cebfcebacf84ceaccf84cebfcf80cebfcf82 cebfcebccebfcf86cf89cebdceafceb1 ceb3ceb9ceb1 cf84cebf e2889e ceb1cf80cebfcebaceb1cf84ceac

όμως μαμά
δεν τη διόρθωσα
(είναι αχρείαστο
να διορθώνεις ένα ποίημα)

Πολύκαρπος και εγνωσμένος τούδε ποιητής και συγγραφέας, ο Σαλονικεύς δημιουργός Βασίλης Αμανατίδης παρέδωσε τον Φλεβάρη του ‘22 το πλέον πρόσφατο ποιητικό του ανάπτυγμα και σταθμό, το ∞: αποκατάσταση διά των εκδόσεων Νεφέλη. Τρίτος τρόπον τινά ερχομός μετά τη στροφή που γνώρισε η αμανατίδεια γραφίδα με το μ_otherpoem: μόνο λόγος, μιας εναλλαγής στην οπτική και την εστίαση του ποιητικού θέματος ἅμα τῇ ἐπιρρώσει της ήδη ισχυρής του υφολογίας, το ∞: αποκατάσταση εμφανίζει παραλλαγές επί της κατακτημένης του γλωσσικής καθήλωσης μαζί με αποσπάσματα και αντιλάλους των κραταιών του λυρικών αρθρώσεων.

Γραμμένο πάνω και κατά τη διάρκεια της ασθένειας και μετατόπισης της μητρικής φιγούρας, το βιβλίο υιοθετεί σ’ ολόκληρο σχεδόν το μάκρος του τη διμορφία ενός εύστοχου προφορικού παραληρήματος και μιας ανακατάταξής του προς τις απαιτήσεις του ποιητικού ακούσματος. Τα πενήντα περίπου ποιήματα του συνθέματος ακολουθούν και εκπηγάζουνε απ’ τη λαλιά της ποιήτριας–μητέρας, από τις διολισθήσεις και επιφάνειές της, τον πληθαίο εσωτερικό της χώρο και τις αγκιστρώσεις πάνω στα συμβάντα και τη ρευστότητα της απτής, σύνοικου ζωής. Ο ίδιος ο ποιητής–συνομιλητής–καταγραφέας ενδύεται τον ρόλο τόσο του ακροατή όσο και του συνεργού μιας αμοιβαίας, δύσκολης και τρυφερής, ονειρικής συγκίνησης των δύο, ενός αλληλέγγυου παλμού που επιφέρει τα φάσματα και τύχες κάθε μυριοστού της οικογένειας.

[…]
όλα θα φτιάξουν
μόλις γυρίσω σπίτι
και τη γυναίκα να την καλοπιάσετε
αλλά ας είναι συγκαταβατική
αλλιώς θα της δώσω παπούτσι»

(ή τι μου είπε την τελευταία ημέρα
εγώ κάθομαι πάνω στον προσγειωμένο
από το υπερπέραν του Οίκου της
τετραθέσιο βελούδινο καναπέ, τον
ζουλάω με το βάρος μου
και τον ακούω να πονάει με τη φωνή της)

Κατανεμημένη σε οκτώ βασικούς τόπους-χρόνους της μητρικής μετατόπισης από το εμπροσθοβαρές πλήρωμα της ζωής προς την εξασθένιση, η αφήγηση του ∞: αποκατάσταση συγκλίνει στις φτερούγες της τα θεμέλια διαγράμματα της ποιητικής έκφρασης κι αιτίας, τις ρίζες του γλωσσικού υψώματος από την πραγμάτωση προς τη μαγεία και μεταμόρφωση, το κύκλωμα της τέμνουσας τροχιάς των αγαπημένων γύρω από έναν σκοπό και ένα άσμα. Αν το μ_otherpoem συνιστούσε μία έξοδο κι ένα ριζοσπαστικό αναμέτρημα με την ψυχή του ποιητή, το εσύ: τα στοιχεία ένα χυμώδες κρετσέντο της ομολογίας του έρωτα, το ∞: αποκατάσταση αποτελεί ένα ημέρεμα και μια επάνοδο των όλως ανθρωπίνων, θεόμορφων επιτελεστών πίσω στα σώματα που χαριστήκανε το αιώνιο δράμα.

Η μητέρα-λόγος υποβοηθάται και μορφοποιείται από τον υιό-δημιουργό, προς ένα αποτέλεσμα που γυρίζει πίσω στον αυτόχθονα κορμό της (τον κοριτσίστικο, τον γυναικείο, τον αστικό και συζυγικό, τον θνήσκοντα και χαριεντίζοντα), μεταλλασσόμενο σ’ ένα κοινό σύγγραμμα κι ανάγνωσμα, ένα ομοούσιο σπιτικό παιγνίδι μιας εμψύχωσης των σημαδιών της ποίησης πάνω στο σκοτάδι και το φάος.

[…]

«πού το είδες
το εντάξει
αν λες εσένα,
να λες τα λέω
αν λες για μένα,
να λες τα λες
αλλά μη
φοβάσαι δεν υπάρχει
η λέξη λάθος
μόνο η λέξη σωστό
πάμε τώρα
να φτάσουμε
μέχρι τον πληθυντικό
ωκεανό»

Η εκλεκτή υφολογία του Αμανατίδη στο βιβλίο αντηχεί φυσικά το μεσοδρόμι μεταξύ της αδηφάγου μοντερνιστικής οδοστρώτειρος και των σουρεαλιστικών, ανιμιστικών σχεδόν σταλίδων χρώματος που ανέκαθεν πληρούσαν τον λογοτεχνικό του καμβά, με μια ευρύτερη αυτή τη φορά παραχώρηση στον εύληπτο ειρμό της εξιστόρησης, σε λιγότερα κενά κι αποκρημνίδες της ποιητικής μορφής. Η συσπείρωση και διατάραξη του κειμενικού σώματος του βασικού άξονα του βιβλίου, με ευάριθμες εξαιρέσεις “παρέμβασης” της αφηγηματικής ροής, δίνει τη θέση της σε μια ανοιχτότερη, λιγότερο λακωνική διάθεση φραστικής ακολουθίας.

Η εξυπαρχής ευταξία της λογοτεχνικής δύναμης και πρόθεσης του Αμανατίδη, άρρηκτα ως συνήθως συνυφασμένη με την προσωπική του ενατένιση του ποιητικού τοπίου, κλίνει σ’ έναν συνδυασμό της ετοιμοπόλεμης, σημειοκεντρικής φράξιας του ελληνικού και όχι μόνον μοντερνισμού, με τ’ αναπτύγματα της Κικής Δημουλά, του Γιώργου Χειμωνά, του Σάμιουελ Μπέκετ να συστήνουν στερρές δοκούς της “σκληρής δομής” του εμβαδού της γλώσσας, πλάι σ’ έναν εν τέλει εύχαρι εμπλουτισμό του περιρρέοντα και προσιτού κόσμου με αντικείμενα κι ενθύμια της ανασάλευσης του εαυτού και της κεντρομόλας του σταθερότητας. Τα υαλικά πεζογραφήματα του Ε.Χ. Γονατά, κυρίως, με την έξοχη εγκράτεια μεταξύ φυσικής ροής και θαύματος, καθώς και οι πειραματισμοί υπέρβασης όπως στους Σαχτούρη και Κακναβάτο, φέρουν όμοιες πτυχώσεις με το θέαμα της παρουσίας του τελεστικού του λόγου.

«εμείς
παιδί μου
ανήκουμε στη γενιά
που δεν
κατάλαβε ποτέ
πόσο η ζάχαρη
είναι κακή»

(ή τι μου είπε ίσως η ποιήτριά μου
το αριστερό της χέρι μέσα
στο δεξί δικό μου
-το έπλυνα καλά;-
τα πολύ λίγα μαλλάκια της
λουσμένα το πρωί
απ’ την κυρία Τάνια
στο στόμα της
αργολιώνει
ένα κομμάτι σοκολάτα)

Οι σολωμικοί στίχοι που διατρέχουν κι επιρράπτονται του συνθέματος (αντλημένοι από τον Ύμνον εις την Ελευθερίαν και τη Γυναίκα της Ζάκυθος) κυριαρχούν δύο βασικούς, βαθείς πόλους της αμανατίδειας πείρας, τόσο στο συγκεκριμένο βιβλίο όσο και ευρύτερα στο σύνολό του εκτόπισμα: εντός του ∞: αποκατάσταση, τα σολωμικά αποσπάσματα παρέχουν μία λυρική, αμετάκλητη στερεότητα στον αγωνιώντα χώρο του βιώματος των υποκειμένων, αλλά κι ένα υπερβατικό επίκεντρο της διάσωσης των επαπειλούμενων εαυτών τους. Η γυναικεία Θεότητα της Ελευθερίας, όπως και η παραλοϊσμένη, υπερφυής Γυναίκα της Ζάκυθος, τείνουν να μεταλλαχθούν σε νέους, καινουργούς όρους επαφής μεταξύ γλωσσικού όντος και γλωσσικής ουσίας. Η Ελευθερία αρχίζει ν’ αντηχεί μία κατάσταση απολύτρωσης, ένα βέλος προς τον θάνατο και τη συντέλεια, με τον επαναλαμβανόμενο ψαλμό της ν’ ανασυντάσσει ωστόσο σιγά σιγά την ιδέα της εκμηδένισης και του φόβου προς μια επωδό της επιβίωσης, της σωτηρίας των αοιδών και ομιλούντων χάρη στη γλυκύτητα της ίδιας της εκπονούμενής τους μελωδίας.

Αφετέρου, η κατά κάποιον τρόπο θριαμβευτική τάση του Αμανατίδη, η καθόλα ρομαντική του επιμονή να φέρει ἔπει και ἔργῳ τα αείζωα πλήγματα της ανθρώπινης τέχνης στο προσκήνιο της περιούσιάς τους ολοκληρίας, αναλογεί χαρμόσυνα, και βαθέως καλλιτεχνικά, με το πνεύμα που δώρισε ο Κόντες στην απανταχού επικράτεια της νεοελληνικής. Τα μουσικά, ερήμην έτερου προσδιορισμού, χαρίσματα του Αμανατίδη, αδημονούντα τον ρυθμό και την ανέλιξή τους ήδη από τη γνωριμία του ποιητή με το κοινό, βρίσκονταν ανέκαθεν ἐν χορῷ με τη λόγια κατάνυξη του Σολωμού προς συγκοπή και στίχο, με την απομύζηση χιλιάδων ηχαδιών μες από μερικά στρωτά λεκτικά φυλλώματα:

[…]
κι ούτε εντρυφούν μες στο καμί-

νι-οστών κολάσεων και όσων
απομακρύνουν την ελπί-
δα τόσων ανέφικτων και τόσων
όντων που ζουν στο επειδή –

Μα όλη την έμφοβη ελπίδα
το επειδή τη διαλύ-
ει και είναι κατάρτιση στο πένθος
η μόνιμη έλξη στο γιατί

Που αναπάντητο μονίμως

και είναι αυτό η ζύμωσ

(ή).
(«7: ποίηση για video games», σελ. 29)

Το ∞: αποκατάσταση ευοδώνει ένα βήμα πιο μακριά τη δουλειά που αρχίνησε και μ’ εξαίσια συνέπεια επιτελεί ακούραστα ο συγγραφέας του τις τελευταίες τρεις δεκαετίες της κοινής του σύμπραξης ἐν λόγῳ, χτίζοντας αψηλότερα το στέγασμα της έντεχνής του τολμήτριας αρμονίας. Η λυσιφάνεια και στενότερη εγγύτητα μεταξύ ποιητικού κειμένου και υποκειμένου μπορεί ν’ αποδειχτεί προβληματικότερη για αναγνώστες με μεγαλύτερη την ανάγκη αποξένωσης και πλαστότητας, αλλά από την άλλη πιότερο διεγερτική προς την κατεύθυνση της βιωματικής επαλληλίας και εφύγρανσης των ομόκεντρών της νοημάτων.

Μιας συγχορδίας δηλαδή που νύσσει απροκάλυπτα ένα ντουέτο αχώριστα αλαμπρατσέτα:

[…]
«“εγώ η / βεβαιώ ότι ο γιος μου /
ήταν από την ώρα / ώς και την ώρα /
κοντά στην… ηλικιωμένη… μητέρα του που είναι…
…ακίνητη
βεβαιώ επίσης ότι από κινημένοι και νικημένοι
καλύτερα ακίνητοι και ανίκητοι – μετά τιμής”»

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Edward Avedisian. Δείτε τα περιεχόμενα του έκτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

VA 00

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.