ceb7 cebacebbceb1cf80ceb1ceb4cf8ccf81ceb1 cebcceb9ceb1 cf83cf85cebdceb5cf81ceb3ceb1cf83ceafceb1 cf84cebfcf85 cebacf8ecf83cf84ceb1 cf87

Παραμονή των Χριστουγέννων σήμερα, οπότε το ιστολόγιο μπαίνει σε εορταστικό κλίμα, έστω κι αν το θέμα μας είναι εορταστικό εξ αγχιστείας.

Παραφράζοντας τον Σεφέρη, θα μπορούσα να πω πως «είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα άρθρα μας» στο ιστολόγιο -κάτι που σίγουρα ισχύει για το σημερινό. 

Πριν από δυο μήνες, είχαμε το μνημειώδες άρθρο του φίλου μας του Κόρτο για τον Υμνούμενο στην επιθεώρηση του μεσοπολέμου. Στην παρλάτα αυτή, θα θυμάστε, υπάρχουν περιπαικτικοί χαρακτηρισμοί για τους κατοίκους διάφορων περιοχών της Ελλάδας, ανάμεσά τους και ο: Κερκυραίος κλαπαδόρας.

Ο Κόρτο εξηγούσε ότι η λέξη προέρχεται από την κλαπαδόρα ή κλαπαδούρα, θορυβώδες χάλκινο πνευστό της φιλαρμονικής, μουσικό όργανο της οικογένειας της κορνέτας. Οι κερκυραϊκές φιλαρμονικές ορχήστρες παραμένουν ξακουστές πανελληνίως. Εκτός από τις επίσημες τελετές, στην προπολεμική Ελλάδα ήταν συνηθισμένο να ακούγονται κλαπαδόρες σε πολιτικές εκδηλώσεις και διαδηλώσεις, όπως και στα κάλαντα των Χριστουγέννων. 

meindl joseph ignaz vers 1820Ο φίλος μας ο  Κώστας Χ., Κερκυραίος γαρ, μας παρουσίασε σε σχόλιο μια φωτογραφία της κλαπαδόρας, σημειώνοντας:  Η κλαπαδόρα ήταν ένα πρωτόγονο είδος τρομπέτας, ουσιαστικά μία σάλπιγγα με τρύπες. Ετυμολογείται από τις «κλάπες», δηλαδή τις τάπες, τα κινούμενα καπάκια που άνοιγαν και έκλειναν τις τρύπες μεταβάλλοντας το ενεργό μήκος του σωλήνα. Αργότερα που οι τρομπέτες και οι κορνέτες απόκτησαν βαλβίδες, η κλαπαδόρα εκτοπίστηκε, και η λέξη απέκτησε μάλλον υποτιμητική ή ειρωνική σημασία.

Και τότε ο Κόρτο ανέφερε ότι σε ένα  χρονογράφημα του 1926, γραμμένο  από τον Μήτσο Χατζόπουλο, γίνεται λόγος για την κλαπαδόρα που έπαιζε στα κάλαντα ένας  ηλικιωμένος μουσικός και ήδη από τότε παρουσιάζεται ως απομεινάρι του παρελθόντος. 

Ο Κώστας βρήκε το χρονογράφημα, του άρεσε και το πληκτρολόγησε. Επειδή ήταν  γραμμένο σε καθαρεύουσα, αποφάσισε να το μεταφράσει και στη  νέα ελληνική. Για να πω την αλήθεια, δεν είμαι βέβαιος πως χρειαζόταν μετάφραση -αν βρεθεί κανείς αναγνώστης κάτω των 40, παρακαλείται να μας πει αν είχε πρόβλημα να κατανοήσει το αρχικό κείμενο. Πιο πολύ η γλώσσα του Χατζόπουλου μού φαίνεται  κάπως κωμική επειδή, και στους διαλόγους ακόμα, χρησιμοποιεί αστείους καθαρευουσιανισμούς όπως «το μεσημεράκιον». Αναρωτιέμαι, ειρωνικά το κάνει;

Και μετά -εδώ είναι το πιο ωραίο- ο Κώστας μετέφρασε επίσης  το χρονογράφημα στα κορφιάτικα, προσπαθώντας μάλιστα να  αποδώσει τη γλώσσα που (θα) χρησιμοποιούσαν τότε που γράφτηκε το άρθρο, το 1926. Μου άρεσε το πείραμα και ενθάρρυνα τον Κώστα να το δοκιμάσει, παρόλο που αυτός, τελειομανής, είχε επιφυλάξεις. 

Κι έτσι, σήμερα που λένε τα κάλαντα, παρουσιάζω αυτό  το τριπλό άρθρο. Ο λόγος λοιπόν  στον  Κώστα, χωρίς περισσότερα  δικά μου -άλλωστε, ο Κώστας έχει μεριμνήσει και για πρόλογο.

Η Κλαπαδόρα – Πρόλογος

Ο χρονογράφος

Ο Δημήτριος Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1872. Ήταν μικρότερος αδελφός του πεζογράφου και ποιητή Κώστα Χατζόπουλου. Παρακολούθησε μαθήματα στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ, στη Φιλοσοφική και τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, και έκανε σπουδές φιλολογίας, αισθητικής και κοινωνιολογίας σε χώρες της Ευρώπης, όπου έζησε αρκετά χρόνια. Την πρώτη εμφάνιση του στη λογοτεχνία πραγματοποίησε το 1890 με την δημοσίευση του αυτοβιογραφικού διηγήματος «Τα πρώτα δάκρυα» στο περιοδικό «Εικονογραφημένη Εστία». Συνεργάστηκε με το περιοδικό «Παρνασσός» και την εφημερίδα «Αστυ» με το ψευδώνυμο «Μποέμ». Την περίοδο 1896-1900 εξέδωσε χιουμοριστικό περιοδικό και στην συνέχεια με τον Γιάννη Καμπύση το περιοδικό «Διόνυσος», στο οποίο δημοσιεύτηκαν αξιόλογα κείμενα σύγχρονων Ευρωπαίων λογοτεχνών και ποιητών. Δημοσίευσε δύο πεζογραφήματα, τα «Αγριολούλουδα» (1894) και τις «Ντόπιες ζωγραφιές» (1896), καθώς και πολλές φιλολογικές μεταφράσεις. Ασπάστηκε αρχικά τον νιτσεϊσμό και στη συνέχεια τις σοσιαλιστικές ιδέες. Το 1911 συμμετείχε στην ομάδα ίδρυσης του Σοσιαλιστικού Κέντρου Αθηνών, και ηγήθηκε της Σοσιαλιστικής Συνδικαλιστικής Οργάνωσης. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Ενώσεως Συντακτών το 1914, και συμμετείχε για αρκετά χρόνια στην διοικούσα επιτροπή. Συνεργάστηκε ως δημοσιογράφος με πολλές αθηναϊκές εφημερίδες (Νέα Ελλάς, Καθημερινή, Σκριπ, Χρόνος, Εσπερινή, Εμπρός κ.α.), στις οποίες δημοσίευσε άρθρα, συνεντεύξεις, χρονογραφήματα και ταξιδιωτικά κείμενα με διάφορα ψευδώνυμα.

Το χρονογράφημα και η μετάφραση

Το χρονογράφημα «Η κλαπαδόρα» δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» στις 22 Δεκεμβρίου 1926. Παραμονές των Χριστουγέννων, ένας μεγαλοαστός συναντά έναν γέροντα μουσικό, ο οποίος έχει από παλιά παραγκωνιστεί λόγω του παρωχημένου οργάνου του, της κλαπαδόρας. Παίζει πλέον μόνο τα κάλαντα, προκειμένου να βγάλει λίγα χρήματα για να περάσει τις γιορτές, όμως «διετήρησε σταθερόν τον έρωτά του προς την κλαπαδόραν». Πιθανόν για πολλούς αυτό το χρονογράφημα να μην έχει ιδιαίτερη λογοτεχνική αξία, όμως εμένα με συγκίνησε. Έκανα ως πείραμα τη μετάφραση, εγώ προτιμώ τον όρο «απόδοση στη νεοελληνική», ή «στην καθομιλουμένη». Ποτέ δεν ήμουν ξεκάθαρα υπέρ της μετάφρασης της λογοτεχνίας που έχει γραφτεί στην καθαρεύουσα, κυρίως επειδή νομίζω ότι χάνεται το ύφος του συγγραφέα. Όμως, ας σκεφτούμε ότι αφενός όλοι έχουμε διαβάσει μεταφρασμένη ξένη λογοτεχνία, και αφετέρου ότι πολλοί αναγνώστες, ιδίως οι νεότεροι, θα δυσκολευτούν αρκετά με την καθαρεύουσα, και δεν θαεπιχειρήσουν καν να διαβάσουν κάποια σημαντικά έργα.

Η κλαπαδόρα

Η κλαπαδόρα (γερμαν.Klappenhorn ή Klappentrompete) ήταν ένα χάλκινο πνευστό του 18ου αιώνα, ένας πρόδρομος της τρομπέτας, ουσιαστικά μία σάλπιγγα με τρύπες. Η ονομασία της προέρχεται από τις «κλάπες», (γερμαν.»Klappe»), δηλαδή τις τάπες, τα καπάκια, που με τη βοήθεια κλειδιών άνοιγαν και έκλειναν τις τρύπες μεταβάλλοντας έτσι το ενεργό μήκος του σωλήνα, και κατά συνέπεια το τονικό ύψος, ακριβώς όπως στο φλάουτο και στο σαξόφωνο. Από το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όταν εφευρέθηκαν οι τρομπέτες και οι κορνέτες με περιστρεφόμενες ή κατακόρυφες βαλβίδες, οι οποίες είχαν ακριβέστερο τόνο, καλύτερο ηχόχρωμα και ευκολότερο παίξιμο, οι κλαπαδόρες εκτοπίστηκαν σταδιακά από τις ορχήστρες και τις φιλαρμονικές και χρησιμοποιήθηκαν πλέον ως λαϊκά όργανα. Παιζόταν σε προεκλογικές συγκεντρώσεις, σε διαδηλώσεις, στα κάλαντα, ακόμη και σε παραστάσεις Καραγκιόζη. Κάποια στιγμή η κλαπαδόρα εξαφανίστηκε, και η λέξη «κλαπαδόρα» έμεινε ως υποτιμητικός ή σκωπτικός χαρακτηρισμός για τα χάλκινα πνευστά γενικά, και «ο κλαπαδόρας» για τους οργανοπαίκτες χάλκινων οργάνων. Ακούγεται επίσης ως σκωπτικός χαρακτηρισμός για τους Κερκυραίους, για ευνόητους λόγους, στο σατιρικό τραγούδι «Ο Υμνούμενος». Το «Κλαπαδόρας» υπάρχει και ως επώνυμο σε διάφορα μέρη της Ελλάδας.

klapakeim

Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», 22 Δεκεμβρίου 1926 – Από τη στήλη «Από την ζωήν και την φύσιν»

Η Κλαπαδoρα

Η κλαπαδόρα προετοιμάζεται. Καθαρίζεται, στιλβούται, δοκιμάζεται. Δειλοί, αόριστοι απηχούν οι πρώτοι δοκιμαστικοί τόνοι της εις τας συνοικίας. Γουρουρουρούρ… Από την τελευταίαν υγρασίαν εβράχνιασε αρκετά, όχι δε ολίγον την επηρέασε και το κοκκινέλιον. Επί τέλους και η ηλικία. Και ο χαλκός κύπτει εις την αδάμαστον φθοράν του χρόνου. Ευκόλως δεν δύναται να αντικατασταθή σήμερον σακκίδιον, αλλά ούτε πίλος, όχι κλαπαδόρα. Καθώς την εκαμάρωνα εις αθηναϊκόν υπόγειον καθαριζομένην, στιλβονωμένην, επιδιορθονομένην, μου είπε ο ρυτιδωμένος παίκτης της:

– Ξέρετε τι στοιχίζει σήμερον μία κλαπαδόρα, κύριε;

– Όχι. Δεν ειμπορώ να υπολογίσω.

– Λοιπόν, δεν την αγοράζετε και αν πωλήσητε δύο μαούνας!

Και της εθώπευσε στοργικώς τα κλειδία της, τρομερώτερα κλειδίων αχυρώνος. Εθαύμασε και εθαύμασα.

– Δεν λέτε πώς ευρέθη και αυτή σήμερον. Την έχω κρυμμένην όλον τον χρόνον εις κασσέλαν και πάντα την βγάζω τέτοιας ημέρας, με το καλόν να μας έρχωνται.

Εσταυροκοπήθη.

– Πόσων χρόνων να είναι; ηρώτησα.

– Αυτή εδώ; Δεν με ερωτάτε καλλίτερα δια την μακαρίτισσαν γιαγιάν μου. Κοτσονάτη όμως είνε, όπως ήτο η συγχωρεμένη. Θα την ακούσητε να κελαδήσει μεθαύριον εις τας εορτάς γλυκύτερα από καρδερίνα.

Την ανύψωσε, όχι με μικρόν κόπον, την ενηγκαλίσθη περιπαθώς, έπειτα την προέτεινε, εκόλλησε τα πλατέα χείλη του ως βεντούζα εις το επιστόμιόν της. Εφύσηξε εις τον σωλήνα, επαιγνίδισε τα χονδρά του δάκτυλα εις τα κλειδία της και ηκούσθησαν ήχοι τρόμπας. Διέκοψε και είπε:

– Ε, μεγαλείον δεν είνε;

Συνεφώνησα και του ηυχήθην προκαταβολικώς καλήν επιτυχίαν. Ηυχαρίστησε.

– Εμ, κύριε, αυτάς τας καλάς ημέρας περιμένομεν και ημείς οι πτωχοί άνθρωποι. Γιά να ίδωμεν, θα βγάλωμεν εφέτος την πηκτήν των Χριστουγέννων και το γαλόνιον;

– Διατί όχι, φίλε μου; Υγείαν να έχωμεν.

– Δεν λέγω λόγον. Πρώτα ο Θεός! Αλλά σκούρα τα βλέπω εφέτος. Πολλά κεσάτια.

– Λόγια. Θα πάνε καλά τα πράγματα. Άλλως η δική σας δουλειά είνε εξησφαλισμένη. Ποίος θα αποκρούση τον περιχαρή ύμνον σας κατά τας πανηγυρικάς ημέρας;

Ήτο παλαιός μουσικός, εις εποχήν όπου δεν εξετιμάτο ακόμη η μουσική. Άλλως τι ηδύνατο να περιμένη από τόσον επίσημον όργανον όπως η κλαπαδόρα, το οποίον αχρηστεύει τας περισσοτέρας ημέρας του έτους. Αυτή και το τρομπόνιον είνε τα ολιγώτερον ζητούμενα όργανα εις τας κοινάς ημέρας. Ηναγκάσθη να αλλάξη πολλά επαγγέλματα. Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, αλλά διετήρησε σταθερόν τον έρωτά του προς την κλαπαδόραν. Κάθε χρόνον τοιαύτην εποχήν επιστρέφει εις αυτήν με ζωηρότερον πόθον. Αναγεννάται εις την θέαν της, ως να ανατέλη δι’ αυτόν ο ήλιος της νεότητός του. Όλα τα λοιπά ευκαιρίας επαγγέλματα παραμερίζουν πρό του επανερχομένου αρχικωτέρου. Νομίζει ότι επαναφύονται εις το μαδαρόν κρανίον του τα κατσαρά πυκνόμαλλα της νεότητος, ότι ανορθούται εις βελόνης οξύτητα ο γυρμένος προς τα χείλη σημερινός μύσταξ, νοιώθει δε ελαστικόν το βαρύ βήμα του. Φυσικά έπαιζε «σόλα» άλλοτε εις το άχαρι αυτό όργανον, που είχον αφήση εποχήν, αλλά πού πνεύμονες τώρα, πού μνήμη και ευλυγισία δακτύλων. Και το λαγαρώτερον νερόν γίνεται σκληρόν πωρίον. Η δύναμις όμως της γλυκείας μεγάλης εορτής, οι μύριοι μυστικοί δεσμοί μαζί της, τα τρυφερώτερα συναισθήματα που αναθερμαίνει, κάνουν θαύματα και εις γηρασμένην καρδίαν, όπου δεν εψύγει εντελώς ο αισθηματολογικός παλμός. Είπε με ζωηράν λάμψιν χαράς εις το γαιώδες πρόσωπον, με φωνήν προσπαθήσασαν να επανεύρη σβυσθέντα μεταλλικόν τόνον.

– Ας είνε, θα το βροντήξωμεν πάλιν εφέτος!

Νεαρά χελιδών τανυνομένη δια την πρώτην πτήσιν της δεν θα είχε την ευδιαθεσίαν του. Τον απεχαιρέτισα βέβαιος περί της εορταστικής επιτυχίας του.

– Σε περιμένω να περάσεις από το πενιχρόν οσπίτιόν μου, του είπον.

– Ξέρω, ξέρω. Επάνω εις τα ξυπνητούρια σας, κατά το μεσημεράκιον. Την δουλειάν μας να μη γνωρίζωμεν;

Είπον από χθες εις τας τρεις αμφιπόλους μου να στρώσουν εις την είσοδον την καλλιτέραν Λαχώραν, όπως πατήση η εορταστική κλαπαδόρα την παραμονήν, περιμένω δε από τον κουμπάρον Κόλιαν την πλέον κεχριμπαρένιαν ρετσίνα. Τι διάβολον, ολίγην μουσικήν χαράν να μην δοκιμάσωμεν και ημείς οι πτωχάνθρωποι μίαν φοράν το έτος;

«Αθηναίος», κατά κόσμον Δημήτριος Χατζόπουλος, 1926

Και τώρα η απόδοση στην κοινή νεοελληνική

Η Κλαπαδoρα

Απόδοση στην κοινή νεοελληνική

Η κλαπαδόρα προετοιμάζεται. Καθαρίζεται, γυαλίζεται, δοκιμάζεται. Δειλές κι αόριστες αντηχούν οι πρώτες δοκιμαστικές της νότες στις γειτονιές. Γουρουρουρούρ… Βράχνιασε αρκετά από την πρόσφατη υγρασία, όχι ότι δεν την επηρέασε αρκετά και το κοκκινέλι. Την επηρέασε πάντως τελικά και η ηλικία της. Ακόμα και ο χαλκός υποκύπτει στην ασταμάτητη φθορά του χρόνου. Δεν είναι εύκολο σήμερα να αντικαταστήσει κάποιος, όχι μόνο το σακάκι
του, αλλά ούτε και το καπέλο του, πόσο μάλλον μία κλαπαδόρα. Καθώς την καμάρωνα σε ένα αθηναϊκό υπόγειο, να την καθαρίζει, να την γυαλίζει και να την διορθώνει, μου είπε ο ρυτιδιασμένος οργανοπαίκτης:

– Ξέρετε, κύριε, πόσο κοστίζει σήμερα μία κλαπαδόρα;

– Όχι, δεν μπορώ να υπολογίσω.

– Το λοιπόν, δεν μπορείτε να την αγοράσετε, ακόμα κι αν πουλήσετε δύο μαούνες!

Και της χάϊδεψε στοργικά τα κλειδιά της, πιό φοβερά κι από τα κλειδιά ενός αχυρώνα. Την θαύμασε εκείνος, την θαύμασα κι εγώ.

– Δεν λέτε πώς ξέμεινε και τούτη μέχρι σήμερα! Την έχω κρυμμένη όλο τον χρόνο σε μια κασέλα, και την βγάζω πάντα τέτοιες μέρες, με το καλό να μας έρχονται. Σταυροκοπήθηκε.

– Πόσων χρόνων να είναι; τον ρώτησα.

– Αυτή εδώ; Δεν με ρωτάτε καλύτερα για τη μακαρίτισσα τη γιαγιά μου! Είναι κοτσονάτη όμως, όπως ήταν και η συγχωρεμένη. Θα την ακούσετε που θα κελαϊδήσει μεθαύριο στις γιορτές πιό γλυκά κι από καρδερίνα!

Την σήκωσε, με αρκετή προσπάθεια, την αγκάλιασε με πάθος, έπειτα την έβαλε ίσια μπροστά του και κόλλησε τα πλατειά του χείλια σαν βεντούζα στο επιστόμιο. Φύσηξε μέσα στον σωλήνα, παιγνίδισε τα χοντρά του δάχτυλα στα κλειδιά της κι ακούστηκαν ήχοι τρομπέτας. Σταμάτησε και είπε:

– Ε, μεγαλείο δεν είναι;

Συμφώνησα, και του ευχήθηκα προκαταβολικά καλή επιτυχία. Με ευχαρίστησε.

– Εμ, κύριε, αυτές τις καλές τις μέρες περιμένουμε κι εμείς οι φτωχοί άνθρωποι. Γιά να δούμε, θα βγάλουμε κι εφέτος την πηχτή των Χριστουγέννων κι ένα γαλόνι κρασί;

– Γιατί όχι, φίλε μου; Την υγειά μας να έχουμε.

– Ούτε λόγος, πρώτα ο Θεός! Αλλά σκούρα τα βλέπω φέτος τα πράγματα. Πολλά κεσάτια.

– Λόγια, λόγια. Θα πάνε καλά τα πράγματα. Άλλωστε, η δική σας η δουλειά είναι εξασφαλισμένη. Ποιός θα αποδιώξει τη χαρμόσυνη μελωδία σας τις γιορτινές μέρες;

Ήταν παλιός μουσικός, σε μια εποχή που δεν εκτιμούσαν ακόμα τη μουσική. Άλλωστε, τι θα μπορούσε να περιμένει από ένα τόσο επίσημο όργανο, όπως η κλαπαδόρα, που είναι άχρηστο τις περισσοτέρες μέρες του χρόνου; Αυτή και το τρομπόνι είναι τα όργανα που ζητάνε λιγότερο τις καθημερινές. Αναγκάστηκε να αλλάξει πολλά επαγγέλματα. Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης, όπως χαρακτηρίζει τον εαυτό του, αλλά διατήρησε σταθερό τον έρωτά του για την κλαπαδόρα. Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, ξαναγυρίζει σ’ αυτήν με ζωηρότερο πόθο. Ξαναγεννιέται όταν τη βλέπει, σαν να ανατέλλει ξανά γι’ αυτόν ο ήλιος της νιότης του. Όλα τα υπόλοιπα ευκαιριακά του επαγγέλματα παραμερίζουν όταν ξαναπιάνει το αρχικό του επάγγελμα. Του φαίνεται ότι πάνω στο φαλακρό του κεφάλι ξαναφυτρώνουν τα πυκνά κατσαρά μαλλιά της νιότης του, ότι ξανασηκώνονται στριφτές σαν βελόνες οι άκρες του μουστακιού του, που σήμερα κρεμάνε πάνω στα χείλια του, και νοιώθει ότι γίνονται πιό ευλύγιστα τα βαριά του βήματα. Φυσικά, άλλοτε με αυτό το άχαρο όργανο έπαιζε σόλα που είχαν αφήσει εποχή, αλλά τώρα, πού πνεύμονες, πού μνήμη και ευλυγισία των δαχτύλων. Ακόμα και το καθαρότερο νερό, κάποτε γίνεται σκληρός ασβεστόλιθος. Όμως, η δύναμη της γλυκιάς μεγάλης γιορτής, οι χιλιάδες μυστικοί δεσμοί μαζί της, και τα τρυφερότερα συναισθήματα που ξαναζεσταίνει, κάνουν θαύματα ακόμα και σε μια
γερασμένη καρδιά, εκεί που δεν έχει παγώσει τελείως ο παλμός του συναισθήματος. Με μια ζωηρή λάμψη χαράς στο σκαμμένο του πρόσωπο, και με φωνή που προσπαθούσε να ξαναβρή τον σβησμένο καμπανιστό της τόνο, είπε:

– Ας είναι, θα το βροντήξουμε πάλι κι εφέτος!

Ούτε χελιδονάκι που τεντώνεται για το πρώτο του πέταγμα, δεν θα είχε τη δική του καλή διάθεση. Τον αποχαιρέτησα βέβαιος για την εορταστική του επιτυχία.
– Σε περιμένω να περάσεις κι από το φτωχικό μου, του είπα.

– Ξέρω, ξέρω. Πάνω στα ξυπνητούρια σας, κατά το μεσημεράκι. Τη δουλειά μας δεν ξέρουμε;

Είπα από χθες στις τρεις υπηρέτριές μου να στρώσουν στην είσοδο το καλύτερο χαλί από τη Λαχώρη, για να πατήση την παραμονή η γιορταστική κλαπαδόρα, και από τον κουμπάρο μου τον Κόλια περιμένω την πιο κεχριμπαρένια ρετσίνα. Τι διάολο, λίγη μουσική χαρά να μην τη δοκιμάσουμε κι εμείς οι φτωχοί άνθρωποι, μια φορά τον χρόνο;

«Αθηναίος», κατά κόσμον Δημήτριος Χατζόπουλος, 1926
Απόδοση στην κοινή νεοελληνική : Κώστας Χ. 2023

Για τη μετάφραση  στα  κορφιάτικα, ο Κώστας Χ.  λέει:

Πρόλογος για την απόδοση στο κορφιάτικο ιδίωμα

Η απόδοση της «Κλαπαδόρας» στο κορφιάτικο ιδίωμα ήταν άλλο ένα πείραμα. Δίστασα να το στείλω για δημοσίευση, επειδή δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένος, ίσως να χρειάζεται λίγη περισσότερη δουλειά. Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο, βασικά για τρεις λόγους:

1) Αρκετές λέξεις και φράσεις δεν χρησιμοποιούνται στο λαϊκό κορφιάτικο ιδίωμα, και κάποιες ούτε καν αποδίδονται σωστά, οπότε προκειμένου να παραμείνει το ύφος αυθεντικό, αναγκάστηκα να τις αλλάξω τελείως, π.χ. το «φίλε μου» έγινε «ωρέ άθρωπε», και το «ας είνε» έγινε «δεν πάει στο διάολο».
2) Ήθελα να βγει ο λόγος φυσικός, και όχι γραφικός ή αστείος, όπως κάποιες «κορφιάτικες παρόλες» γεμάτες υπερβολές, που γράφουμε για πλάκα. Για να το πετύχω αυτό, σκεφτόμουν ότι αφηγήτρια θα μπορούσε να ήταν η προγιαγιά μου, η μπιζνόνα η Πολυξένη, η οποία 1926 που γράφτηκε το χρονογράφημα ήταν τριάντα χρονών, μιλούσε ατόφιο το ιδίωμα της πόλης της Κέρκυρας, και είχα την τύχη να συνομιλώ μαζί της μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Υπ’ όψιν ότι το
ιδίωμα της απόδοσης είναι της πόλης και των περιχώρων, όχι των χωριών, γι’ αυτό και έχει αρκετές λέξεις ιταλικής προέλευσης.
3) Το χειρότερο: έβαλα στοίχημα με τον εαυτό μου να μην ψάξω για λέξεις σε κάποιο κορφιάτικο λεξικό, αλλά να χρησιμοποιήσω μόνο λέξεις και φράσεις που θυμάμαι!

Η Κλαπαδόρα

Απόδοση στο κορφιάτικο ιδίωμα

Η κλαπαδόρα ετοιμάζεται. Παστρεύεται, γυαλίζεται, προβάρεται. Σιγανές και φάρτσες ακούονται στσου μπόργους οι πρώτες νότες τση πρόβας. Γουρουρουρούρ… Από την ύστερη νότια εβράχνιασε πλέργια, όχι που δεν την επείραξε κάμποσο και το κοκκινέλι. Ινσόμα, την επειράξανε και οι χρόνοι τση. Ακόμα και τα χαρκώματα παγιώνουνε από τσι αβαρίες που φέρνουνε οι χρόνοι, και σταματημό δεν έχουνε. Δεν είναι μπορετό σήμερο να πάρει καένας,
όχι καινούργια γιακέτα, αλλά ούτε ένα κασκέτο, δε σου μιλώ για μια κλαπαδόρα. Εκεί που την εκαμάρωνα σε ένα κατώι τση Αθήνας, να τηνε παστρεύει, να τηνε γυαλίζει και να τηνε σιάχνει, μου λέει ο γέροντας ο μουζικός:

– Ξέρεις, σιόρε μου, πόσο κάνει σήμερο μια κλαπαδόρα;

– Όχι, δεν μπορώ να κάμω κόντο.

– Το λοιπό, δε μπορείς να τηνε πάρεις ακόμα και άμα πουλήσεις δύο μαούνες!

Κι εχάϊδεψε μ’ αμόρε τα κλειδιά τση, πού ‘τανε πιο γκράντε κι από τα κλειδιά του αχυρώνα! Την εθάγμασε εκείνος, την εθάγμασα κι εγώ.
– Δε λές πώς εβρέθηκε κι ετούτη μέχρι σήμερο! Την έχω κρουμμένη όλο το χρόνο σε μια κασέλα, και τηνε βγάζω πάντα ετούτες τσι μέρες, με το καλό να μας έρχονται.
Εσταυροκοπήθηκε.
– Πόσω χρονώ νά ‘ναι; τονε ρώτησα.
– Ετούτη εδώ; Κάγιο δε με ρωτάς για τη συχωρεμένη τη νόνα μου! Αλλά είναι γερή, όπως ήτανε κι η συχωρεμένη. Θα τηνε ακούσεις που θα κελαϊδάει μεθαύριο στσι γιορτάδες πιο ντόλτσε κι από γαρδέλι!
Την άσκωσε με κόπο, την αγκάγιασε με γάρμπο, έπειτα την έβαλε μπροστά του κι εκόλλησε τα πλατειά του τα χείγια σα βεντούζα στο μποκίνι. Εφύσηξε μέσ’ στο κανούλι, έπαιξε με τα χοντρά του τα δάχτυλα απάνου στα κλειδιά τση, κι ακούστηκε μουζική από τρομπέτα. Εστάθηκε και μού ‘πε:

– Ε, μεγαλείο δεν είναι;

Εσυφώνησα, και τού ‘πα από τώρα καλή πιτυχία. Με φχαρίστησε.

– Ε, σιόρε μου, αυτές τσι καλές τσι μέρες καρτεράμε κι εμείς οι φτωχοί αθρώποι. Γιά να ειδούμε, θα βγάλουμε κι εφέτος την πηχτή και δέκα λίτρες κρασί για τα Χριστούγεννα;
– Γιατί όχι, ωρέ άθρωπε; Την υγειά μας νά ‘χουμε.
– Ούτε κουβέντα, πρώτα ο Θέος! Αλλά σκούρα τα βλέπω εφέτος τα πράματα. Πολλές αναδουγειές.
– Παρόλες είναι ετούτα. Καλά θα πάνε τα πράματα. Από την άλλη, η δικιά σου η δουγειά είναι σίγουρη. Ποιός θ’ αποδιώξει το σκοπό σου τον αλέγρο τσι μέρες πό’ ‘χουμε γιορτάδες;

Ήτανε παγιός μουζικός, σ’ ένα καιρό που δεν εστιμάρανε ακόμα τη μουζική. Από την άλλη μεργιά, τι εμπόρουνε να καρτεράει από ‘να τόσο γκράντε όργανο, σα τη κλαπαδόρα, που δε φελάει τσι περσότερες μέρες του χρόνου; Ετούτη και το τρομπόνι είναι τα όργανα που τα γυρεύουνε λιγότερο τσι καθημερνές. Ήπρεπε στη ζωή του να κάμει πολλές δουγειές. «Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης», που λέει για τον ίδιονε, αλλά βαστούσε όλο τον καιρό τ’ αμόρε του για την κλαπαδόρα. Κάθε χρόνο, τέτοιονε καιρό, ξαναγυρνάει σ’ αυτήνε με πιο ζωντανό πόθο. Ξαναγεννιέται ότα τηνε βλέπει, σα να ξαναβγαίνει γι’ αυτόνε ο ήγιος τση νιότης του. Όλες οι αποδέλοιπες δουγειές του, πού ‘κανε για κάνα φεγγάρι, κάνουνε στην άκρια ότα ξαναπιάνει την πρώτη του δουγειά. Του κάεται ότι ξαναβγαίνουνε απάνου στο άδειο κεφάλι του τα πυκνά ρίτσικα μαγιά τση νιότης του, ότι ξανασκώνονται στριφτές σα τσι βελόνες οι άκριες από το μουστάκι του, που τώρα κρέμονται απάνου στα χείγια του, και νοιώθει πιό μολάδα τα βαριά του πατήματα. Αμή παγιότερα, με τούτο το άχαρο όργανο έπαιζε σόλα πού ‘χανε αφήκει εποχή, αλλά τώρα πού πλεμόνια, πού μυαλό και δάχτυλα μολάδα. Ακόμα και το πιό παστρικό νερό, κάποια ώρα γένεται ντούρο σα τον ασβέστη.
Αλλά η δύναμη πό ‘χει η μεγάλη γλυκιά γιορτή, τα χιγιάδες κρυφά δεσίματα πό’ ‘χει μ’ αυτήνε, και τα πιό τρυφερά αιστήματα που ξαναζεσταίνει, κάνουνε θάγματα ακόμα και στη βέκια καρδιά, εκεί όπου δεν εκρύωσε τέγεια ο χτύπος του αιστήματος. Με το σκαμμένο του μούτρο νά ‘χει φέξει από τη χαρά, και με φωνή που γύρευε να ξανάβρη τον καμπανιστό τση τόνο πό’ ‘χε σβήσει, μού ‘πε:

– Δεν πάει στο διάολο, θα τηνε βαρήσουμε πάλε κι εφέτος!

Ούτε το χελιδονίτσι που τεντώνεται για το πρώτο του πέταμα, δε θά ‘χε τη δική του καλή όρεξη. Τονε αποχαιρέτησα σίγουρος που θα πετύχει στσι γιορτάδες.

– Σε καρτεράω να περάσεις κι από το φτωχικό μου, τού ‘πα.

– Αμή δεν ηξέρω; Απάνου στα ξυπνητούρια σου, κοντά στο μεσημεράκι. Τη δουγειά μας δεν ηξέρουμε;

Είπα από τα ψες στσι τρεις δούλες μου να στρώσουνε στο πόρτιγο το καλύτερο ταπέτο από τη Λαχώρη, για να το πατήση την παραμονή η γιορταστική κλαπαδόρα, κι από τον κουμπάρο μου τον Κόλια καρτεράω την πιό κεχριμπαρένια ρετσίνα. Τι διάολο, λίγη μουζική χαρά να μη τηνε δοκιμάσουμε κι εμείς οι φτωχοί αθρώποι, μια φορά το χρόνο;

«Αθηναίος», κατά κόσμον Δημήτριος Χατζόπουλος, 1926

Απόδοση στο κορφιάτικο ιδίωμα : Κώστας Χ. 2023

Και κλείνουμε με το κορφιάτικο γλωσσάρι

Λεξιλόγιο, με τη σειρά εμφάνισης των λέξεων στο κείμενο :

κλαπαδόρα : παλιό χάλκινο πνευστό όργανο, βλ. πρόλογο.
παστρεύω : καθαρίζω.
φάρτσος : φάλτσος, παράφωνος, αλλά και ψεύτικος, κάλπικος.
μπόργος : συνοικία, γειτονιά.
ύστερος : ο τελευταίος χρονικά, ή ο πρόσφατος.
νότια (η) : νοτιάς, υγρός καιρός, υγρασία.
πλέργια : πάρα πολύ, αρκετά.
ινσόμα : εν τέλει, τελικά, καταλήγοντας.
χαρκώματα : χαλκώματα, χάλκινα σκεύη, μπακίρια.
αβαρία : ζημιά.
γιακέτα : σακάκι.
κασκέτο : τραγιάσκα.
σιάχνω : φτιάχνω, διορθώνω.
σιόρε : κύριε, κλητική του «σιορ».
κάνω κόντο : λογαριάζω, υπολογίζω.
αμόρε : αγάπη.
γκράντε : μεγάλος, μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής.
κάγιο : κάλλιο, καλύτερα, προτιμότερα.
νόνα : γιαγιά.
ντόλτσε : γλυκός (μεταφορ.), ευχάριστος.
γαρδέλι : καρδερίνα.
άσκώνω : σηκώνω.
γάρμπο : αγάπη ερωτική.
μποκίνι : επιστόμιο.
κανούλι : σωλήνας.
πηχτή : έδεσμα από γουρουνοκεφαλή βρασμένη με μπαχαρικά (πανελλήνιο).
λίτρα (η) : μονάδα μέτρησης βάρους και υγρών στα Ιόνια νησιά μέχρι το 1959.
αναδουγειές : αναδουλειές, απραξία, κεσάτια.
παρόλες : λόγια, ανούσια λόγια.
αλέγ(κ)ρος : εύθυμος, χαρωπός.
στιμάρω : εκτιμώ, έχω σε εκτίμηση, αναγνωρίζω την αξία.
φελάω : οφελώ, χρησιμεύω.
αποδέλοιπος : υπόλοιπος.
μου κάεται : μου φαίνεται, νομίζω.
ρίτσικος (και ρίτσος) : σγουρός, κατσαρός.
μολάδος : χαλαρός, εύκαμπτος.
αμή : αλλά, μα, μήπως (δεν…), «σάματι» (κατά περίπτωση).
παστρικός : καθαρός.
ντούρος : σκληρός.
βέκιος : γέρος, παλιός.
χελιδονίτσι : χελιδονάκι.
δούλα : υπηρέτρια.
πόρτιγο : χώρος εισόδου, χολ.
ταπέτο : χαλί.

Αυτά, το 1926. Το 2023 είναι κάπως δύσκολο να βρούμε κλαπαδόρα για ν’ ακούσουμε τα Κάλαντα -αλλά δεν έχει και πολλή σημασία.

Καλά Χριστούγεννα σε όλες και σε όλους!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *