ceb7 ceb1cebdcf84ceb9ceb3cf8ccebdceb7 cebf cebccf8dceb8cebfcf82 ceb7 cf80cebfceafceb7cf83ceb7 cf84cebfcf85 cf83cf84ceb1cf8dcf81cebf

γράφει ο Σταύρος Ζαφειρίου

 

Ασφαλώς και δεν κομίζω γλαύκα εις Αθήνας αν πω ότι η Αντιγόνη, μυθολογική θυγατέρα του Οιδίποδα και της Ιοκάστης και ηρωίδα της γνωστῆς τραγωδίας του Σοφοκλή, αποτελεί ένα από τα πιο συμβολοποιημένα, πολυερμηνευμένα και διλημματικά πρόσωπα που έρχονται από την αρχαιοελληνική δραματουργία· ούτε αν πω ότι η ίδια η τραγωδία, ως κείμενο, επανερμηνεύεται και επανερμηνεύεται, ενώ ως θεατρική παράσταση επικαιροποιείται κατά τη συγκυρία. Αυτό, άλλωστε, το γνωρίζει και η ίδια η Αντιγόνη:

[…]

Φιλόσοφοι το δίκιο μου ζυγιάσαν

και το ’βγαλαν λειψό.

Ψυχαναλυτές αφού ψηλάφισαν γενιές και γενεές

τραυμάτων, άξια με έχρισαν διάδοχο

παράδοσης οικογενειακής

‒μέχρι queer βασίλισσα κι ερωτευμένη με τον Πολυνείκη.

Πολιτικοί με νάρκισσους στο πέτο

στην πλάτη μου έστησαν καυγά,

θέλαν το θέμα της ταφής

με δημοψήφισμα να λύσουν.

Ποιητές αντί-θεό με ονόμασαν,

όμως στη χώρα των νεκρών

σαν έφτασα, με αποθέωσαν.

Σκηνοθέτες με φυλάκισαν επάνω στη σκηνή

‒φρενήρης να τινάζω τα μαλλιά,

τα δόντια μου να τρίζω,

να κουβαλάω στους ώμους τον σταυρό.

Και ευρήματα ‒εσχάτως‒ παθολογικά

ναυτία στους λαβυρίνθους,

σε τέρατα δυσανεξία μυθικά,

σε αναφορές και τόμους αλλεργία,

των ειδικών γιατρών βροχή οι διαγνώσεις.

 

Συκοφαντίες όλα.

 

Μιλώντας για το ποιητικό βιβλίο της Μαρίας Λάτσαρη Εμείς η Αντιγόνη δεν μπορώ φυσικά να αγνοήσω το μυθολογικό του υπόβαθρο, το οποίο και θα πρέπει να επανατοποθετήσω στο πλαίσιο αυτού του βιβλίου, ή το αντίθετο: να τοποθετήσω αυτό το βιβλίο στο πλαίσιο του μύθου.

Έχουμε λοιπόν έναν τίτλο όπου αντί το ατομικό να μετέχει του συλλογικού ‒είμαι κι εγώ μια από τις Αντιγόνες‒, είναι το συλλογικό «εμείς» που περικλείεται στο ατομικό «η Αντιγόνη». Και επειδή το «εμείς», πέρα από την πληθυντική έκφρασή του περικλείει, επί του προκειμένου, και ταυτότητα φύλου, δεν είναι η καθεμιά και μια Αντιγόνη, δεν είναι «Εμείς οι Αντιγόνες», αλλά την Αντιγόνη τη συγκροτούν όλες μαζί.

Ποια είναι όμως η κατά τον μύθο Αντιγόνη; Μια νεαρή κοπέλα η οποία, πιστή στην παράδοση του συγγενικού αίματος και των θεϊκών άγραφων νόμων, τολμά και παραβιάζει τους θεσπισμένους νόμους της πολιτείας, έτοιμη να πληρώσει το τίμημα, το οποίο γνωρίζει ότι υπάρχει. Στον περίφημο διάλογο-αντιπαράθεσή της με τον Κρέοντα, μια αντιπαράθεση δύο, κατά κάποιον τρόπο, δικαιϊκών αρχών, τους νόμους χθονὸς από τη μια και τῶν θεῶν ἔνορκον δίκαν από την άλλη ή , κατ’ άλλους, της αλαζονείας της εξουσίας και της αξιοπρέπειας, ὁ Κρέων τη ρωτά: «Τόλμησες να πατήσεις τον νόμο;» και η Αντιγόνη του απαντά: «Ναι, γιατί δεν είναι ο Δίας και η θεά Δικαιοσύνη που έχουν ορίσει τέτοιους νόμους για τους ανθρώπους, και οι νόμοι οι δικοί σου δεν έχουν τη δύναμη να υπερβούν τους άγραφους και αλάθευτους νόμους των θεών».

Ασχέτως προς την εξέλιξη του μύθου, που οδηγεί τα μετέχοντα πρόσωπα στη σύγκρουση, δίνοντας σχῆμα στην τραγική ή ηρωική υπόστασή τους, το ερώτημα που γεννάται είναι αν πράγματι η Αντιγόνη, παραβιάζοντας τον νόμο έρχεται συνειδητά σε μια ιδεολογική διαμάχη με τη γενικότερη έννοια της εξουσίας, αν κάνει δηλαδή συνειδητά μια πολιτική, επαναστατική πράξη ενάντια σε ό,τι θεωρεί άδικο. Θέλω να πω: η Αντιγόνη θα επεδείκνυε ανυπακοή, θα έθαβε κάποιον, στο όνομα ενός άγραφου θεϊκού και εθιμικού δικαίου, στο όνομα της προσωπικής ευσέβειάς της και τιμής, και κόντρα στους νόμους του κράτους, αν δεν τη συνέδεαν με αυτόν τον κάποιο δεσμοί αίματος;

Η Λάτσαρη έχει να διαχειριστεί τον μύθο, την ηρωίδα της και τον συμβολισμό της, φορτωμένους ήδη με διάφορες και διαφορετικές ερμηνείες: πολιτικές, κοινωνικές ή και καθαρά θεολογικές. Ας δούμε τι επιλέγει να κάνει και πώς.

Κατ’ αρχάς, και εν είδει θεατρικής παράστασης, δημιουργεί ένα σκηνικό περιβάλλον. Επτά πύλες ‒βλέπε η Επτάπυλος Θήβα‒ με τους αντίστοιχους φρουρούς τους, ένας δρόμος, η οδός Λαβδακιδών ‒βλέπε το θηβαϊκό μυθολογικό γένος‒, ένα σπίτι στο παράθυρο του οποίου στέκεται η Ισμήνη και κοιτά σαν να περιμένει κάποιον, και τέλος η Αντιγόνη, η οποία τριγυρίζει ανάμεσα σε σκιές νεκρών, ωσάν σε μια επίγεια νέκυια. Ὅμως ποιων νεκρών; Των νεκρών του αρχαίου μύθου ή των νεκρών μιας ιστορικής διαχρονίας;

Παρένθεση: Σε αντίθεση με το πρότυπο της Αντιγόνης, όπως αυτό προβάλλεται στην τραγωδία από τον Σοφοκλή, η αδερφή της Ισμήνη είναι δειλή και φοβισμένη, είναι το λογικό άτομο που υπακούει στους νόμους και στους κανόνες, αν και κάποια στιγμή δηλώνει πρόθυμη να ακολουθήσει τη μοίρα της Αντιγόνης.

Το ποιητικό κείμενο εξελίσσεται σαν ένας διάλογος μεταξύ των δύο αδερφών, ενώ προλογικά μιλά ο ποιητής, ο οποίος στη συνέχεια αποσύρεται, παραχωρώντας τη θέση του στους ρόλους που ο ίδιος έχει επινοήσει.

Ο πρόλογος βέβαια, κατά την αριστοτελική «Ποιητική», γνωρίζουμε ότι αποτελεί μέρος του έργου, συνήθως τον εκφωνεί κάποιος θεός και προϊδεάζει τον θεατή για την υπόθεση, ενώ τον πληροφορεί για την όποια προϊστορία της. Έτσι, μια και εδώ είναι ο ποιητής αυτός που μας προϊδεάζει, υποπτευόμαστε ότι θα δούμε στη συνέχεια μιαν Αντιγόνη νὰ διασχίζει τον χρόνο, παίρνοντας διάφορα άλλα, συμβολοποιημένα επίσης, γυναικεία ονόματα, και με «το κιβώτιο του μαρτυρίου παραμάσχαλα». Ωστόσο, πίσω από κάθε ένα από αυτά τα ονόματα, εγώ τουλάχιστον ακούω να επαναλαμβάνεται σαν ψίθυρος το όνομα «Καντριγιέ», που στα αραβικά σημαίνει «τιμή». Και το ακούω πάλι, φωναχτά αυτή τη φορά, σαν τίτλο ποιήματος στον τελευταίο λόγο της Αντιγόνης. Και είναι, πιστεύω, η έννοια της τιμής που σηματοδοτεί τον αξιακό κώδικα του βιβλίου. Λέει λοιπόν στον πρόλογό του ο ποιητής:

 

Στη Δαμασκό η τελευταία φορά που την είδα

με το κιβώτιο του μαρτυρίου παραμάσχαλα.

Το όνομα είχε Καντριγιέ

 

Και λίγο πιο κάτω:

 

Στοιχίζω τους αιώνες στη σειρά,

εδώ π’ ανέτειλε το ήθος της θνητότητας

κι έλαβαν σώμα γυναίκας φυλαχτό

η αθωότητα και η ενοχή,

η θηριωδία και η επιείκεια.

Βλέπουμε ότι εξαρχής τίθενται ζητήματα ηθικής, δικαίου και εξουσίας. Κυρίως όμως αυτά που τίθενται και εκτίθενται είναι το σώμα και η υπόσταση της γυναίκας, επί των οποίων δοκιμάζονται η ηθική, το δίκαιο και η εξουσία.

 

Ακολουθεί, με αυστηρή εναλλαγή των φωνών και με επιμέρους τίτλους ο διάλογος των δύο αδερφών ή, για να είμαι ακριβέστερος, η Αντιγόνη λέει και η Ισμήνη απαντά. Επίσης, στο τέλος κάθε διαλογικού μέρους παρατίθεται, δίκην χορικού σχολίου θα έλεγα, μία επιγραμματική φράση, ένα επιμύθιο.

Η Αντιγόνη επιστρέφει, Επιστρέφει από την ξενιτιά της ιστορίας στη Θήβα, την πατρίδα της, κουβαλώντας στο σακίδιό της όλες τις μεταμορφώσεις της και όλα τα ονόματά της, όλα τα πρόσωπα και τα προσωπεία με τα οποία διέσχισε τον χρόνο, όλη τη σοφία που αποκόμισε από αυτό που ονομάζει «ξενιτιά» και που εμείς θα μπορούσαμε να ονομάζουμε «ξενισμό» του εαυτού στην ύπαρξη-χώρα του Άλλου. Επιστρέφει ‒πράξη που ενέχει την έννοια της κίνησης από και προς‒ και ταυτόχρονα ήταν και είναι αμετακίνητη, πάντα εδώ, ως η αρχετυπική μορφή, το σταθερό σημείο αναφοράς κάθε γυναίκας, που μπορεί να ήταν η Σαπφώ, η Κλεοπάτρα, η Έμιλυ Ντίκινσον, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, η Ρόζα Παρκς· κάθε γυναίκας που μπορεί να ήταν η ελευθερία του έρωτα, η περηφάνεια, η μοναξιά, η επανάσταση, η διεκδίκηση της ισότητας, η πρόσφυγας από την όποια Συρία. Επιστρέφει από όλους τους χρόνους και με όλες της τις φωνές.

Μέσα σε τούτο το γενικότερο πλαίσιο, ή μάλλον μέσα σε τούτη την κίνηση, η Λάτσαρη επιχειρεί επιμέρους εστιάσεις. Έτσι, για παράδειγμα, η αρχικά μνημονευόμενη μόνον ως όνομα Ρόζα Παρκς, γίνεται ιστορία, γίνεται η συγκεκριμένη μαύρη γυναίκα που αρνήθηκε να σηκωθεί από τη θέση της στο λεωφορείο για να καθίσει ένας λευκός, αποκτά δηλαδή το μαύρο της πρόσωπο και ενεργεί, αγνοώντας νόμους και απαγορεύσεις· κάθισε στην πρώτη θέση η Ρόζα, λέει η Ισμήνη· Όταν οι λέξεις γίνονται πράξεις, σχολιάζει ο Χορός, ενώ η επίσης μνημονευόμενη αρχικά μόνον ως όνομα Κλεοπάτρα, γίνεται η τελευταία ανάσα και άνασσα μιας εποχής, γίνεται η γυναίκα Αντιγόνη που δίνει η ίδια τέλος στη ζωή της, για να αποφύγει την ταπείνωση της υποταγής. Και η Ρόζα του Βερολίνου γίνεται πλέον η δολοφονημένη Κόκκινη Ρόζα της επανάστασης, της επανάστασης που γεννά ρίζες και μίσχους και φύλλα και κόκκινη ανθίζει.

Ασφαλώς και θα είχε νόημα να επισημανθούν όλες οι διακειμενικές αναφορές της Λάτσαρη. Παραπέμποντας όμως στην πληρότητα των σημειώσεων στο τέλος του βιβλίου, θα αρκεστώ εδώ να υπογραμμίσω ότι αυτές καταφέρνουν και γίνονται μέρος του ποιητικού σώματος, συλλειτουργούν και ολοκληρώνουν. Από την πυρπόληση της Αθήνας τον Δεκέμβριο του 2008, μέχρι τους εκατοντάδες πνιγμένους πρόσφυγες στη Λαμπεντούζα τον Οκτώβριο του 2013, από τον «τρελό λαγό» του Μίλτου Σαχτούρη μέχρι τη «ζάβαλη μάικω» του Μάρκου Μέσκου, από τις νύχτες του Προυστ μέχρι τη διαλεκτική του Άρη Αλεξάνδρου, από τα «Σφραγισμένα χείλη» της Κέιτ Γουίνσλετ μέχρι το «Λουλούδι της ερήμου» της Γουόρις Ντίρι, η Λάτσαρη αναμειγνύει στην παλέτα της τους δικούς της δυνατούς στίχους με τα διακείμενά της, κάνοντάς τους έτσι πιο δραστικούς, με μια γλώσσα που ενώ διακηρύσσει ρητορεύοντας ότι ζούμε στον κόσμο που έφτιαξαν θεοί και ποιητές, αντλεί την ποιητικότητά της ακριβώς από τη βίαιη κατεδάφιση, με όρους τραγικής ειρωνείας, τούτου του θεϊκού και ποιητικού κόσμου.

Δεν είναι όμως μόνον αυτό. Είναι και ο εσωτερικός σπαραγμός, οι αμφιθυμίες, οι αυτοαναιρέσεις των δύο ηρωίδων. Η Αντιγόνη λέει: Μες στο φως της νύχτας / πώς τις ουλές μου / να χρίσω για ρυτίδες; // Ακόμη ένα φεγγάρι κι οι ωοθήκες μου νεκρές. Η Ισμήνη λέει: Πενθώ γιορτάζοντας τη σάρκα μου / φεγγάρι μες στα σκέλια μου βυθίζεται, /   η νύχτα (ε)ξημερώνεται στο πάτωμα / και το κρεβάτι στα παλιατζίδικα του Μπιτ Μπαζάρ.

Θα ήθελα να σταθώ για λίγο και στο δεύτερο πρόσωπο του βιβλίου, αυτή την εσωστρεφή Ισμήνη, την τελευταία των Λαβδακιδών, σκεβρή από την οστεοπόρωση, και η οποία, όπως λέει: Εγώ / ινφάντα ταπεινή, / που δεν αξιώθηκα / ωδές των ποιητών να με δοξολογούν. Πικρία; Φθόνος; Μάλλον ανάγκη φωνής, θα έλεγα, και των μη πρωταγωνιστών. Ανάγκη που η Λάτσαρη της την ικανοποιεί: Χωρίς να της αναθέτει τον ρόλο του alter ego της Αντιγόνης, της δίνει ωστόσο επί ίσοις όροις χώρο και χρόνο, εξυψώνοντάς την και αυτή σε τραγική ηρωίδα, ενώ στο βάθος του λόγου της μπορεί να ανιχνεύσει ο αναγνώστης την Ισμήνη που πλάθει ο Ρίτσος στην «Τέταρτη διάστασή» του.

 

Χίλιες και μία νύχτες

οι ιστορίες κυνηγάνε την ουρά τους.

 

Ορεκτικό εγώ στο πιάτο των θεών,

μάνα αδελφών που χάθηκαν

στον κουρνιαχτό του μίσους,

ανάσκελη σε έρωτες ραχιτικούς,

η no mans land των σεντονιών

πώς μυρίζει ναφθαλίνη!

 

Τη στάχτη σου ρίχνω στο κρασί,

σε περιμένω Αντιγόνη,

όπως τα παιδιά

προσμένουν τα Χριστούγεννα.

 

Παρέθεσα ολόκληρο το ποίημα που έχει τίτλο «αποκάνει η αγάπη», για να δείξω τη μάχη που δίνει η Ισμήνη με τα δικά της φαντάσματα. Όπως θα παραθέσω και το σχόλιο, τη φωνή του Χορού, στο ίδιο ποίημα:

 

Όχι στο ναι! Ναι, γιατί όχι;

Αναπάντητο παραμένει το ερώτημα για την ελεύθερη βούληση.

 

Υπάρχει ελεύθερη βούληση; Αν αποσπάσουμε το ερώτημα από τη θεολογική του σύλληψη και το φτάσουμε στη φιλοσοφική του βάση, θα δούμε ότι είναι το ίδιο που υπονομεύει το δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ή μάλλον που φέρνει στην επιφάνεια την ψευδαίσθηση της ελευθερίας. Η Αντιγόνη τιμά τον νεκρό Πολυνείκη, παραβιάζοντας τους νόμους της πολιτείας. Και αυτή η ανυπακοή μπορεί να θεωρηθεί ως η πράξη ενός ελεύθερου ανθρώπου. Από την άλλη όμως το πράττει κατ’ επιταγή των θεϊκών νόμων, του εθιμικού δικαίου και της φωνής του αδερφικού αίματος. Και αυτή η υπακοή αναιρεί το ελεύθερο της επιλογής, το διαψεύδει. Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει ή όχι ελεύθερη βούληση, αλλά τι σημαίνει «το να είμαι ελεύθερος». Και αυτό το ερώτημα είναι που παραμένει. Και όσο παραμένει, η ιστορία του ανθρώπου, η ιστορία της γυναίκας εν προκειμένω, θα ξεκινά και θα ξεκινά, όπως γράφει η Λάτσαρη, πάλι από την αρχή.

 

 

20231109174438 emeis i antigoniΜαρία Λάτσαρη, Εμείς η Αντιγόνη, Νεφέλη, 2023

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *