ceb4ceb9ceaccebbcebfceb3cebfceb9 cf80cf81cebfcf83cf86cf8dceb3cf89cebd bertolt brecht cebcceb5cf84ceaccf86cf81ceb1cf83ceb7 ceb5cf80ceafcebc

 

Διάλογοι προσφύγων

Bertolt Brecht

μετάφραση-επίμετρο: Δέσποινα Σκούρτη

εκδόσεις Κριτική

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 Bertolt Brecht: «Διάλογοι προσφύγων» (diastixo.gr)

 

%CE%94%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%B9%20%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD


Ήδη από το 1935 ο Μπρεχτ διατύπωνε σε κείμενό του στο Παρίσι (στο συνέδριο για την υπεράσπιση της κουλτούρας) τη θέση του ως προς τη δυσκολία να  αποδώσει κανείς την αλήθεια.  Αρχικά είναι το θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια, κατόπιν  η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια εν μέσω ψεύδους,  κατόπιν φυσικά η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο με την επισήμανση των αιτίων που οδηγούν στην πολύμορφη αδικία κατά των μαζών, επομένως και η κρίση να διαλέγει κανείς εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θα αποχτήσει δύναμη, και τέλος η πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια, χρησιμοποιώντας τεχνηέντως τη μέθοδο της διαλεκτικής ώστε να φανεί η πάλη των αντιθέτων, παραπλανώντας τους διωκτικούς εξουσιαστικούς μηχανισμούς. Οι αρχές αυτές, που συνοψίζουν το «πιστεύω» του, ακολουθήθηκαν σε όλο το έργο του με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υπηρετώντας με τη σειρά τους τις βασικές του ιδεολογικές αρχές: να μιλάει με ειλικρίνεια και να προσκαλεί σε δημιουργική μέθεξη τους αναγνώστες του, σε συμμετοχή σε έναν αγώνα με πολιτικό χαρακτήρα.

Πιστός στις παραπάνω αρχές, το 1939 ο Μπρεχτ ξεκινά να γράφει τους Διαλόγους των προσφύγων, μια σειρά από συζητήσεις ανάμεσα στον βιοπαλαιστή Κάλε και τον αστό Τσίφελ, ένα δίπολο που κρύβει πίσω του τον ίδιο τον συγγραφέα (με εμβόλιμα στοιχεία της προσωπικής του ζωής να διαφαίνονται) μοιρασμένο σε δύο πρόσωπα, ώστε να φαίνεται καλύτερα η αντιπαράθεση των απόψεων, προκειμένου να προκύψει σε σύνθεση πλέον η αλήθεια. Η φαινομενική αποστασιοποίηση/απο-οικειοποίηση των προσώπων από όσα τους απασχολούν στη συζήτηση, ως μέθοδος γραφής αγαπητή στον Μπρεχτ, διακριτή και σ’ αυτό το έργο, προσιδιάζει στον τρόπο που χτιζόταν το ύφος των πλατωνικών διαλόγων, ώστε να αποκτά η συζήτηση μια σχεδόν ακαδημαϊκή μορφή που γίνεται χάριν φιλοσοφικής παιδιάς.  Έτσι, γεγονότα όπως η άνοδος του ναζισμού, ο εγκλωβισμός των λαϊκών στρωμάτων στην ψευδή απεικόνιση των συνθηκών της ζωής τους και η παραπλάνησή τους από τους κομματικούς ταγούς, αποτελούν αντικείμενο μιας χαλαρής συζήτησης που λαμβάνει χώρα στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ελσίνκι. Με μόνο κοινό σημείο μεταξύ τους τα δύο πρόσωπα να έχουν τη μοίρα του πρόσφυγα, θα εκφράσουν, για παράδειγμα,  την απογοήτευσή τους για την έλλειψη πούρων και καλής μπίρας –δίνοντας την εντύπωση μιας επιφανειακής θεώρησης των πραγμάτων, που επισημαίνει το επιμέρους και αγνοεί το ευρύτερο και ουσιαστικότερο– για να οδηγηθούν συνεκδοχικά στην εκτίμηση της προβληματικής συνολικής πραγματικότητας μέσα από τα αντιθετικά (πλην όμως αλληλοσυμπληρούμενα) σημεία των απόψεών τους. Απολαυστικό στις εναλλαγές του όσο και εύστοχο στις επισημάνσεις του, για παράδειγμα,  το κεφάλαιο ΧΙ (Δανία, ή το χιούμορ/ Χεγκελιανή διαλεκτική), όπου με αφορμή το χιούμορ των Δανών θα φθάσει η συζήτηση στη διαλεκτική του Χέγκελ (και στο δικό του χιούμορ, ως βάση της θεώρησής του για τον κόσμο) για να καταλήξει στους ίδιους που ως πρόσφυγες έχουν τη δυνατότητα να κατανοούν σε βάθος τόσο τις πραγματικές συνθήκες που βιώνουν καθώς και τα αίτιά τους, όσο και τις θεωρητικές αναλύσεις που τις προσεγγίζουν. Εμφανές εδώ το χιούμορ του ίδιου του Μπρεχτ, όπως και η ειρωνεία του, όπλα και τα δύο για να υλοποιηθεί μία από τις δυσκολίες που ανέπτυξε στο κείμενό του το 1939, το πώς δηλαδή με τον πλέον εύστοχο τρόπο θα γίνει η αλήθεια ευκολομεταχείριστη.


5095


 

ΤΣΙΦΕΛ: Το καλύτερο σχολείο για τη Διαλεκτική είναι η προσφυγιά. Οι πλέον οξύνοες οπαδοί της Διαλεκτικής είναι οι πρόσφυγες. Υποχρεώθηκαν να αυτοεξοριστούν λόγω των αλλαγών, και ασχολούνται αποκλειστικά με αυτές. Από τη μικρότερη ένδειξη φτάνουν στα πιο σπουδαία γεγονότα, αρκεί βέβαια να είναι σε θέση να σκεφτούν. Αν οι εχθροί τούς νικήσουν, υπολογίζουν το κόστος αυτής της νίκης και επαγρυπνούν ψάχνοντας για αντιφάσεις. Κι αυτό είναι η Διαλεκτική. Ας πιούμε στην υγειά της! (σ. 101).

 

Οι δεκαεννέα Διάλογοι προσφύγων, όπως και τα αποσπασματικά κείμενα που συμπεριλαμβάνονται στην έκδοση και γράφτηκαν το 1942, όταν ο Μπρεχτ επεξεργαζόταν τους διαλόγους, αποτελούν ένα από τα περισσότερο πολιτικά κείμενά του, ενώ ταυτόχρονα έχουν τον προσωπικό χαρακτήρα, τόσο για την ιδεολογική θεώρηση της πάλης των αντιθέτων ως στοιχείων της αενάως κινούμενης και εξελισσόμενης ύλης (ίδιον του οπαδού του διαλεκτικού υλισμού) όσο και (κυρίως) για τα στοιχεία του ιδιωτικού του βίου που εισχωρούν ως αρχική έμπνευση για τους επινοημένους διαλόγους. Όπως, για παράδειγμα, η αναφορά στις διδακτικές μεθόδους του δασκάλου Χερνράιτερ στο κεφάλαιο ΙΙΙ, που παραπέμπει στον υπαρκτό χαρακτήρα του Franz Xaver Herrnreiter, υπεύθυνου της τάξης του Μπρεχτ στις σχολικές χρονιές 1908/09 και 1910/11. Θα δούμε και εμβόλιμους στίχους από ποιήματά του, όπως το απόσπασμα από το ποίημα «Η μάσκα του κακού» («Die Maskedes Bösen», 1942), που χρησιμοποιείται ως αντλημένο από το έργο κάποιου θεατρικού συγγραφέα, χωρίς φυσικά να κατονομάζεται ο Μπρεχτ, στο κεφάλαιο VIII, όπου η συζήτηση έρχεται στις γερμανικές φρικαλεότητες:

 

Στον τοίχο μου κρέμεται ένα γιαπωνέζικο ξυλόγλυπτο/ μάσκα ενός δαίμονα κακού, χρυσή βαμμένη./ Με συμπάθεια κοιτώ/ τις φουσκωμένες αρτηρίες στο μέτωπο να διαγράφουν/ πόσο κοπιαστικό είναι να είσαι κακός. (σ. 72).

 

Η μετάφραση, οι σημειώσεις όπως και το κατατοπιστικό επίμετρο είναι της Δέσποινας Σκούρτη. Στο εξώφυλλο της προσεγμένης έκδοσης βλέπουμε τον πίνακα του Max Beckmann (1919) Selfportrait with Champagne Glass,  που υπογραμμίζει την ελαφράδα με την οποία φαινομενικά ξεκινούν οι διάλογοι των δύο προσφύγων, για να απογειώσουν κατόπιν τη θεματική τους σε μια κατ’ εξοχήν πολιτική ανάλυση των χρόνων ανόδου και επικράτησης του ναζισμού.   

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.