ceb3ceb9ceb1 cf84cebf cebacf85cf80ceb1cf81ceafcf83cf83ceb9 cf84cebfcf85 ceb2cf85ceb8cebfcf8d cf84cebfcf85 cebdceafcebacebfcf85

Από τις εξαιρετικές εκδόσεις Loggia, που κάθε τίτλος τους είναι κι ένα σημαντικό εκδοτικό γεγονός στη χώρα μας, κυκλοφόρησε πρόσφατα ένας τόμος που συγκεντρώνει τα ποιήματα του Νίκου Κορνήλιου και έχει τον τίτλο Το κυπαρίσσι του βυθού. Διαβάζοντας το βιβλίο ήρθε στο νου μου η προσωπική μου γνωριμία με τον συγγραφέα και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες συνέβη αυτή η συνάντηση. Ήταν το μακρινό ήδη έτος 2015, Κυριακή εκλογών σ’ ένα εκλογικό κέντρο στο Παγκράτι, και αυτό ίσως ήταν τότε ένα από αυτά τα παράξενα παιχνίδια της μοίρας επειδή από τότε αυτή η τυχαία γνωριμία έμελλε να οδηγήσει σε μια φιλία και τώρα, χρόνια έπειτα από εκείνο το κρίσιμο 2015, και μέσα στα φοβερά γεγονότα και τις καταστροφές που βιώνουμε, σκέπτομαι ότι στεκόμαστε και πάλι όλοι ακίνητοι περιμένοντας για άλλη μια φορά αυτόν τον φασματικό και αόρατο Γκοντό της δημοκρατίας που δεν θα ʼρθει σήμερα αλλά οπωσδήποτε αύριο. Δεν θυμάμαι πια πώς ακριβώς αλλά κάπως, εκείνη τη μέρα αρχίσαμε να μιλάμε και συστηθήκαμε. Το όνομα Νίκος Κορνήλιος το γνώριζα ήδη από τις ταινίες. Από τότε βρεθήκαμε κάμποσες φορές στο φιλόξενο εργαστήρι ή και στο σπίτι του να κουβεντιάζουμε για διάφορα θέματα. Σε πολλά συμφωνούσαμε, αν και όχι βεβαίως σε όλα, και κάπου κάπου, ανάμεσα στα άλλα, ανάμεσα σε συζητήσεις για τον Μπουνιουέλ, τον Γκοντάρ, για αγαπημένες ταινίες και δημιουργούς και βιβλία, επανερχόταν στις συζητήσεις μας και το μεγάλο, το κρίσιμο ερώτημα που βασάνισε γενιές και γενιές χωρίς ν’ απαντηθεί ποτέ από κανέναν. Το μεγάλο αυτό ερώτημα είναι πολιτικής και οντολογικής φύσεως ταυτόχρονα και αποτελείται από τρεις μονάχα λέξεις: Τι να κάνουμε. Την απάντηση εννοείται ότι κανείς απ’ τους δυο μας δεν την έχει και μάλιστα νομίζω ότι τόσο εγώ όσο και ο Νίκος Κορνήλιος απεχθανόμαστε τους επαγγελματίες προφήτες, τους καθοδηγητές και όλους αυτούς που ισχυρίζονται ότι την έχουν. Από τότε κύλησε χρόνος πολύς και πυκνός σε γεγονότα. Μεσολάβησαν σεισμοί, λοιμοί, καταποντισμοί, πανδημίες, πυρκαγιές, οδυνηροί συμβιβασμοί, καταρρεύσεις και διαψεύσεις και ένας θεός ξέρει τι άλλο μας περιμένει όλους μας μέσα σ’ αυτή τη ζώνη του λυκόφωτος που έχουμε παγιδευτεί χωρίς να βλέπουμε διέξοδο. Και όμως, συνεχίζουμε ακόμα να ζούμε και να ελπίζουμε και να μιλάμε για ορισμένα από τα πράγματα που αγαπάμε και μας βοηθούν να ζήσουμε. Η τέχνη μάς βοηθά να ζήσουμε και σκοπίμως χρησιμοποιώ εδώ τον γενικό όρο Τέχνη, και όχι τον συγκεκριμένο, Ποίηση, επειδή ο Νίκος Κορνήλιος είναι ένας καλλιτέχνης πολύπλευρος και την ίδια στιγμή ένα ποιητικό πνεύμα που βρίσκεται σε μια συνεχή αναζήτηση. Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι η τέχνη καταστρέφει, για να θυμηθούμε τον τίτλο μιας από τις ταινίες του, αλλά εγώ ομολογώ ότι δεν έχω ιδέα αν η τέχνη όντως καταστρέφει επειδή μας βυθίζει βαθιά μέσα στον τραγικό εαυτό μας ή μας αναγεννά επιστρέφοντάς μας μέσω αυτής της μοναχικής οδού, πίσω στον κόσμο. Πάντως η διαρκής αυτή αναζήτηση τον οδήγησε από τη μουσική στο σινεμά και στην ποίηση.

Έχω την αίσθηση –όπως και ο ίδιος εξάλλου που σ’ ένα σημείωμα στην αρχή του βιβλίου συνδέει την ποίησή του με τις ταινίες του, τονίζοντας ταυτόχρονα και την αυτονομία της– ότι η ποίηση και ο κινηματογράφος είναι γι’ αυτόν δυο γλώσσες διαφορετικές μεν, αλλά σε συνεχή διάλογο. Παραθέτω, για παράδειγμα, εδώ, ένα μικρό ποίημα του βιβλίου, ένα ποίημα που ανήκει στην Παρισινή του περίοδο και ονομάζεται «Πλάνο»:

Μεγάλος ανηφορικός δρόμος με δέντρα. Φυσάει δυνατός άνεμος. Παιδιά παίζουν μ’
ένα ποδήλατο. Το ρίχνουν κάτω. Γυρίζουν τη μπροστινή ρόδα. Όσο γυρίζει, χοροπηδούν, πιασμένα χέρι χέρι κύκλο, σε αντίθετη φορά. Ο άνεμος παίρνει τις φωνές τους. Τα δέντρα σαλεύουν προς όλες τις κατευθύνσεις –

Τρεις γυναίκες κατεβαίνουν το δρόμο.

Εξάλλου και ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου, Το κυπαρίσσι του βυθού, συνομιλεί με την ομώνυμη ταινία του 2015. Σε μια παλιότερη κινηματογραφική δημιουργία του, στο 11 συναντήσεις με τον πατέρα μου, παρακολουθούμε την ιστορία ενός νεαρού κοριτσιού που αναζητά μέσω μιας επώδυνης αναζήτησης τον εαυτό του και πασχίζει να γίνει αυτό που είναι, υπό τους ήχους μιας πανέμορφης μελαγχολικής καντάτας του Χέντελ που ονομάζεται Ο dolce mia Speranza. Πρόκειται για μια πικρή επίκληση στην ελπίδα, η οποία έχω την αίσθηση ότι διατρέχει και ολόκληρο το σώμα του βιβλίου για το οποίο μιλάμε.

Θα χαρακτήριζα, αν μου επιτρέπεται, τον Νίκο Κορνήλιο σαν έναν παρατηρητή που γνωρίζει ότι όσο βαθιά κι αν βυθίζεις το βλέμμα σου στην πραγματικότητα του κόσμου, ποτέ δε φθάνεις στ’ αλήθεια πουθενά και όλα ξαναρχίζουν από την αρχή και όλα μοιάζουν σαν τις μαγικές εικόνες της ερήμου, αφού όπως ο ίδιος γράφει: Ο παρατηρητής και το παρατηρούμενο διαρκώς αλλάζουν θέση. Ή σ’ ένα άλλο ποίημα στο οποίο φαίνεται να μιλά από το σταυρό ένας ηττημένος και παραιτημένος Χριστός:

Να μετέχεις στα φαινόμενα και ταυτόχρονα να τα παρατηρείς. Τετέλεσται.
Έκανα ό,τι μπορούσα.

Ο Νίκος Κορνήλιος δουλεύει εδώ και χρόνια αθόρυβα, μέσα από την εικόνα ή τη γραφή. Σήμερα έχουμε στα χέρια μας τον τόμο με τα ποιήματά του, γραμμένα σε διάφορες περιόδους από το μυθικό, τότε ακόμα, Παρίσι του ʼ70 μέχρι τις μέρες μας. Ο τόμος ξεκινά με τα πρόσφατα ποιήματα της περιόδου 2019-23, ακολουθούν παλαιότερα των δεκαετιών 1970 και ʼ80 που διόλου δεν υστερούν παρά τη νεανικότητά τους και ολοκληρώνεται με το πρόσφατο, ιδιαίτερο και πειραματικό ποίημα που είναι σε εξέλιξη, ονομάζεται Ι.Χ.Θ.Υ.Σ. και επιβεβαιώνει αυτό που ειπώθηκε παραπάνω. Δηλαδή ότι πρόκειται για έναν δημιουργό που βρίσκεται σε συνεχή αναζήτηση και εγρήγορση.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Φωτογραφία: ©Miklós Gulyás. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

κυπαρισσι

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *