αρχιτεκτονική στην πασαρέλα e1674167192627
Λαδοπαστέλ σε χαρτί – Τ. Παπαϊωάννου

Τάσης Παπαϊωάννου

*Αρχιτέκτων-ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ

 

Η παρακμή της αρχιτεκτονικής εκφράζει στον χώρο την παρακμή ενός κόσμου που βυθίζεται στο τέλμα τού Τίποτα. Εχεις διαρκώς την αίσθηση μιας ατέρμονης απώλειας.

Όταν το 1967 ο Γκι Ντεμπόρ έγραφε το γνωστό βιβλίο του «Η κοινωνία του θεάματος», ίσως να μη φανταζόταν το πόσο θα επηρέαζε το θέαμα, σήμερα, τη ζωή μας. Ζούμε σ’ έναν κόσμο πλημμυρισμένο με εικόνες. Ολα έχουν γίνει εικόνα: ψηφιακή, άυλη, που εντυπώνεται ανεξίτηλα στον εγκέφαλό μας! Τηλεόραση, κομπιούτερ, κινητό τηλέφωνο έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Facebook, Instagram, Tik Tok και ποιος ξέρει τι άλλες εφαρμογές στο μέλλον θα κυριαρχούνται από την παντοδυναμία και την αμεσότητα της εικόνας. Με τον καιρό, όλα τείνουν να χάσουν την υλική υπόστασή τους και μεταλλάσσονται σε ψηφιακά αντικείμενα προς θέαση (πραγματικά ή πλασματικά, εν τέλει αδιάφορο).

Το ίδιο και η αρχιτεκτονική. Κινδυνεύει να χάσει –αν δεν το έχει χάσει ήδη– αυτό που ήταν η αιτία της ύπαρξής της, αυτό που αποτελούσε και το βαθύτερο νόημά της: τον βιωμένο (με όλες μας τις αισθήσεις) αρχιτεκτονικό χώρο. Δεν χτίζουμε «δοχεία ζωής» που υπηρετούν τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά τρισδιάστατα εικονογραφικά σκηνικά στον χώρο. Η αρχιτεκτονική μετατρέπεται σ’ ένα ψυχρό και αβίωτο έκθεμα βιτρίνας. Η ίδια η ύλη υποτάσσεται στη φαντασμαγορική εικόνα που σαγηνεύει με τη ναρκισσιστική μορφή της. Κυριαρχεί το εξωφρενικό, το προκλητικό, το πομπώδες, το αλλόκοτο, το κούφιο, το ρηχό.

Περπατάς στη γειτονιά και νεόδμητα κτίρια (κυρίως πολυκατοικίες) ξεπροβάλλουν άξαφνα μπροστά σου, άσχημα σαν σκιάχτρα. Επιθετικά, αυτοαναφορικά, αντιμετωπίζουν υπεροπτικά τα γειτονικά τους, θεωρώντας τα παρακατιανά, ξεπερασμένα, «δεύτερα». Προσπαθούν να δημιουργήσουν νέα πρότυπα για τις μικροαστικές φαντασιώσεις των καταναλωτών, φτάνοντας στο αποκορύφωμα της επιδειξιομανίας και της αυθάδειας. Μια φθήνια που πονηρά βαφτίζεται πολυτέλεια. Η αλαζονική μορφή τους κραυγάζει ενοχλητικά, ώστε να την προσέξεις, να σταθείς και να εντυπωσιαστείς από τα μπιχλιμπίδια της, έτσι όπως αυτάρεσκα ξεχωρίζει μέσα στους δρόμους της γειτονιάς. Τα καινούργια κτίσματα φωνασκούν κι αυτά δυνατά, όπως οι τελάληδες που προσπαθούν να πουλήσουν την πραμάτεια τους στην αγορά.

Η πόλη, έτσι, γεμίζει με κτίρια-εμπορεύματα που στερούνται κάθε νοήματος και καταργούν ό,τι είχε απομείνει από αυτό που συγκροτούσε τη συλλογικότητα της κατοίκησης. Ανάμεσά τους στέκονται αθόρυβα και τα λιγοστά κτίρια πολύ καλής αρχιτεκτονικής, που στολίζουν με τη σεμνή παρουσία τους τον νεότερο κτιριακό πολιτισμό της χώρας μας. Κτίρια που έρχονται να ακουμπήσουν φυσιολογικά δίπλα σ’ αυτά που προϋπήρχαν, δίχως υπερβολές και ακατανόητους μορφοπλαστικούς ακροβατισμούς, όπως πάντα κάνει η καλή αρχιτεκτονική. Στέκεται σιωπηλή στη σκιά του παρόντος, μνημονεύοντας με την παρουσία της όχι μόνον αυτούς που την έχτισαν, αλλά και το πώς θα όφειλε να είναι ο βίος μας.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *