ceb7cebcceadcf81ceb1 cf84ceb7cf82 ceb3cf85cebdceb1ceafcebaceb1cf82 1 ceb1cebdcf84ceb9ceb3cf8ccebdceb7 cf80cebfceb9ceb7cf84ceb9cebaceae

της Βαρβάρας Ρούσσου

 

 

   I have wanted to know one thing: to know/                                                                 simply as Ι know my name/                                                                                             at any given moment, where Ι stand[…]/                                                                          Find yourself and you find the world?

Adrienne Rich “Double Monologue”

Οι πλουραλιστικές εκδοχές της Αντιγόνης στην τέχνη και τη θεωρία συνιστούν ένα ιδιαίτερο από μόνο του πεδίο. Πέρα από την προπολιτική Αντιγόνη του Χέγκελ και τις λακανικές θεωρήσεις περί καθαρής, αμιγούς επιθυμίας «που βρίσκει τα όριά της μόνο στο θάνατο»,[1] η Ιριγκαρέ, στο χώρο της φεμινιστικής οπτικής, ανάγει την Αντιγόνη σε σύμβολο αντιαυταρχικής δράσης ενάντια στην κρεοντική πατριαρχία και αποδεικνύει την προσκόλλησή της στη μητρογραμμική εξουσία. Η θεώρηση της Αντιγόνης ως υπέρμαχο της μητριαρχικής τάξης, ή αλλιώς μιας κοσμικής/φυσικής τάξης έναντι της κρατικής είναι η βαθύτερα θεμελιωμένη στην κοινή συνείδηση ενώ οι σχέσεις εξουσίας και συγγένειας οδηγούν αναπόφευκτα στην πολιτική θεώρηση της Αντιγόνης. Η Μπάτλερ τοποθετείται ως προς τις θέσεις των Χέγκελ, Λακάν, Ιριγκαρέ, Άρεντ κ.ά. για να αναδείξει την Αντιγόνη ως φορέα ρήξης στο λόγο της εξουσίας.[2]

Στο πυκνό, ποικιλόμορφο δίκτυο διαφορετικών λόγων που έχει παραχθεί γύρω από την Αντιγόνη, η Ευαγγελία Ανδριτσάνου εύλογα εργάστηκε επί μια δεκαετία για να ολοκληρώσει την ποιητική σύνθεσή της Αντιγόνη, μια κόρη, μια χώρα.

Διατηρώντας τον αφηγηματικό καμβά του τραγικού μύθου συνθέτει ένα γυναικείο διάλογο ανάμεσα στην Κόρη και την Αντιγόνη. Η θεατρικότητα είναι προφανής και τα ποιήματα που εκφέρονται από την Αντιγόνη δεν είναι παρά θεατρικοί μονόλογοι με ποιητικές συμβάσεις (πυκνότητα, διασκελισμοί, εμπρόθετη παύση του στίχου, εναλλαγή μήκους στίχων, φροντίδα τυπογραφικής απόδοσης στίχου-κενά-διάκενα κλπ). Η σύνθεση είναι τριμερής και, όπως αναφέρει ο τίτλος, τρεις  παράγοντες συλλειτουργούν: η Αντιγόνη, με ποιήματα που αποτελούν τον κύριο κορμό, η Κόρη, της οποίας ο λόγος αποδίδεται με κεφαλαία, και η τυπικά άφωνη χώρα.

Η Κόρη και η Αντιγόνη αποτελούν τον  αντίλογο στην πατριαρχία ταυτισμένη με το κράτος και τη βία του στρατού και του πολέμου αλλά και την οικιακή υποταγή των γυναικών.  Το κύριο δίπολο άντρας-γυναίκα, που στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης θα γίνει και Μητέρα-Πατέρας, το ακολουθούν αρχετυπικές συνδηλώσεις: έρωτας-πόλεμος, πόλεμος-ειρήνη, σκληρότητα-τρυφερότητα, εξουσία-αντίσταση, ήρωας-αντιήρωας, πατρίδα/χώρα- εξορία.

Ο θρηνητικός λόγος της Αντιγόνης προέρχεται από τον κομμό εμπρός στο θάνατο λόγω τιμωρητικού εγκλεισμού. Έχει αποδέκτη κυρίως τον Αίμονα, το πρόσωπο του οποίου σκιαγραφείται στην πολλαπλότητά του ως διχασμένο αντρικό πρότυπο: σκληρός στρατιώτης: «αφοσιωμένος/ ήσουν στο τάγμα σου», τρυφερό αγόρι: «Έκρυψες το κεφάλι σου στο στήθος μου/έκλαψες σαν ανήμπορο σκυλί/ σε φίλησα, σε χάιδεψα/», εραστής: «καλέ μου/ όμορφέ μου/ τρυφερέ μου/ στοργικές μου και σκληρέ μου/αγόρι μου αγόρι τέλειο/άντρα υπέροχε», απόλυτο σύμβολο της αγάπης. Η ρητή έκφραση της επιθυμίας της ηρωίδας -οι συνεχείς ερωτικές αναμνήσεις και επικλήσεις στον εραστή-Αίμονα – λειτουργεί απελευθερωτικά: «δική μου /σε κάνω, επιθυμία!///Θα είμαι///και θα είμαι///πάντα γυναίκα».

Η Κόρη βιώνοντας τον αποκλεισμό της από το εκτός του οίκου, ως ταυτοτικό στοιχείο της γυναικείας υποκειμενικότητας, γίνεται «ο άλλος», παραπέμποντας στον Άλλο της Μπωβουάρ. Ο λόγος της, κεφαλαιογράμματος, σαν στεντόρεια φωνή,  ως απόπειρα διαφυγής από τη γλώσσα που παράγει την έμφυλη ιεράρχηση. «ΠΩΣ ΕΙΣΑΙ ΒΕΒΑΙΗ ΟΤΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΔΕΝ ΥΠΟΤΑΣΣΕΤΑΙ ΠΟΤΕ; […] ΣΟΥ ΜΙΛΑΩ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΓΕΡΑ ΧΤΙΣΜΕΝΗ ΦΥΛΑΚΗ, ΤΕΙΧΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΕΙΧΗ ΜΕΣΑ ΣΕ ΤΕΙΧΗ[…]ΜΗΠΩΣ Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΑΦΕΛΗΣ ΤΕΛΙΚΑ;»  Ωστόσο, το ζητούμενο κάποιων θεωρητικών φεμινιστριών (π.χ. Irigaray) για μια νέα γλώσσα φαίνεται ανέφικτο και για τις δύο γυναίκες. Σε ένα χώρο νοήματος ορισμένο από την πατριαρχία η κόρη και η Αντιγόνη βρίσκονται εκτός. Τόσο η Κόρη με το λόγο της (βλ. σ.86) όσο και η Αντιγόνη με το πολλαπλό πρόσωπο του Αίμονα δεν στοχοποιούν τον άντρα, ακόμη και όταν τίθενται ερωτήματα όπως: «ΤΟ ΚΤΗΝΟΣ ΑΠΟ ΠΟΥ ΓΝΩΡΊΖΕΤΑΙ; ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΟΥ;[…] ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΝΟΧΟΣ;». Στο δεύτερο μέρος της σύνθεσης δυναμικά εισάγεται η Μητέρα και οι οικογενειακές σχέσεις και με βάση το βεβαρυμένο από τη μοίρα πατρικό οίκο η βαρύτητα του πλέγματος οικογενειακών σχέσεων ανοίγεται πέραν του μύθου. Στο τρίτο, σύντομο, μέρος με το πρόσωπο του Παιδαγωγού εισάγεται η επίδραση στην κατασκευή των φύλων, υποβάλλοντας την κοινωνική κατασκευή τους, χωρίς να παύουν οι συνεχείς, και στα άλλα μέρη, μνήμες από την ευτυχή περίοδο ειρήνης και αθωότητας.

Μένει η χώρα, υπόγεια παρούσα, που περιβάλλεται από το ερώτημα εάν πρόκειται για την πατρίδα που χάθηκε (και εδώ τίθεται το σύγχρονο ζήτημα χώρα/σύνορα/μετακινήσεις) ή η χώρα κατά Kristeva ως παρούσα στον ποιητικό λόγο αλλά και ως παραπομπή στην αντίσταση απέναντι στο συμβολικό, τη δημιουργημένη από τον άντρα γλώσσα. Καθώς η χώρα, ως τόπος και πατρίδα, μένει χωρίς φωνή μπορούμε να υποθέσουμε ερμηνείες πέρα από τη σημασία «τόπος».

Η Ανδριτσάνου συνθέτει ένα διφωνικό ποίημα που τελικά μετατρέπεται σε μονοφωνία καθώς η Κόρη σχεδόν ταυτίζεται με την Αντιγόνη μέσω του έμφυλου λόγου: υποταγή της γυναίκας-πατριαρχία, σχέση με τη Μητέρα, συνθήκη του εγκλεισμού. Μήπως βέβαια Κόρη και Αντιγόνη είναι πράγματι ένα και το αυτό, σε μια χώρα του Τίμαιου όπου η ιδέα γίνεται είδωλο στον καθρέφτη, στην ουσία ένα ασταθές, ψευδές είδωλο;

Η τριμερής διαίρεση της σύνθεσης εξυπηρετεί μόνον μια σχετική μετατόπιση στη θεματική. Η απεύθυνση στον Αίμονα, όπου ο έρωτας λειτουργεί ως συμφιλίωση των φύλων και η αγάπη ως υπέρτατη αξία επαναλαμβάνεται διαρκώς μειώνοντας το βάρος της δυναμικής και το συγκινησιακό αποτέλεσμα. Ο φορτισμένος ελεγειακός τόνος, όπου ο λυρισμός δημιουργεί κορυφώσεις, άλλοτε είναι ισχυρά λειτουργικός άλλοτε παραμένει επίπεδος. Κυρίως όμως το πολλαπλό εννοιολογικό υπόβαθρο της σύνθεσης αποδεικνύεται βαρύ φορτίο: η ανάγκη να συνδεθεί το ποίημα με το σήμερα, διακριτή  ήδη από το πρώτο εισαγωγικό ποίημα («Όλες οι ώρες γίνανε μητέρες δίχως παιδιά/ όλοι οι δρόμοι κοπάδια από διωγμένους») ενώ η Κόρη επιβεβαιώνει το χρονικό άλμα στο παρόν: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΘΕΣΗ ΣΤΗ ΓΗ. MORIA KILLS ALL LIFE. ΟΜΩΣ ΚΑΠΟΤΕ ΥΠΗΡΧΕ» και η Αντιγόνη θρηνεί για τους απάτριδες πρόσφυγες: «κραυγές βραχνές/ το σούρσιμο χιλιάδων/ποδιών στη σκόνη/. Επίσης, η αιφνίδια, χωρίς συνέχεια, είσοδος των αναφορών στην τέχνη (σ. 34 και κυρίως 40), αν και λειτουργεί αυτοαναφορικά, δε βρίσκει ουσιαστική συνέχεια και παραμένει μετέωρο στοιχείο. Πέρα από αυτά, ο κεντρικός άξονας, η γυναικεία συνθήκη, η έμφυλη υποταγή, η καταγγελία μέσω του μυθολογικού προσωπείου όπου ποικίλες εννοιολογήσεις και θεωρήσεις υπόκεινται αποτελεί ένα εξαιρετικά ισχυρό πεδίο.

Στο έργο της Ανδριτσάνου το ζήτημα γυναίκα αποτελεί κομβική προβληματική.[3]  Εντάσσοντας λοιπόν αυτή τη σύνθεση στη συγχρονία του ελληνικού ποιητικού πεδίου θα έλεγα ότι πρόκειται για όχι πρωτότυπο θεματικά και υφολογικά εγχείρημα. Η διαφορά δεν έγκειται στον τρόπο που αξιοποιείται ο μύθος αλλά στον τρόπο που εισάγονται τα στοιχεία του θεωρητικού υποστρώματος και της κοινωνικής πραγματικότητας στο μυθικό πλαίσιο για να διαφανεί η ισχύς ή η σαθρότητα παγιωμένων αντιλήψεων και καταστάσεων. Παράλληλα, υπό την οπτική του ότι μια ποιήτρια αναλαμβάνει να διαχειριστεί αυτό το μύθο μπορούμε πάντα να ανακαλέσουμε το εμβληματικό κείμενο της Adrienne Rich και την έννοια της Re-vision.[4] Πάνω απ’ όλα όμως, και εδώ ίσως βρίσκεται ένα κλειδί σύνδεσης του μύθου με το παρόν, η Ανδριτσάνου δημιουργεί μια Αντιγόνη-ποιητική υπόσταση ως σύμβολο φωνής όσων το σύστημα περιθωριοποιεί αποκλείοντάς τους από το δημόσιο λόγο.

 

[1] Judith Butler, Η διεκδίκηση της Αντιγόνης, εισαγωγή Έλ. Τζελέπη, μτφρ. Βαρβ. Σπυροπούλου, Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2000, σ. 40. Βλ. επίσης για την αρχαία τραγωδία και την ψυχαναλυτική θεωρία Patrick Guyomard, Η απόλαυση του τραγικού. Η Αντιγόνη, ο Λακάν και η επιθυμία του αναλυτή. Αθήνα, Μεταίχμιο. Και φυσικά δεν μπορεί να λείπει το εμβληματικό Τζ. Στάινερ, Οι Αντιγόνες. Ο μύθος της Αντιγόνης στη λογοτεχνία, τις τέχνες και τη σκέψη της Εσπερίας. μτφρ. Βασ. Μάστορης, Π. Μπουρλάκης, Αθήνα, Καλέντης 2001, σ. 17

[2] Judith Butler, Η διεκδίκηση της Αντιγόνης, ό.π.

[3] Καλές γυναίκες κακές γυναίκες, Άγρα, Αθήνα, 2008. Η δηλητηριώδης, Άγρα, Αθήνα, 2013. Να σημειώσουμε επίσης και όλες τις μεταφράσεις των βιβλίων του Ίρβιν Γιάλομ, ένα αξιοσημείωτο υπόστρωμα, αλλά και άλλες μεταφράσεις της Ανδριτσάνου

[4] Adrienne Rich, «When We Dead Awaken: Writing as Re-Vision», College English ,  τ. 34, No. 1, Women, Writing and Teaching (Oκτ. 1972), σ. 18-30

 

010100069420Ευαγγελία Ανδριτσάνου, Αντιγόνη, μια κόρη, μια χώρα, Άγρα 2021

logo ΕυριπιδηΒρες το εδώ

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *