνες ιστο­ρικούς, που ξέρουν, καμιά φορά, άγνωστες λεπτομέ­ρειες. Εκείνο όμως που θα τον βοηθούσε ιδιαίτερα, ήταν η διαίστησή του. Ήθελε να ζήσει λίγες μέρες στο περιβάλον που γίνηκε η μικρή τραγωδία, ν’ ανασάνει τον ίδιον αέρα, να γεμίσει τα μάτια του με τις αφτές εικόνες. Και όλα αφτά, θα τον βοηθούσαν, όχι ν’ αποδείξει, μα να νοιώσει την αλήθεια.

Αφτά συλογιζόταν ο νεαρός λογοτέχνης ξαπλωμέ­νος στο κρεβάτι του Τριπολιτσιώτικου Ξενοδοχείου, με το βιβλίο του Χιώτη ανοιχτό στα γόνατά του, τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγένων.

* * *

Τον εξύπνησε ένα κρύο ρέμα, και τότε είδε πως το παράθυρο είχε μείνει ανοιχτό. Οι λεφκές νυφάδες εξακολουθούσαν να πέφτουν πυκνές, μέσα στο μάβρο φόντο.

Θέλοντας να κλείσει το ανοιχτό τζάμι, άναψε τη μικρή λάμπα του κομοδίνου με το πράσινο αμπαζούρ. Και μέσα στο αδύνατο φως της, είδε πως δεν ήταν μόνος του μέσα στην κάμαρα.

Εμπρός στο μικρό τραπέζι, ήταν καθισμένο ένα περίεργο υποκείμενο, βυθισμένο στο διάβασμα κάποιου βιβλίου. Οι γραμμές του σώματός του δεν ήσαν πολύ θετικές, είχαν κάτι από τον κυματισμό του φωτός των θερμών κάμπων. Ένα μεγάλο σαρίκι εσκέπαζε το κεφάλι του, ενώ το κορμί του ήταν τυλιγμένο σ’ ένα αντερί από πράσινο βελούδο, γαρνιρισμένο στο λαιμό και στα μανίκια με γούνα. Τα πόδια του, μικρά και αριστοκρατικά, φορούσαν πασούμια με μύτες ανασηκωτές από τσόχα κόκινη.

Εκείνο όμως που έκανε εντύπωση στο νεαρό φιλό­λογο, ήταν το χέρι και το πρόσωπο του αναπάντεχου επισκέπτη του. Το χέρι λεφκό, αριστοκρατικό, κρα­τούσε ένα μακρύ τσιμπούκι φιλντισένιο.

Όσο για το πρόσωπο, που το φως της λάμπας το εχτυπούσε δυνατά, έδειχνε έναν άντρα, όχι πάνω από τριάντα χρόνων, πραγματικά ωραίο, με μάτια γαλανά βαθυστόχαστα και χείλη σαρκώδη, που τα σκέπαζε ένα μικρό ξανθό μουστάκι.

Ο Τάκης, αρκετά σαστισμένος κυτούσε αμίλητος την οπτασία, έως ότου, αφτή πρώτη, σηκώνοντας τα μάτια της από το βιβλίο είπε με φωνή ελαφρά ειρωνική.

—  Πολύ δυνατός αφτός ο κύριος Αντρέας Χιώτης! Δεν ξέρει τι να πρωτοθαβμάσει κανείς στο βιβλίο του, ή μάλλον δεν μπορεί να καταλάβει, τι είναι αφτό το βιβλίο. Αν είναι μυθιστόρημα, η ιστορική εργασία του είναι αξιοσημείωτη. Αν πάλι είναι έργο ιστορικό, η μυθιστορηματική φαντασία του είναι θαβμαστή.

Εμπρός σ’ αφτό τον λεπτό τρόπο της έκφρασης ο νεαρός λογοτέχνης συνήρθε λιγάκι. Βέβαια του έκανε εντύπωση πως ένας τούρκος και μάλιστα παλαιικός είχε μια τέτοια μόρφωση και τόσο οξύ πνέμα. Αλά δεν θέλησε να ξεκαθαρίσει αφτή την απορία κοντά στις τόσες άλες σκοτεινές. Άλωστε εκείνη τη στιγμή η ψυχική του κατάσταση ήταν τέτοια, ώστε να βρίσκει κάποια δικαιολογία και στα πιο απίθανα πράγματα.

— Τί διαβάζετε; είπε, την «Πολιορκεία της Τριπολιτζάς»; Δεν είναι άσκημο βιβλίο…

Ο παράξενος επισκέπτης χαμογέλασε.

— Ναι… είπε. Έχει κάποια ζωή μέσα του. Έχει χρώμα, αφήγηση. Είναι ένα ωραίο ιστορικό μυθιστόρημα…

Από το ανοιχτό παράθυρο, μια ψυχρή πνοή εφύσηξε στην κάμαρα.

— Μου επιτρέπετε να κλείσω το παράθυρο, είπε ο Τάκης. Κάνει ψύχρα.

Ο άγνωστος δεν έφερε αντίρηση, και ξαναβυθίστηκε στην ανάγνωση της «Πολιορκείας». Μα ο Τάκης είχε μια απορία.

— Δεν μου λέτε; είπε. Από πού εμπήκατε; Από το παράθυρο; Η πόρτα είναι κλειδωμένη.

Εσήκωσε τα μάτια του πάνω από το βιβλίο.

— Από πού εμπήκα; Μα, δεν θυμάμαι. Αυτό δεν έχει καμιά σημασία για μένα…

Λέγοντας αφτά, εσηκώθηκε από την καρέκλα. Ή­ταν ψηλός, έφσωμος, και είχε μια θετική επιβλητικότητα.

— Αγαπητέ μου δισέγγονε, είπε, απορώ πώς τόση ώρα δεν εγνώρισες τον προπάπο σου, τον Παναγή Μαβρόπουλο, τον αποστάτη.

Ο Παναγής κάθησε στην άκρη του κρεβατιού, κι άναψε το τσιμπούκι του.

«Παιδί μου, είπε, είσαι ο μόνος απ’ όλη τη γονή μου, που ένοιωσες το δράμα μου, και που ταράχτηκε η ψυχή σου εμπρός σ’ αφτό.

»Σύχρονοι και κατοπινοί, με έκριναν αφστηρά. Με είπαν δειλό, λιπόψυχο, προδότη. Και όσοι δεν απόδωσαν την αποστασία μου στα πιο χαμηλά ένστιχτα του ανθρώπου, τη δικαιολόγησαν με προσπάθεια αποτυχημένης πολιτικής μου. Όλοι αφτοί, έχουν πέσει έξω.

»Τότε, το Μάρτη του 1821 ήμουν είκοσι έξη χρό­νων, όσο και σύ σήμερα, το Δεκέμβρη του 1933. Ξα­πλωνόταν εμπρός μου η Ζωή, ολόκληρη η Ζωή, γελα­στή, χαρούμενη, γεμάτη ηδονές κι ελπίδες.

»Ο πατέρας μου, ο γέρο Θάνος, πεθαίνοντας μου άφησε την εφκή του, χίλια στρέματα σταφίδες, και πενήντα χιλιάδες τάλαρα κολωνάτα στο κιούπι του κατωγιού, και οι Βοστιτσάνοι, με διαλέξαν κοτζάμπαση στη θέση του.

»Σαν επέρασαν τα πρώτα χρόνια του πένθους, παντρέφτηκα. Το μεγάλο, το έρημο Αρχοντικό, οπού τριγυρνούσα μόνος τις θερμές νύχτες του καλοκαιριού, εγέμισε χαρά και ζωή. Η γυναίκα μου, η Ελένη, ήταν τότε δεκαεφτά χρονών, όλο νειάτα, ομορφιά, αγάπη. Από παιδιά αγαπιώμαστε όπως μόνο εκείνο τον καιρό αγαπιόσαντε οι άνθρωποι…

»Εσείς, οι σημερινοί, δε μπορείτε να ξέρετε την εφτυχία ενός τέτοιου γάμου, με την ερωτική ζωή που κάνετε. Για σάς η νόμιμη γυναίκα είναι το τέλος της ατίθασης ηδονής, το λιμάνι της γαλήνης ύστερ’ απ’ το πέλαγο των ερώτων. Μα εμείς πηγαίναμε στο νυφικό κρεβάτι σκεδόν αγνοί. Γνωρίζαμε τον έρωτα με τη γυναίκα μας, η καλίτερα τον ανακαλύπταμε μαζί της…

»Και έτσι, επέρασε ένας χρόνος μεθυσιού, δώδεκα φεγγάρια γεμάτα μέλι γλυκό… Ήμουν είκοσι πέντε χρονών, και ήταν δεκαεφτά.

»Όταν, οι πρώτες τρομάρες, οι πρώτες λαχτάρες, ήρθαν με τον καινούργιο χρόνο, το 1821…

»Όλοι εμείς, τότε, κοτζαμπάσηδες, λογάδες, αρματωλοί, κλέφτες, κληρικοί, όλοι οι ανώτεροι της ρωμηοσύνης, είμαστε μυημένοι στο Μεγάλο Μυστικό. Και περιμέναμε την ώρα της Λεφτεριάς, με ελπίδα μα και φόβο. Γιατί ο Τούρκος, ήταν δυνατός κι η εκδίκησή του σκληρή.

»Μα πού μπορούσε να κρατηθεί ο ενθουσιασμός που έκαιγε μέσα στα στήθη μας; Τρέμαμε από την ανυπομονησία. Δεν ήταν μόνον ο πόθος της ελέφθερης ζωής, τα ιδανικά της Ιδέας. Μα και σαν άτομα, θέλαμε να παίξουμε στο μεγάλο δράμα της Επανά­στασης, ένα ρόλο λαμπρό, ανώτερο. Δε μας αρκούσε να ορίζουμε τα κεφάλια μας, μα τα θέλαμε και στεφανω­μένα με δάφνη. Ο Ναπολέων, δεν είχε πεθάνει ακόμα, κι ο θρύλος του δεν θα σβύσει ποτέ.

»Ήμουν και γω, τότε, φιλόδοξος, ο πιο φιλόδοξος απ’ όλους. Τον λίθον βαλέτω ο αναμάρτητος. Η ιστορία της επανάστασης έχει περισότερους αδελφοσπαραγμούς από μάχες με Τούρκους. Ήμουν και γω φιλόδοξος.

»Όταν λοιπόν ήρθαν τα πρώτα μηνύματα από την Πόλη, από τη Βλαχιά, η καρδιά μου σπαρτάρισε μέσα στο στήθος. Ξεκρέμασα με χέρια τρεμάμενα το καρυοφύλι μου, εχάιδεψα τις βαρειές πιστόλες μου, δοκίμασα την κόψη του δαμασκιού σπαθιού μου. Τα όνειρα φτερούγιζαν ακράτητα εμπρός στα μάτια μου. Η επανάσταση, ο πόλεμος, η μάχη, η δόξα. Όλο το μίσος των αιώνων της σκλαβιάς, ξεχύλισε από μέσα σαν ποτάμι ύστερ’ από βροχή. Και ωρκίστηκα, να δώ­σω και τη ζωή μου στον αγώνα και την περιουσία μου, και όλα, μα σαν νικήσουμε, και λεφτερώσουμε το έθνος μας, θα έπαιρνα τη θέση που μου έπρεπε, την τάξη που μου έδινε η γενηά μου, η αξία μου, η αντρωσύνη μου.

»Με την πρόφαση πως επιθεωρώ τα χτήματά μου, τριγυρνούσα στα γύρω χωριά και με μισόλογα προε­τοίμαζα τους ανθρώπους. Τη νύχτα, με τρόπο ξεγλυστρούσαν από το πίσω πορτάκι του σπιτιού μου τα φορτώματα των ντουφεκιών και της μπαρούτης. Είχα διαλέξει τα παληκάρια μου, είχα διορίσει τα πρωτοπαλήκαρα. Και δεν επερίμενα παρά το σινιάλο.

»Το βράδυ μαζεβώμαστε με χίλιες προφυλάξεις στο σπίτι του Δεσπότη. Δεν είναι ανάγκη να στον περιγράφω. Είναι ο δέφτερος άγιος του Αγώνα, μετά τον Πατριάρχη, ο Αιγιαλείας Θεόκλητος. Μας δεχόταν σιωπηλός και ανέκφραστος, και μάς άκουγε περισότερο, παρά μάς μιλούσε. Σε κάθε βήμα που ακουγόταν στο δρόμο, σε κάθε φωνή, σε κάθε ύποπτο θόρυβο, πεταγόταν από το μεντέρι με κομένα τα ήπατα, κίτρι­νος και τρεμουλιάρης. Φοβόταν μην οι Τούρκοι πάρουν χαμπάρι πως ήταν μυημένος, μην καταλάβουν ότι αφτός ήταν ο σύνδεσμος ανάμεσα στους άλους αδερφούς του Μωρηά και σε μάς.

»Λόγο της καρδιάς δεν μάς είπε ποτέ. Μόνο σαν ερχόταν η στιγμή να μιλήσει κι’ αφτός, άρχιζε ένα κατεβατό γεμάτο φράσεις απ’ τα βιβλία, και λέξεις παχειές χωρίς πίστη και νόημα, και που ακούγαμε με ανοιχτό το στόμα από το θαμασμό.

»Τα πρώτα μηνύματα από τη Βλαχιά ήρθαν και τα δεχτήκαμε με αγωνίες και καρδιοχτύπια. Τι θα γίνει; Τι θα κάνουμε;

»Την πρώτη στιγμή όλοι μας συλογιστήκαμε το Δεσπότη. Μόλις νύχτωσε, επήγαμε στο σπίτι του και τον βρήκαμε κίτρινο σα χλεμπόνα, να μπερδέβει τα λόγια του απ’ το φόβο. Μας έβαλε και καθήσαμε στα χαμηλά μεντέρια του οντά και χωρίς πολά λόγια, εδιάβασε φωναχτά, τη γραφή του πασά που καλούσε τους προεστούς της κάθε χώρας να παν το ταχύτερο να τον συναντήσουν στην Τριπολιτσά.

»Σαν τέλειωσε το διάβασμα, ο Θεόκλητος άναστέναξε και μου είπε:

»—Τέκνον μου Παναγή, σε μας τούς δυο έλαχεν ο κλήρος… Θα πίωμεν το πικρόν ποτήριον…

»— Δέσποτα του λέω, τι να πάμε να κάνουμε στην Τριπολιτσά; δεν καταλαβαίνεις πως ο πασάς μάς στήνει παγανιά; Μαζέβει ολα τα κεφάλια του Μωρηά γύρω του, για να είναι ήσυχος πως δεν θα σηκώσουν τον κόσμο…

»— Και τι να κάνουμε; ρωτάει ο Μήτρος ο Καλογερόπουλος, ένας άλος προεστός.

»— Να συνενοηθούμε με τούς άλους αδερφούς του Μωρηά, να ιδούμε τι κάνουν αφτοί, να κάνουμε και μεις.

»Ο Θεόκλητος όμως δεν ήταν αφτής της ιδέας.

»—Τέκνα μου, μας είπε, έχω επιστολάς από τους αδελφούς όλου του Μωρηά, να υπακούσωμεν εις τον πασάν. Θα υπάγωμεν όλοι εις Τριπολιτσάν να τον διαβεβαιώσωμεν διά την αφοσίωσίν μας εις τον Κραταιόν Αφθέντην μας τον Σουλτάνον. Και αφού ησυχάσει με τους λόγους μας και επιστρέψωμεν εις τας εστίας μας, τότε θα ίδωμεν περί του πρακτέου…

»Εγώ δεν επίστεβα πως ο Πασάς θα κοροϊδεβόταν έφκολα. Μα με χίλια λόγια και παπαδίστικες γαλιφιές, μας έπεισε όλους ότι έτσι πρέπει να γίνει. Και χωρι­στήκαμε αργά τα μεσάνυχτα αφού ασπαστήκαμε με­ταξύ μας.

»Την άλη μέρα με τη χαραβγή ξεκινήσαμε για την Τριπολιτσά. Η γυναίκα μου, η Ελένη, ούτε ενός χρόνου νύφη, έκλαιγε σιγανά, και με κρατούσε με τα χεράκια της.

»— Μη φέβγεις, Παναγή μου, έλεγε. Μη μ’ αφίνεις αφέντη μου.

»Και γω την ησύχαζα με ραγισμένη φωνή, και χίλιους φόβους στην καρδιά.

»—Θα γυρίσω, κυρά μου, της έλεγα. Σ’ ένα μήνα θα είμαι πίσω. Κάνε καρδιά, χρυσή μου… για το Έθνος… για τη Λεφτεριά…

» Ο Θεόκλητος με περίμενε εμπρός στην πόρτα με τ’ άλογα και τα παληκάρια. Επήδησα και γω στο άτι μου, έκανα το σταβρό μου και ξεκινήσαμε μέσα στο γλυκοχάραμα για το Γολγοθά μας.

» Όσο ακόμα φαινόταν το σπίτι μου, όλο και γύριζα να το βλέπω. Σ’ ένα παράθυρο η Ελένη μου, με κυτούσε να φέβγω, κι από τα γλυκά της μάτια τα δάκρυα έτρεχαν.

» Επήραμε το δρόμο της Κορίνθου που πάει πλάι στη θάλασα. Ήταν αχνό πρωί της πρώτης άνοιξης χλιαρό και υγρό. Πάνω από τα γαλήνια νερά της θάλασας πλανιώτανε μια ομίχλη απαλή, ροδισμένη από τ’ αβγινό φως. Δεν είχαν πρασινίσει ακόμα ολότελα τ’ αμπέλια, μόνο στις πλαγιές τα κυπαρίσια υψώναν προς τον ουρανό τους τεκτονικούς κορμούς τους σε στάση προσεφχής εβλαβικής. Από τα ποταμάκια, τις μικρορεματιές, τους φράχτες των αμπελιών, ξεχυνόταν στον πεντακάθαρον αέρα μια γόνιμη οσμή οργασμού. Οι κορυδαλοί πρώτοι πετάξαν χαμηλά πάνω από τα κλήματα και ύστερα τους ακολούθησαν και τ’ αλα πουλιά. Με την ανατολή του ήλιου χίλιες μικροφωνές χαιρέτη­σαν την ημέρα. Η ζωή ξυπνούσε διπλά μέσα στην άνοιξη και το πρωί, γεμίζοντας το κορμί μας χυμούς και την ψυχή μας ελπίδες.

» Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν φτάσαμε στο Διακοφτό και σταματήσαμε στο μικρό χάνι να ξαποστάσουμε. Ο Θεόκλητος σ’ όλο το δρόμο ήταν λιγόλογος και συλογισμένος. Όλη αφτή η σιωπή του δεν μου άρεσε.

» Σαν ήρθε η ώρα να καβαλικέψουμε, μ’ επήρε κατά μέρος και μου είπε:

»—Τέκνον μου, εσκέφθην ότι καλόν θα ήτο να χωρισθώμεν. Εσύ θα μεταβείς εις Τροπολιτσάν μέσω Κορίνθου και Άργους. Εγώ θα πάρω τον δρόμον των Καλαβρύτων και της Γόρτυνος, διότι θέλω να γνωρίσω τας σκέψεις των ορεσιβίων.

» Το μυαλό μου δεν επήγε σε κακό, του εφίλησα το χέρι με σεβασμό.

»—Όπως ορίζεις, παπούλη…

» Μου έδωσε την εφκή του. Και τραβήξαμε καθένας από άλον δρόμο…»

* * *

Ο Παναγής σώπασε για μια στιγμή σαν κουρασμένος από τις θύμησες. Σηκώθηκε απ’ το κρεβάτι όπου καθόταν και πλησίασε στο παράθυρο. Κάποιος πετει­νός ελάλησε μακρυά.

— Ώρα να πηγαίνουμε, είπε στο δισέγγονο του. Σήκω!

Ο Τάκης δεν εσυζήτησε τη διαταγή. Πετάχτηκε από το κρεβάτι κι άρχισε να ντύνεται βιαστικά.

Εβγήκαν στο διάδρομο, και κατέβηκαν τη φωτοπλημυρισμένη σκάλα. Ο θυρωρός κοιμόταν απάνω στο γραφείο του, ειδ’ άλως θα ξαφνιαζόταν για την παρά­ξενη παρέα του βραδυνού πελάτη του.

Ο βορηάς είχε διαλύσει τα σύνεφα. Πάνω από την κάτασπρη πόλη, έλαμπε ο ουρανός μέσα στο αχνογάλαζο φως του φεγγαριού. Ο αέρας ήταν τόσο καθαρός που οι γραμές των ολόγυρα βουνών ζωγραφιζόντανε χωρίς κανένα δισταγμό στον ορίζοντα.

Εμπήκαν στα στενά δρομάκια και προχώρησαν πάνω στο παρθένο χιόνι της νύχτας. Η πόλη κοιμόταν ένα ύπνο γεμάτο σιωπή, λες και κάποιο Πνέβμα την άγγιζε με το μάβρο φτερό του.

Κι ο Παναγής εξακολούθησε την ιστορία του:

»Σαν έφτασα στην Τριπολιτσά περίμενα να βρω το Θεόκλητο που θα ερχόταν από τον άλο δρόμο. Και τότε έμαθα την αισχρή προδοσία του…

» Από το Διακοφτό, όπου με άφισε, ανέβηκε στα Καλάβρυτα. Εκεί, στην Αγία Λάβρα, συναντήθηκε με τους άλους ήρωες, εκείνους που αντί να πάν στη πρόσκληση του πασά, το σκάσαν και κρύφτηκαν στα βουνά. Ήταν συνενοημένος μαζί τους.

» Αν πιστέψουμε τον Αντρέα Χιώτη, η συνέλεφση εκείνη δεν είχε τίποτα το ηρωικό ή το επικό. Μαζέφτηκαν όλοι φοβισμένοι, τρομαγμένοι από δρόμους διάφο­ρους και αφού μίλησαν καμιά ώρα κρυμένοι στο ηγουμενικό ξαναφύγαν χωριστά, βιαστικά, σαν συνωμότες, και όχι σαν ήρωες μιας Επανάστασης…

»Κι αργότερα, όταν η Ελάδα λεφτερώθηκε, φτιάξαν το θρύλο κατά πώς τους εσύμφερε. Η λειτουργία μπρος στην Αγία Τράπεζα. Ο Θεόκλητος κρατόντας το Λάβαρο της Επανάστασης. Ο όρκος, ο ενθουσιασμός, τα δάκρυα… Έτσι γράφεται, παιδί μου, η Ιστορία.

»Μόλις ο πασάς έμαθε την ανταρσία τους, έπιασε εμάς, που γελασμένοι από τα λόγια τους, ήρθαμε σα στραβοί στο στόμα του λύκου, και μας έριξε στο μπουντρούμι.

» Να σου διηγηθώ τα μαρτύριά μας; Τα ξέρεις καλά. Ο Χιώτης τα περιγράφει τόσο ωραία στο βιβλίο του! Δεμένοι στα σίδερα, πεινασμένοι, ενώ τα σκατά έτρεχαν από το νταβάνι, περιμέναμε το Θάνατο. Και πεθαίναμε ένας-ένας…

»Μα το μαρτύριο του κορμιού, όσο φοβερό και να ήταν, δεν έφτανε τον σπαραγμό της ψυχής μου. Εσκύλιαζα όταν συλογιζόμουνα τη βρωμερή προδοσία του Θεόκλητου. Τα σωθικά μου κόχλαζαν όταν θυμώμουνα τα ψέματα που βγήκαν από τ’ ασεβή του χείλια. Με εθυσίασε στην ταπεινή κενοδοξία του σαν πρόβατο. Με έστειλε θύμα εξιλαστήριο στον πιο φριχτό θάνατο για να καρπωθεί μόνο αφτός τη δόξα του Θρύλου, μαζί με τους λιγοστούς συνεργάτες του…

»Mια μέρα, κάποιος στρατιώτης τούρκος μ’ επλησίασε με τρόπο, και μου είπε πως ήρθε από τη Βοστίτζα ο πιστός μου υπηρέτης ο Βαγγέλης. Μου μηνούσε πως η γυναίκα μου η Ελένη ήταν έγκυος και πως έλυωνε από τον καϋμό της και το φόβο της. Και σκύβοντας κοντύτερα στ’ αφτί μου, ο τούρκος μού είπε σιγανά:

»— Ο Κολοκοτρώνης έχει μπλοκάρει με τα παληκάρια του την Τροπολιτσά. Ο Μωρηάς είναι στο πόδι. Σφάζουν τους τούρκους παντού. Ο πασάς τα έχει χρειαστεί. Χτες το βράδυ μαζεφτήκαν όλοι στο Κονάκι και είπαν να σάς σφάξουν όλους, αν οι ρέμπελοι κάνουν πως μπαίνουν στην Τροπολιτσά…

» Η νύχτα αφτή που πέρασα ξεπερνούσε σε πόνους και τα μαρτύρια της κόλασης. Δίπλα μου ένας Δεσπό­της —δε θυμάμαι ποιος— ξεψυχούσε βογγόντας. Πάρα πέρα ένας άλος που είχε πεθάνει εδώ και δυο μέρες άρχιζε να βρωμάει άσκημα. Από τις μισανοιχτές σανίδες του νταβανιού, η βροχή της βρώμας όλο και γινόταν πιο πυχτή.

»Συλογιζόμουνα τη γυναίκα μου, που έλυωνε από καϋμό κάτω στο έρημο σπίτι μου. Συλογιζόμουν το παιδί μου που φύτρωνε στα σπλάχνα της. Έβλεπα σαν σε όνειρο εμπρός στα μάτια μου τη Βοστίτζα την πατρίδα μου πνιγμένη στην πρασινάδα των αμπελιών της και των δέντρων της, την ήμερη θάλασα που παίζει στο ακρογιάλι, τον ήλιο που γεμίζει τον κόσμο με τη χαρά του… Και όλα αφτά, δεν θα τα ξανάβλεπα. Έπρεπε να πεθάνω ένα θάνατο άδοξο, φριχτό, βρώ­μικο, με μόνη ικανοποίηση ότι αργότερα ο Δήμος Τριπόλεως θα χάραζε τ’ όνομά μου σε μια κακότεχνη στήλη που έστησε στο πάρκο της…

»Και ύστερα, η εικόνα του ψέφτη του Δεσπότη μ’ ετυράνησε. Θυμώμουνα τα κούφια λόγια του, τα άπι­στα μάτια του, την προδότρα μιλιά του. Αφτός ήταν ελέφτερος, ήταν ήρωας, μεγάλος. Και θα ζούσε να χαρεί τη Λεφτεριά που εμείς πληρώναμε με όλο μας το είναι. Α! ο τράγος! Πατούσε στα κουφάρια των Χρι­στιανών για να μοιραστεί αφτός με τους λιγοστούς συντρόφους του, όλη τη δόξα της Επανάστασης, όλη τη Δύναμη του καινούργιου Έθνους…

»Το γλυκοχάραμα με βρήκε ξύπνιο, μισότρελο. Η καρδιά δεν κρατιώταν μέσα στο κορμί μου, κι η ανάσα δεν πρόφταινε να βγαίνει από το λαρύγγι μου. Ούρ­λιαζα σιγανά από λύσα, από απελπισία, ξερνούσα τα εικοσιπέντε μου χρόνια που θέλαν να ζήσουν, να ζήσουν, να χαρούν τη ζωή, να εκδικηθούν τον προδότη μπόγια τους…

»Το λιγοστό φως που έμπαινε στη φυλακή μας, σα να με γαλήνεψε λιγάκι. Κύταξα γύρω στους άθλιους συντρόφους μου. Ο Δεσπότης είχε πεθάνει, και μέσα στο ανοιχτό στόμα του μια βρωμισιά ολόκληρη είχε πέσει από το νταβάνι. Ο άλος, ο πεθαμένος, είχε πρασινίσει και τα σκουλήκια περπατούσαν στα κερω­μένα μάτια του. Πιο πέρα, κάποιος ξεψυχούσε. Ένας άλος με σαλεμένο το λογικό τραγούδαγε ένα σκοπό σκληρότερο κι από μανιάτικο μοιρολόι…

» Όλοι αφτοί ήσαν οι ήρωες της δέφτερης σειράς, οι άβουλοι που δέχτηκαν να σφαχτούν άδοξα, για να στήσουν οι άλοι πάνω στα κουφάρια τους το Μνημείο της Δόξας τους. Αφτοί οι άλοι, οι ένδοξοι, αφτοί που μάς ξεμπέρδεψαν για να κρατήσουν ανενόχλητοι το μονοπώλιο της Λεφτεριάς, ήσαν οι ήρωες της πρώτης ποιότης. Οι μεγάλοι ήρωες!!

»Σαν κάτι να γαλήνεψε μέσα μου. Γονάτισα και προσεφκήθηκα στο Θεό, το Θεό του Θεόκλητου, το Θεό μου, το Θεό των Χριστιανών. Και σαν ο Τσαούσης εμπήκε στο μπουντρούμι με το κουρμπάτσι στο χέρι να μάς επιθεωρήσει και να μάς δείρει, τον εφώναξα κατά μέρος και του είπα…

»—Τσαούς αγά, άειντε να πεις στον πασά πως αλάζω την πίστη μου, πως τουρκέβω…»

Περπατόντας μέσ’ στη φωτεινή νύχτα έφτασαν έξω από την πόλη, στο πάρκο. Το χιόνι άπλωνε την λαμπρή λεφκότη του στην μεγάλη πλατεία και στόλιζε τα δέντρα με λεπτή ομορφιά.

Προχώρησαν μοναχικοί στα κάτασπρα δρομάκια, και το φεγγάρι άπλωνε τους μακρυούς ίσκιους τους στο ασημένιο χώμα.

Και σταμάτησαν μπροστά στη μαρμαρένια Κολώνα, με τ’ ανάγλυφα και τα χρυσά γράμματα, που τιμούσε τους ήρωες της Επανάστασης, τους ομήρους της πολιορκίας και τους πολεμιστές της Αρκαδίας. Ήταν καινούργια, ψηλή κάτασπρη, και το φεγγάρι χτυπόντας την με το φως του της έδινε μια αίγλη ξωτική.

Ο Παναγής με σιγανά βήματα έκανε το γύρω της. Στο μέτωπό του καθόντανε χίλιες φροντίδες και τα γαλανά μάτια του πετούσαν φλόγες σκοτεινές. Εκύταξε το Θεόκλητο να σηκώνει το λάβαρο της Λεφτεριάς ανάμεσα στους γονατισμένους πολέμαρχους. Είδε τους όμηρους να περιμένουν στωικά το πεπρωμένο τους. Είδε τους φιλικούς να δίνουν τον όρκο τους ενώ στο βάθος το όραμα της Πόλης εμάγεβε τα μάτια τους. Είδε τον Κολοκοτρώνη με τα παληκάρια του να πολε­μούν έξω από την Τριπολιτσά. Κι ένας βαθύς στεναγ­μός βγήκε από το στήθος του.

Και στο φως του φεγγαριού εδιάβασε φωναχτά τα ονόματα των ομήρων.

— Μητροπολίτης Γόρτυνος, Μητροπολίτης Αρκαδίας, Διάκονος Ζαφειρόπουλος, Ανδρέας Καλαμογδάρτης…

Και γέλασε πικρά.

— Βλέπεις, παιδί μου, είπε, ο κόσμος τιμάει τους μεγάλους προδότες, και τα μικρά θύματά τους. Για μένα δεν υπάρχει θέση στο μάρμαρο αφτό.

* * *

Έξαφνα ο κρυστάλινος αγέρας γέμισε χαρούμενους ήχους. Οι καμπάνες σε τραγούδι απλής μεγαλοπρέ­πειας διαλαλούσαν στην Οικουμένη τη γένηση του Ιησού.

Στο βάθος, τα παραθύρια των σπιτιών έλαμψαν, ο ψηλός τρούλος της Μητρόπολης φωτίστηκε, μια βοή ανθρώπων χύθηκε στους δρόμους. Χριστός γενάται!…

Και το φεγγάρι που κυλούσε αργό στον ουρανό σα να ντύθηκε με μιαν άλη λαμπράδα, σα να γέμισε με κάποιο φως αλοιώτικο. Και το φως αφτό λούζοντας τη μαρμάρινη Κολώνα τής έδωσε μια ζωή, μια πνοή υπερφυσική. Ο Θεόκλητος ακούμπησε το Λάβαρο στον πλάτανο που τον ίσκιαζε, και αποτέλειωσε την μαρμαρωμένη χειρονομία της εβλογίας του. Οι γονατισμένοι Πολέμαρχοι σηκώθηκαν, ο Ξάνθος κούμπωσε τη ρεντιγκότα του κι ο Κολοκοτρώνης έβγαλε το κράνος απ’ το φοβερό του κεφάλι. Ο ένας έσφιξε το χέρι του αλουνού, τ’ άγρια πρόσωπα γαλήνεψαν, και οι αγκάλες άνοιξαν σε δέσιμο αγάπης.

— Χριστός γενάται.

Πρώτος ο Θεόκλητος κατέβηκε από το μάρμαρο και κατόπι όλοι οι άλοι τον ακολούθησαν. Και με βήμα σιγανό, σα φωτισμένοι από κάποιο φως υπέργειο, επροχώρησαν προς τη μικρή εκλησούλα που βρίσκεται στην άκρη του Πάρκου. Οι πόρτες άνοιξαν μόνες τους, τα καντήλια και τα μανουάλια γέμισαν λάμψη και καπνός λιβανιού χύθηκε στον παγωμένο αγέρα.

Ο Παναγής, έμεινε σαν πέτρα. Τα μάτια του έκλεισαν και η ανάσα του είχε παγώσει. Μα σαν η πομπή των φαντασμάτων επέρασε την πόρτα του ναού, πετάχτηκε απότομα. Άρπαξε το χέρι του δισεγγόνου του, και του είπε με φωνή σκληρή.

—  Πάμε και μεις…

Μέσα στο ναό βασίλεβε ένα παράξενο μισόφωτο κι οι καπνοί του λιβανιού ήταν τόσοι που οι εκλησιαζόμενοι φαινόντανε σαν σκιές απροσδιόριστες…

Εμπρός στην ωραία Πύλη, ο Θεόκλητος ιερουρ­γούσε ντυμένος στα χρυσά. Τα λεφκά γένεια του σκεπάζαν το στήθος του, ενώ τα μάτια του κυτούσαν τον ουρανό με έκσταση. Ήταν κίτρινος και άσαρκος σα νεκρός, και ενώ τα χείλη του αναδέβαν, φωνή δεν έβγαινε από το στόμα του.

Κι άξαφνα, όλοι γονάτισαν. Κι ενώ τα γόνατα χτύπησαν βαρειά στις πλάκες και τ’ ασημένια σπαθιά κυλήσαν στην πέτρα, δεν ακούστηκε άχνα. Μόνο ένας βόγγος σα βγαλμένος μέσα από τη γη αντήχησε. Και όλοι σκυφτοί, ταπεινοί, άρχισαν να χτυπούν το στέρνο τους με το δεξί τους χέρι.

Ο Θεόκλητος επήρε από την άγια Τράπεζα το δισκοπότηρο, και γυρνόντας στην ωραία Πύλη το ύ­ψωσε. Από το ανοιχτό στόμα του βγήκε μια φωνή μακρυνή που αντήχησε μέσα στην εκλησία σαν αχός σάλπιγγας ραγισμένης.

«Μετά φόβου Θεού, Πίστεως και Αγάπης προσέλθετε!»

Όλοι σηκώθηκαν και προχώρησαν προς αφτόν να κοινωνήσουν. Μα καθώς ο Θεόκλητος επρότεινε στον πρώτο το κοχλιάριο με το Σώμα και το Αίμα, εκέρωσε ολόκληρος. Τα μάτια του αντίκρυσαν τον Παναγή Μαβρόπουλο που προχωρούσε κατά πάνω του γεμάτος οργή, φορόντας στο κεφάλι το σαρίκι του αγά, ντυμένος στο πράσινο αντερί του μοσλίμ με το βαρύ τσιμπούκι στο χέρι.

Όλοι τρομαγμένοι τραβηχτήκαν στις γωνιές ενώ οι καπνοί του λιβανιού πυκνώσαν σκορπίζοντας πιότερο σκοτάδι, και μια μυρουδιά πίσας και θειαφιού.

Όσο ο Παναγής προχωρούσε, τα μάτια του Θεό­κλητου μεγάλωναν, μεγάλωναν σ’ ένα κύταγμα τρό­μου. Τα μάγουλά του βαθούλωσαν και στα πράσινα ξέσαρκα χέρια του το δισκοπότηρο έτρεμε.

Ο εξωμότης έφτασε εμπρός στην ωραία Πύλη. Στάθηκε μια στιγμή ακίνητος γεμάτος απειλή. Και έξαφνα σηκώνοντας το χέρι εκτύπησε με το τσιμπούκι κατακέφαλα το Δεσπότη.

—  Προδότη, ούρλιαξε.

Ο γέρος γονάτισε τρέμοντας, ενώ η μίτρα και το δισκοπότηρο κύλισαν στα σκαλιά με κρότο κεραβνού. Ένα αβλάκι μάβρο αίμα κύλισε από το άσπρο κεφάλι του στο πρόσωπό του.

—  Προδότη! Ξαναούρλιαξε ο Παναγής.

Μα απ’ τον ίσκιο που ήσαν κρυμένοι, οι πολεμάρχοι πεταχτήκαν άγριοι με το σπαθί στο χέρι.

—  Πίσω σκυλί! πίσω εξωμότη!

Τα χωματένια μούτρα προχωρούσαν απειλητικά, τα μάτια τους πετούσαν σπίθες, τα χείλια τους ούρλια­ζαν στριγγιά. Λες και μέσ’ τα στήθεια τους δεν φώλιασε η οργή, μα κάποιος παληός κρυφός βραχνάς που τυράγναγε τα κόκαλά τους μέσ’ τον τάφο.

Ο Παναγής έφερε το χέρι του στη ζώνη όπου μια κουμπούρα ήταν κρυμένη. Μα το άφισε να πέσει αδύνατο. Εγύρισε τα μάτια του με άφατο παράπονο προς το Χριστό του Τέμπλου, ελύγισε τα γόνατά του, έσκυψε το κεφάλι του, και το σαρίκι πέφτοντας άφισε να χυθούν στους ώμους του τα ξανθά μαλιά του.

— Χριστέ μου, είπε. Εγώ εξωμότης; Εγώ εξωμότης;

Τα δάκρυα τρέχαν από τα μάτια του, ενώ το στήθος του πάλεβε σε λυγμό αγωνίας.

— Χριστέ μου, εγώ εξωμότης, εγώ εξωμότης!

Ένα βαθύ σκοτάδι απλώθηκε στην εκλησία. Μόνο η καντήλα που έκαιγε εμπρός στο Χριστό του Τέμπλου, έλουζε την απελπισία του Παναγή Μαβρόπουλου. Οι σκιές γινήκαν αχνές, τραβήχτηκαν μέσ’ το σκοτάδι, χαθήκαν. Ο Θεόκλητος έσβυσε μέσα σ’ ένα σύνεφο λιβανιού. Και μόνο ο Παναγής είπε για τρίτη φορά στο Θεάνθρωπο το παράπονό του.

—  Χριστέ μου, εγώ εξωμότης;

Και ο Χριστός τον εβλόγησε αργά με το ασημένιο χέρι του.

* * *

Την άλη μέρα, ανήμερα Χριστούγενα ο Τάκης Μαβρόπουλος εγύρισε στην Αθήνα. Δεν είχε πεια τι να κάνει στην Τρίπολη.

Μόνος μέσα στο βαγόνι κυτούσε το διάβα της χώρας που είδε το γένημα και το θάνατο τόσων πολιτισμών. Μα το μυαλό του ήταν αλού.

Όλη του η προσοχή ήταν δοσμένη σ’ ένα μακρύ τσιμπούκι που κρατούσε στα χέρια του και που κι αφτός δεν ξέρει πώς βρέθηκε το πρωί στην κάμαρά του πάνω στο κρεβάτι του.

1933

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.