ceb3ceb9ceb1 cf84ceb7cebd cf80cebfceb9ceb7cf84ceb9cebaceae cf83cf85cebbcebbcebfceb3ceae ceaeceb4ceb9cf83cf84cebfcf82 cf87cf81cf8ccebd

 

Για την ποιητική συλλογή

Ήδιστος χρόνος

της 

Θεώνης Κ. Αναστασοπούλου

Εκδόσεις Σμίλη

γράφει ο Παναγιώτης Χαλούλος

           

 

%CE%89%CE%B4%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82%20%CF%87%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CF%82



«Κυνηγός σημαδεύει κιόλας

τον ήλιο»

[Κυνηγός]

Πώς θα μπορούσε να αντέξει ο
άνθρωπος, αν έχανε τον ήλιο από τη ζωή του; Διανοείστε την …«Αποκαθήλωση» του
ήλιου από τη ζωή μας;

Μια τέτοια απώλεια φαντάζεται η Θεώνη
Αναστασοπούλου για το

«Είδωλο

προαιώνιων
υποσχέσεων

που
όμως δεν τηρήθηκαν»

Ο ήλιος εδώ λειτουργεί όπως στην
πρωτόγονη σκέψη των ανθρώπων, όπου φάνταζε ως ο λαμπρός θεός, που μπορούσε να
πεθάνει, να ξαναγεννηθεί την επόμενη μέρα ή και να μην ξαναφανεί, γι’ αυτό και
οι επικλήσεις με πανάρχαια τραγούδια να έλθει πάλι να δώσει ζωή στη φύση και
στον άνθρωπο. Αλλά εδώ, κυρίως, ως σύμβολο, που πολλάκις χρησιμοποιήθηκε στη
λογοτεχνία, ιδίως στην ποίηση, για τα όνειρα του ανθρώπου περί βελτίωσης των
όρων της ζωής, ο Ήλιος σύμβολο της δικαιοσύνης, της ειρήνης, της ομορφιάς…

Η ματαίωση πολλές φορές των
προσδοκιών αυτών μέσα στην κοινωνία συμβολίζεται εδώ ως «αποκαθήλωση»:

«Ηττημένος θα γείρει αυτός

πάνω απ’ τα ακίνητα νερά

των λιμνών

και θα συρθεί αιμόφυρτος

στο σταυροδρόμι

όπου άστεγα

επαιτούν τα όνειρα»

[Αποκαθήλωση]


Ποιος είναι ο «Ήδιστος χρόνος»;

Όμως ο ήλιος ανατέλλει πάλι το επόμενο
πρωί, τα όνειρα δεν χάνονται, παραμένουν όνειρα, είτε της νύχτας:

«-Κι εκείνο

το νυχτερινό λαμπύρισμα

των πηγαδιών;»

είτε
και μέσα στη μέρα, γιατί, ειδικά τα όνειρα της μέρας, τα φτιάχνουμε εμείς.

« ̶ 
Η μυστική είναι πόρτα

των ψυχών,

της φιλότητας

ο ήδιστος χρόνος»

[Από την προμετωπίδα του βιβλίου]

 

Κρυμμένα σε πηγάδι, στο σκοτεινό του
βάθος, φαντάζεται η ποιήτρια τα όνειρά μας να λαμπυρίζουν ζωντανά, έτοιμα να
μας δώσουν ώθηση σε νέα έργα, πνοή ζωής και θέληση, παρά τις κάθε είδους
αντιξοότητες στη ζωή μας. Αυτά που τρέφουν το βλέμμα, να βλέπει προς το μέλλον,
το απώτερο, με ελπίδα, αν στο άμεσο τα πράγματα σκοτεινά φαίνεται να είναι και
πρέπει να υπερκεράσει τα εμπόδια…

« ̶ 
Πιο γρήγορα κι απ’ το φως

τρέχει το βλέμμα

και, κυρίως,

όχι ευθύγραμμα»

Αμβλύνονται, απαλύνονται τα προβλήματα,
ηρεμεί η σκέψη και ο χρόνος γίνεται «ήδιστος»:

«Τρυφερή επιστρέφει

η καμπυλότητα

την ώρα που ο ήλιος

βουτάει στη θάλασσα…

Πυκνός προσφέρεται τότε

ο χρόνος

και γλυκός σαν μέλι

παγιδεύει τα χείλη.»

[Ήδιστος χρόνος]

 

Πλανεύτρα η ζωή κι ο κόσμος,

«όπως ένα παζάρι 

με τους πλουμιστούς πάγκους»

και
δεν έχει νόημα να αφηνόμαστε στην επιφάνεια, σε επιφανειακές απολαύσεις
χάνοντας την ουσία των πραγμάτων και των καταστάσεων.

Γράφει στο ίδιο ποίημα η Θεώνη:

«Θα ’θελα να περπατήσω

τον κόσμο απ’ τα μέσα,

με τον τρόπο μιας φλόγας

που αναλώνεται φέγγοντας

σε σπήλαιο από σταλαχτίτες».

[Με τον τρόπο μιας φλόγας]

 

Όμως αυτό θέλει περίσκεψη, όχι βιασύνη
και επιπολαιότητα.

«Θα πρέπει καλά να ζυγιάζεις

τις κινήσεις σου…

Τράβα τα δίχτυα σου

σαν έρχεται καιρός.

Κατά το λιόγερμα

πιο σίγουρη η ψαριά».

[Τα δίχτυα]

 

Μια επιμονή βρίσκουμε στη γλυκιά την ώρα
του ηλιοβασιλέματος και της νύχτας, όχι της σκοτεινής, αλλά εκείνης που
φωτίζεται, από των αστεριών το φως ή το φεγγαρόφωτο, που κάνει να λαμπυρίζει το
νερό στο πηγάδι, ανακλώμενο στην επιφάνεια του νερού του… Είναι μια ήδιστη
χρονική στιγμή, «τότε επέρχεται η στιγμή»,

«Όταν της θάλασσας

η απλωσιά

και του ψαριού

τ’ αστραφτερό αναπήδημα

τέμνονται,

όταν σταξιά του
ήλιου

καίει του γλάρου

το φτερό,…»

[Όταν σταξιά του ήλιου]

 

Όσα επιθυμούμε, ονειρευόμαστε, φωτίζουν
το δρόμο της ζωής μας, τόσο ώστε βαραίνουν τα βλέφαρα από φως, τι ωραία
ποιητική εικόνα, κλείνεις λοιπόν τα βλέφαρα και ονειρεύεσαι! Θάλασσα η ζωή, μια
«υγρή άβυσσος» με

«…τις ατέλειωτες σειρές

από κύματα

που με παρέλαση μοιάζουν

δελφινιών».

Όμως τα

«Βλέφαρα βαριά από φως

γνωρίζουν

πως απ’ τη θάλασσα

τα πιο όμορφα έρχονται

όνειρα»

και
είναι ίσως «τα πιο παράξενα όνειρα», μπορεί και ανέφικτα, γι’ αυτό θα
πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, να μην απογοητευτούμε, αν

«Σκληρό θα ’ναι το ξύπνημα.

Ανάφλεξη ενός ακόμη

άσκοπου καλοκαιριού.»

[Το ξύπνημα]

 

Τα όνειρα ζωής μάς συντροφεύουν ήδη από
την παιδική ηλικία σαν «μικρές ανατολές στα μάτια του νιογέννητου»,
προσαρμοζόμενα βεβαίως σε νέα δεδομένα με το πέρασμα του χρόνου, όταν ο νέος
άνθρωπος αντιμετωπίσει το «αέρινο» αλλά και «συμπαγές» της ζωής.

«Γιατί σαν μεγαλώνουν

τα παιδιά φοβούνται τις νύχτες

κι αναζητούν φτερούγα αγγέλου

ν’ απαγκιάσουν».

[Μικρές ανατολές]

 

Σε αυτό το «συμπαγές» της ζωής θα κάνει
καθένας μας και διαδρομές σε δρόμους «αλλότριους» και ξένους, γι’ αυτό
απαιτείται ψυχικό σθένος, ώστε να μην χαθούμε σε λάθος μονοπάτια:

«Φόρεσε τον μανδύα σου,

ψυχή μου,

απαρατήρητη σε δρόμους αλλότριους

να περνάς.

Θα ’θελες να κλάψεις

μα δεν σου πρέπουν δάκρυα

με τόσο φως που για σε

ξοδεύτηκε.

 

Αδιάλυτο σκοτάδι τώρα

και μη χαθείς

στο δασύ που πήρες

μονοπάτι…»

[Μεταμφίεση]

 

Στο ποίημα με τον τίτλο «Natura rerum» εκφράζονται ευχές για το διάβα το
δύσβατο μέσα στη ζωή:

«Ας κοπάζουν οι θύελλες

για να μη διαταράσσεται

η νυχτερινή μυσταγωγία των δέντρων,…

 

Κι ας πνέει ήπιος ο άνεμος

τ’ αδράχτι τους να ξετυλίγουν

ήσυχα οι ώρες…

Δικός τους θα ’ναι

ο πιο εύγευστος καρπός…»

 

Να περνούν οι ώρες, οι εποχές, να περνά
η ζωή μας, που ξετυλίγεται στο αδράχτι τους, στο αδράχτι της Κλωθώς, και να
γευόμαστε τον καρπό των πράξεών μας, τον καρπό που δένει στη σωστή ώρα, τον
ώριμο, που θα είναι η ανταμοιβή των προσπαθειών μας για καλύτερη ζωή.

«…Το πλέον ηδύ αναλώνεται πρώτο.

Τούτη των πραγμάτων η φύση».

[Natura rerum]

Ηδύς ο καρπός, ήδιστος ο χρόνος της
απόλαυσης, και πιο γλυκιά η απόλαυση, όταν μοιράζεσαι τη γεύση της ζωής με τον
άλλο, όταν τον αισθάνεσαι δικό σου, όταν πριν έρθει η στιγμή που

«…Τούτα τα χέρια,

που είναι τα δικά μου,

θα με σταυρώσουν κάποτε.

Θα μ’ αγκαλιάσουν

μες στο σκοτάδι

μ’ όλο το πάθος

ύστατης κίνησης»,

αισθάνεσαι
ότι μπορείς να του πεις: «Άσε με να φιλήσω τα χέρια σου»…, για όσα μαζί βιώσατε
και βίο καλό ζήσατε!…

            «Δες πώς χαμηλώνει

ο ουρανός

και μας τυλίγει.

            Άσε με να
φιλήσω

τα
χέρια σου.

           

Φεγγοβολούν απόψε οι κήποι.

Άναψε η νύχτα

τα κεριά της.

Φλόγα απ’ τον Παράδεισο

κλεμμένη

μιαν απροσδόκητη

αύρα γαλανίζει.

 

Άσε με να φιλήσω

τα χέρια σου.

Θεία αναδίνουν

απόψε γλύκα

τ’ ανθισμένα αμπέλια.

Μιαν αταλάντευτη ευδαιμονία».

[Αγκάλιασμα]

 

Αίσθημα ευδαιμονίας πράγματι μεταδίδουν
αυτοί οι στίχοι για τις ανθρώπινες σχέσεις, που ευτύχημα θα ήταν αν ήσαν πάντα
αρμονικές, παρά τις αντιξοότητες και τα κάθε είδους προβλήματα, τα αναπόφευκτα,
που θα παρουσιαστούν κατά την πορεία του βίου!

Βάλσαμο ψυχής η ποίηση της Θεώνης
Αναστασοπούλου και πίστη πως υπάρχει ελπίδα!…

«Θαλασσοπούλια

τον δύοντα ήλιο

κύκλωσαν.

Λες για να μην τον αφήσουν

να χαθεί στο νερό…»

[Το μυστήριο του φωτός]

 

Και η ελπίδα έρχεται μέσα από την ποίηση
ως κάθαρση, λυτρωτική!

            «…Αυτός ο άζευκτος ουρανός

γεμίζει κάποτε φτερά,

πτήσεις λυτρωτικές».

[Αποκαθήλωση]

 

***

Η Θεώνη Κ. Αναστασοπούλου-Καπογιάννη
είναι διδάκτορας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Δίδαξε σύγχρονη
φιλοσοφία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (1990-1998) και στο
Πανεπιστήμιο Πατρών (1999-2013). Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται
στη φιλοσοφία της ζωής, την περιβαλλοντική ηθική και τη φιλοσοφία της
επιστήμης. Άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε συλλογικούς τόμους καθώς και σε
ελληνόγλωσσα και ξενόγλωσσα επιστημονικά περιοδικά. Εκτός από τις φιλοσοφικές
μελέτες της, εκδόθηκαν οι ποιητικές της συλλογές «Το ελάχιστο μόνο» (2017) και «Μια
άνοιξη που ν’ αντέχει» (2018) στη σειρά Ποίηση των εκδόσεων Διαπολιτισμός και
«Στις παρυφές» των εκδόσεων Σμίλη (2020).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *