cebf ceb4cf81cf8ccebccebfcf82 ceb3ceb9ceb1 cf84ceb7cebd ceb5cebbcebbceacceb4ceb1 cf84cf81ceafceb1 cebaceb5ceafcebcceb5cebdceb1 ceb3ceb9

Το σημερινό μας θέμα το χρωστάμε στον φίλο μας Κώστα Παπαθανασίου, που μου υπέδειξε τα τρία κείμενα. Τα δύο πρώτα βρίσκονται στον ιστότοπο Πολύτροπη γλώσσα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συλλογή υποστηρικτικού υλικού για την ελληνική γλώσσα και τη λογοτεχνία. Πρόκειται για μια μαρτυρία ασυνόδευτου ανήλικου πρόσφυγα και ένα απόσπασμα από το βιβλίο Μουσαφεράτ του Βασίλη Λαδά.

Το τρίτο κείμενο είναι  ένα σύντομο διήγημα της  Κούλας Αδαλόγλου, το Αφρόλουτρο,  από τη συλλογή διηγημάτων Βγήκε ένας ήλιος χλωμός. Στην ίδια συλλογή βρίσκεται και το διήγημα Αφισοκόλληση, που το συζητήσαμε πριν από μερικές μέρες με αφορμή το άρθρο για τις αφίσες, και που θα το δημοσιεύσουμε προσεχώς στο ιστολόγιο.

Το πρώτο αφήγημα δίνει και τον τίτλο του στο σημερινό μας άρθρο. Οι εικόνες είναι επίσης από τον ιστότοπο Πολύτροπη γλώσσα

refu

Ρ. Σαρβάρ
Ο δρόμος για την Ελλάδα (αρχική δημοσίευση εδώ)

Μαρτυρία : Ασυνόδευτο παιδί

Δεν είχα τίποτα να φάω ούτε να πιω

Έμενα στο Πακιστάν με τους γονείς και την αδελφή μου. Ήμουν 12 ετών. Μια μέρα το πρωί στις 3-5-2005 έγινε σεισμός. Εγώ ήμουν στο γήπεδο. Η μητέρα μου και η αδερφή μου ήταν στο σπίτι και ο πατέρας μου στη δουλειά. Το σπίτι έπεσε αλλά η μητέρα μου και η αδελφή μου σώθηκαν. Ο πατέρας μου δεν ξέρω τι έγινε. Μείναμε εκεί τρεις βδομάδες και ψάχναμε αλλά δεν τον βρήκαμε. Μετά εγώ, η μητέρα μου και η αδελφή μου πήγαμε στο σπίτι του πάππου μου. Η μητέρα μου με άφησε σε κάποιο φίλο του πατέρα μου και του είπε να με μάθει μια δουλειά. Αυτός με πήρε και έμεινα τέσσερις μέρες στο σπίτι του. Μετά με έβαλε σε ένα πλοίο. Στο πλοίο έμεινα τέσσερις μέρες και δεν έφαγα και δεν ήπια τίποτα. Όταν κατέβηκα απ’ το πλοίο, περπατήσαμε ένα βράδυ μέσα στα δέντρα, πάνω σ’ ένα βουνό και πήγαμε σ’ ένα σπίτι. Εκεί έφαγα και κοιμήθηκα. Ήμουν πολύ κουρασμένος. Το πρωί ήρθε αυτός που με είχε φέρει εκεί. Με ρώτησε τι κάνω και είπα ότι θέλω να πάω στο σπίτι μου. Μου είπε ότι είμαι στην Τουρκία και έφυγε. Μετά από πέντε μέρες ήρθε ένας άλλος άντρας και με πήγε στο δάσος. Εκεί ήταν ένα μικρό σπιτάκι. Με άφησε εκεί και μου είπε ότι θα έρθει το πρωί. Ήρθε μετά από δύο ημέρες. Δεν είχα τίποτα να φάω ούτε να πιω. Με πήρε και ξεκινήσαμε να περπατάμε.

Μετά από πέντε ώρες εγώ του είπα ότι κουράστηκα. Μου είπε έχουμε μια ώρα δρόμο ακόμη. Ξεκουράστηκα λίγο και μετά αρχίσαμε πάλι να περπατάμε. Περπατήσαμε τρεις ώρες και φτάσαμε σ’ ένα ποτάμι. Εκεί υπήρχε μια βάρκα κάτω απ’ τα φύλλα κρυμμένη.

Περάσαμε το ποτάμι και μετά ξεκουραστήκαμε μια ώρα. Εκεί αυτός μου έδωσε να φάω ένα αγγούρι, ντομάτα και λίγο ψωμί. Μετά περπατήσαμε δυο – τρεις ώρες και φτάσαμε σ’ ένα παλιό σπίτι. Ύστερα φτάσαμε σε μια πόλη. Εκεί έμεινα απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ύστερα αυτός με έβαλε στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου και φτάσαμε εδώ στην Αθήνα. Μετά έμεινα είκοσι μέρες με έναν άντρα από το Ιράκ. Αυτός με βοήθησε να πάρω τηλέφωνο τη μάνα μου. Τη ρώτησα που είμαι και μου είπε στην Ελλάδα. Μετά άρχισα να κλαίω και της είπα ότι θέλω να πάω κοντά της. Αλλά εκείνη μου είπε να μείνω εδώ να κάνω κάποια δουλειά, γιατί στο Πακιστάν δεν έχει ούτε σπίτι να μείνω. Εγώ συνέχεια τηλεφωνούσα και έκλαιγα αλλά δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Ένας άντρας από το χωριό της μαμάς μου ήταν εδώ στην Ελλάδα. Η μαμά μου του τηλεφώνησε και του είπε να έρθει να με πάρει. Αυτός με πήρε και εγώ τηλεφώνησα στη μαμά μου και εκείνη μού είπε να μείνω μαζί του. Εγώ συμφώνησα. Μετά αυτός τηλεφώνησε κάποιες φορές στη μάνα μου και εγώ δε μίλησα μαζί της. Μετά πήγα σε ένα γραφείο για να πάρω άδεια να μπορέσω να μείνω εδώ. Εκεί με γράψανε στο σχολείο που είμαι τώρα και έχω πολλούς φίλους.

Δεν ξέρω όμως πού είναι η μητέρα μου, η αδελφή μου και ο πατέρας μου. Μου λείπουν πολύ αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Τηλεφωνώ στη μητέρα μου αλλά δεν απαντά κανείς.

Ρ. Σαρβάρ, ασυνόδευτος πρόσφυγας από το Πακιστάν

refu2

Βασίλης Λαδάς
Πρωταπριλιά

Άκουσε λοιπόν, πανέμορφη, μια ιστορία αληθινή που μοιάζει με παραμύθι: Στον καταυλισμό των Αφγανών στην Πάτρα ζούσαν δυο ασυνόδευτοι ανήλικοι δεκατεσσάρων χρόνων. Είχαν ξεκινήσει από διαφορετικά σημεία, ο ένας από καταυλισμό του Πακιστάν που δεν υπήρχε ψωμί, ο άλλος μέσα από το Αφγανιστάν που τα χωράφια δεν είχαν νερό, και στο δρόμο για τη Δύση ανταμώσανε στο Ιράν.

Οι μανάδες τους, τα αποχαιρέτησαν με τα ίδια ακριβώς μεγαλόπνοα λόγια: «Παιδί μου, θέλημα του Αλλάχ να φύγεις να βρεις την τύχη σου. Έγινες δώδεκα χρονών, είσαι  άντρας. Ο Αλλάχ έκανε τον κόσμο μεγάλο για να τον εξερευνούμε. Το φως σου για πάντα θα μείνει στο φτωχικό μας. Το ψωμί είναι λιγοστό και ο πατέρας δεν τα   βγάζει πέρα. Πρέπει να θρέψουμε και τ’ άλλα σου μικρότερα αδέλφια. Να μη φοβάσαι. Όσες γυναίκες έκαναν παιδιά και πρόσθεσαν ζωή σε αυτό τον κόσμο, αν τους το ζητήσεις, θα σε βοηθήσουν. Κι όσοι άντρες έκλαψαν από χαρά μόλις είδαν τη νέα ζωή που ήρθε από την κοιλιά της γυναίκας τους κι από το σπόρο το δικό τους, κι αυτοί θα σε βοηθήσουν. Να  ξέρεις ότι όλα τα πράγματα έχουν φωνή και μιλάνε. Να τα ρωτάς. Αυτά θα σου δείχνουν το δρόμο μέχρι να στεριώσεις και να καζαντίσεις. Να προσέχεις όμως, να τα ρωτάς και να τα ξαναρωτάς, να καταλαβαίνεις καλά τι σου λένε. Έλα τώρα να σε φιλήσω πρώτη εγώ, να σου δώσω την ψυχή μου και μετά να σε φιλήσει ο πατέρας σου και τα αδέλφια σου. Ο Αλλάχ μαζί σου. Αυτός που έκανε τον κόσμο, ένα απέραντο κρεβάτι να κοιμόμαστε και να βλέπουμε στον ουρανό την απέραντη επικράτεια των άστρων και την απέραντη θάλασσα της αυγής, μαζί σου».

Μόλις είπε το ένα στο άλλο τα ποιητικά λόγια της μάνας του και διαπίστωσαν ότι άκουσαν ακριβώς τις ίδιες νουθεσίες, έγιναν αχώριστοι περισσότερο κι από αδέλφια, αφού δε θα είχαν να μοιράσουν πατρική περιουσία παρά μόνο την αγάπη τους. Μαζί χωνόντουσαν στα φορτηγά, μαζί κοιμόντουσαν, μαζί έκλεβαν ή ζητιάνευαν, μαζί έτρωγαν καρπαζιές, και στην Ισταμπούλ αγόρασαν δυο φανέλες της Manchester United, η μία με το όνομα του Ρονάλντο, η άλλη με του Ρούνεϋ. Με αυτές πέρασαν τον Έβρο κι έφτασαν στην Πάτρα. Δυο χρόνια ήσαν στο δρόμο.

Την 1η Απριλίου, που είναι έθιμο να λέμε ψέματα, είδαν πρωί-πρωί στο λιμάνι ένα φορτηγό  μικρό, ζωγραφισμένο, σαν κι αυτά του Αφγανιστάν, να κοιτάζει προς την ανοιχτή μπούκα καραβιού που θα ‘φευγε για Ιταλία. Το περιεργάστηκαν, λες να είναι αυτό που θα τους πάει στον Ρούνεϋ και στον Ρονάλντο; «Πού πας;» το ρώτησαν. Και τότε το φορτηγό σκάρωσε το πρωταπριλιάτικο ψέμα του: «Πηγαίνω Ιταλία». «Στην Ιταλία πας, αλήθεια;» ξαναρώτησαν τα χαϊβάνια. «Ναι», τους λέει το φορτηγό, «και μετά Γαλλία». «Μετά τη Γαλλία είναι η Αγγλία;» «Ναι», απάντησε το φορτηγό, κρυφογελώντας για το πρωταπριλιάτικο ψέμα.

Αμέσως σκαρφάλωσαν στην καρότσα, άνοιξαν το μουσαμά και χώθηκαν. Δεν ήξεραν πως ήταν πρωταπριλιά και πως τα πράγματα σκάρωναν φάρσες. Μέσα υπήρχαν άδεια χαρτοκιβώτια. Πιάνουν δυο, τα πάνε στο βάθος και χώνονται μέσα κι από πάνω τους ρίχνουν άλλα.

Κουρασμένα ήσαν, κάθε νύχτα στην καλύβα προσέχουν μην κλαπούν, μη βιασθούν, τα πήρε αμέσως ο ύπνος. Εκεί που ονειρεύονταν ότι παίζουν ποδόσφαιρο στην Αγγλία ξυπνάνε από ένα βουητό και νιώθουν πως το φορτηγό κινείται. Α! μπαίνουμε στο καράβι, λένε. Αλλά το φορτηγό έτρεχε με ταχύτητα και ζαλίστηκαν. Κάτι δεν πάει, καλά. Ανοίγουν το μουσαμά και βλέπουν λεωφόρο, αυτοκίνητα, θάλασσα και καμένα δέντρα στη σειρά.

«Πού πας;» φωνάζουν στο φορτηγό. «Αθήνα», τους λέει. «Αποκοιμηθήκατε μόλις μπήκατε και δε με ακούγατε που σας φώναζα να κατεβείτε. Μείνετε ακίνητοι τώρα. Μόλις με σταματήσει ο οδηγός να πηδήσετε. Συμπαθάτε με. Σήμερα είναι πρωταπριλιά και λέμε ψέματα». Ταράχτηκαν τα ασυνόδευτα, αλαφιάστηκαν, μπερδεύτηκαν ποια είναι  αλήθεια και ποιο το ψέμα. Δεν εμπιστεύονταν πια το φορτηγό. Κι αποφασίζουν να πηδήξουν. Ανοίγουν το μουσαμά, βάζουν το δισάκι τους στον ώμο και πηδάνε από τα αριστερά στη μέση του δρόμου, ενώ το φορτηγό έτρεχε με εκατό χιλιόμετρα, σπάνε πόδια, χέρια και πλευρά. Πάνε να σηκωθούν παραπατώντας κι ένα αυτοκίνητο από το αντίθετο ρεύμα τα πήρε σβάρνα μεταξύ Αιγίου και Ακράτας, στα καμένα. Το ένα παιδί με τη φανέλα του Ρονάλντο πέθανε ακαριαίως. Τα πήραν, τα μετέφεραν στο Νοσοκομείο Αιγίου. Από εκεί το ένα στο νεκροτομείο της Πάτρας, το άλλο στο Καραμανδάνειο Νοσοκομείο Παίδων για μακρόχρονη νοσηλεία. Ο νεκρός άνοιξε το δωδέκατο τάφο στο Α’ Νεκροταφείο, λίγο μικρότερο σε μέγεθος από τους άλλους.

Στις 2 Απριλίου η είδηση τσίριξε σαν ηλεκτρικό ρεύμα στα καλώδια. Ακόμη και στον άνευ ηλεκτρισμού καταυλισμό. Ο θάνατος του παιδιού έμοιαζε με ανθρωποθυσία εξευμενισμού αιμάτινης Θεάς. Όχι της Τρικλαρίας αλλά της αιμάτινης Θεάς που λέγεται Αρχή (στον πληθυντικό Αρχές), που θα έπρεπε ήδη να προστάτευαν τους ασυνόδευτους  ανήλικους σύμφωνα με το Νόμο.

Κι όπως όλες οι θυσίες που αφαιρούν μια ζωή για να τη δώσουν αλλού, έτσι κι αυτή έδωσε ζωή στον καταυλισμό.

***

Τον επιζώντα ανήλικο οι κάθε είδους Αρχές, από θρησκευτικές μέχρι πολιτικές, τον επισκέφθηκαν στο νοσοκομείο, φωτογραφήθηκαν μαζί του και του ευχήθηκαν συμπαράσταση. Μετά τον ξέχασαν.

Βασίλης Λαδάς,
Μουσαφεράτ

refu3

Κούλα Αδαλόγλου, Αφρόλουτρο

Αφρόλουτρο

Δεν πίστευε στα μάτια της. Το θέμα που τους είχε δώσει για το σπίτι έβγαλε τέτοιο διαμάντι! Αφού δίδαξε την ενότητα «Το σχολείο», στην Α’ τάξη, τους έβαλε εργασία «Μετά το σχολείο… (Γρά­ψω στο ημερολόγιό μου)». Δεν περίμενε να γράψει. Ποτέ δεν είχε γράψει ως τώρα. Και στην τάξη μερικές σειρές ασύνταχτες και ανορθόγραφες. Πώς είχαν όλα αυτά εξαφανιστεί σ’ αυτό το κείμενο; Πώς λύθη­κε η γλώσσα; Τι ήταν αυτό, αλήθεια ή φαντασία; Πώς κερδίζεται ένα παιχνίδι με μια εργασία στο σπίτι και ένα αφρόλουτρο; Όταν τον πρωτοείδε, της έκαναν εντύπωση τα πράσινα μάτια του, σε αντίθεση με τα σκούρα μαλλιά και τα σκούρα, γενικώς, χαρακτηρι­στικά του. Από τη Γεωργία. Διασταύρωση Ποντίων με Ρώσους σκέφτηκε. Είχε έρθει πριν από λίγους μήνες ο μικρός, πέρασε μια τάξη υποδοχής και τον κατέτα­ξαν στην Πρώτη Γυμνασίου, περισσότερο με βάση την ηλικία, αν και ήταν λίγο μεγαλύτερος. Γλώσσα δεν ήξερε. Ντρεπόταν, τον κορόιδευαν και μπλόκαρε ακό­μα πιο πολύ. Απομονωνόταν. Τελευταία τον έβλεπε με κάτι παιδιά του σχολείου που δημιουργούσαν προ­θήματα.

Η φιλόλογος Δέσποινα Μερινίδου, φωτοτύπησε την εργασία του Οδυσσέα, έκανε μερικές διορθώσει στη σύνταξη, για να τη διαβάζει πιο άνετα, διόρθωσε τη στίξη και την ορθογραφία, για να μην την ενοχλούν τα λάθη -ήταν γνωστή γι’ αυτό της το κουσούρι- και τη φύλαξε, σαν πολύτιμο τεκμήριο. Τεκμήριο εξομολόγησης. Που την εξαναγκάζει σε σιωπή, στο σεβα­σμό της παιδικής ψυχής που της ανοίχτηκε. Τη φωτοτυπία την έδειξε και σε μένα, που με εμπιστεύεται απόλυτα, κι εγώ μοιράζομαι μαζί σας αυτό που διάβασα. Ο Οδυσσέας έριξε τη δική του μποτίλια στο πέλαγο με το ημερολόγιό του, έδωσε το στίγμα του. Η δική μας σειρά τώρα να είμαστε προσεκτικοί, αν κάπου συναντήσουμε τον Οδυσσέα.

Σήμερα μετά το σχολείο πήγα αμέσως στο σουπερ-μάρκετ. Έβγαλα από την τσέπη μου δέκα ευρώ. Από τον χοντρό τα πήραμε. Mε τον Γιώργο. Στον τοίχο τον στριμώξαμε. Έκλαιγε. Αν μιλησεις χάθηκες, ο Γιώργος του είπε. Δεν μίλησε. Είκοσι ευρώ χαρτζιλίκι είχε. Τα πήραμε. Χοντρός είναι και έκλαιγε. Πήγα και πήρα ένα αφρόλουτρο. Από αυτό που διαφημίζουν στην τηλεόραση. Όχι από το δικό μας μαγαζί, των Ρωσοπόντιων που λένε, από Μασούτη. Πήγα σπίτι Η μάμα έφυγε το απόγευμα. Πήγε στην κυρία Τασούλα, σιδερώνει τις Τετάρτες. Πολύ καλή κυρία η κυρία Τασούλα. Σοκο-

λάτες στέλνει. Και καραμέλες. Και παντελόνια. Ο ένας ο γιος της σαν και μένα είναι. Περίεργα με κοιτάζουν σχολείο που φοράω τέτοια ρούχα. Σαν τα δικά τους. Και φόρμες adidas. Ο μπαμπάς στην Αριστοτέλους πήγε. Τσιγάρα πουλάει, άμα δεν έχει μεροκάματο. Μόνος ήμουν, Το θερμοσίφωνο άναψα, τη μπανιέρα γέμισα νερό. Η μάνα θα με σκότωνε, αν με έβλεπε. Όλες τις βρισιές ρώσικα. Το αφρόλουτρο ωραία μύριζε. Γέμισε το νερό αφρούς. Σαν κι αυτούς ήμουν. Που δεν με θέ­λουν. Που δεν ζέρω τα ελληνικά. Μαθηματικά όμως καταλαβαίνω. Πιο καλά τα καταλαβαίνω. Αλλά πάλι δεν μιλάω. Κι αυτοί γελάνε, Χαζός είμαι νομίζουν, αλ­λά φταίω κι εγώ που δεν μιλάω, θυμώνω και δεν μι­λάω. Η ώρα περνάει. Ωραία είναι στον αφρό. Τα νερά να μαζέψω. Παντού νερά. Ο Γιώργος μού είπε στις πέ­ντε έλα, θα είναι κι άλλοι, μεγάλη επιχείρηση είπε. Όχι κάποιον να δείρουμε. Ξέρει δεν μ’ αρέσει, εγώ άλ­λη φορά δεν δέρνω του είπα, και τον χοντρό πολύ λυ­πήθηκα. Λεφτά θα μας έδιναν κάτι κύριοι, πολύ καλοί είπε, πλούσιοι κύριοι, μόνο να μεταφέρουμε ελαφρά πράγματα, σαν σακουλάκια είπε, δεν κατάλαβα, μην εί­σαι μαλάκας, γελούσε. Πέρασε πέντε. Δεν θα πάω. Κα­λά είναι στον αφρό. Όπως αυτοί μυρίζω. Δεν θέλω να πάω με τους άλλους. Φοβάμαι. Και τον χοντρό λυπό­μουν. Αλλά τα ευρώ ήθελα. Την άσκηση μαθηματικά θα κάνω. Ιστορία λίγο θα μάθω. Τι αυτούς στην Κρήτη, Μίνωες τους είπε η κυρία; Νησί είναι η Κρήτη. Και η Κύπρος. Στην Κύπρο καλές δουλειές έχει, λέει ο πα­τέρας. Μ’ αρέσουν τα νησιά. Ωραία θα είναι. Γύρω-γύρω θάλασσα. Μέσα στο νερό να είσαι. Και τώρα αυτή την εργασία γράφω. Για την κυρία στη Γλώσσα. Η κυ­ρία θέλει να γράφω. Και να μιλάω. Τη γνώμη μου να λέω. Όπως μπορώ να λέω. Με περιμένει. Με τα μάτια της με κοιτάει και σαν να λέει έλα πες το. Ημερολόγιο είπε. Στο ημερολόγιο την καρδιά μας ανοίγουμε. Έτσι είπε.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *