ceb1cf80cebfcebdceb1ceb6ceb9cf83cf84ceb9cebacebfcf80cebfceafceb7cf83ceb7 cf8ccf81cebfcf82 cf88ceb5cf85ceb4ceb5cf80ceafceb3cf81ceb1

Ασφαλώς η εννιασύλλαβη αυτή λέξη ακούστηκε πολύ τις τελευταίες σαράντα μέρες -αν θα συνεχίσει να ακούγεται κι αν θα διακριθεί στην ψηφοφορία για τις Λέξεις της χρονιάς δεν το ξέρω, αφού κανείς δεν ξέρει τι άλλο μας επιφυλάσσει το 2022.

Την πρώτη κιόλας μέρα της ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία, αναφέρθηκε ότι στόχος ήταν όχι η κατοχή της Ουκρανίας αλλά η αποστατιωτικοποίηση και η αποναζιστικοποίησή της. Στη συνέχεια, ο στόχος αυτός άρχισε να ακούγεται λιγότερο, μεταξύ άλλων επειδή η εξέλιξη στο πεδίο της μάχης δεν εξελίχθηκε όπως υπολόγιζαν οι Ρώσοι, αφού η περικύκλωση του Κιέβου καθηλώθηκε και στη συνέχεια τα ρωσικά στρατεύματα αναδιπλώθηκαν και τώρα επικεντρώνονται στο Ντονμπάς, ενώ οι Ουκρανοί καταγγέλλουν ότι, στις περιοχές που επανακτούν, βρίσκουν πτώματα δολοφονημένων αμάχων και ομαδικούς τάφους.

denazification streetΟ όρος «αποναζιστικοποίηση» είναι διεθνής και, φυσικά, σχηματίστηκε για τους αληθινούς Ναζί, πρώτα στα αγγλικά, denazification, περί το 1943, όταν άρχισε να τίθεται το ζήτημα της τύχης της Γερμανίας μετά τον πόλεμο. Μετά τη νίκη των Συμμάχων, άρχισε έμπρακτα η διαδικασία που είχε στόχο να εκκαθαρίσει από τη ναζιστική ιδεολογία την κοινωνία, το δικαστικό σώμα, την εκπαίδευση και την πολιτική ζωή στη Γερμανία και την Αυστρία. Στη φωτογραφία βλέπουμε έναν εργάτη του δήμου να αλλάζει τις πινακίδες στους δρόμους, στο κοντινό μου Τρίερ στις 12 Μαΐου 1945, έτσι ώστε η οδός Αδόλφου Χίτλερ να μετονομαστεί σε οδό Σταθμού.

Eνώ η διαδικασία αποναζιστικοποίησης (Entnazifizierung στα γερμανικά και Денацификация στα ρωσικά) ξεκίνησε ορμητικά και με μεγαλόπνοους στόχους, πολύ γρήγορα ανέκρουσε πρύμνα, τόσο επειδή ο αριθμός των Γερμανών που θα έπρεπε να ελεγχθούν ανερχόταν σε πολλά εκατομμύρια (μόνο το ναζιστικό κόμμα είχε 8,5 εκατ. μέλη), όσο και διότι, ήδη από το 1946 και την χαραυγή του ψυχρού πολέμου, δεν ήταν πλέον πολιτικά χρήσιμη η διαδικασία για τους Αμερικανούς και τους Άγγλους.

Έτσι, στη Δυτική Γερμανία πολύ γρήγορα η διαδικασία αποναζιστικοποίησης πέρασε στη δικαιοδοσία των γερμανικών αρχών, με αποτέλεσμα να επανέλθουν στις θέσεις τους πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι που είχαν απολυθεί στην αρχή της αποναζιστικοποίησης. Αργότερα μάλιστα (το 1951) μπήκε και ποσόστωση, ότι τουλάχιστον το 20% των υπαλλήλων κάθε υπουργείου έπρεπε να προέρχεται από παλαιούς υπαλλήλους επί ναζισμού, που είχαν κριθεί κατάλληλοι για υπηρεσία. Έτσι, τελικά, η κρατική μηχανή της Δυτικής Γερμανίας στελεχώθηκε από παλαιά μέλη του ναζιστικού κόμματος: το 1957, το 77% των ανώτερων στελεχών του υπουργείου Δικαιοσύνης ήταν πρώην μέλη του NSDAP.

Στη σοβιετική ζώνη κατοχής, που μετεξελίχθηκε στη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, η αποναζιστικοποίηση ήταν πολύ πιο έντονη και διαρκής, αφού ο αντιφασισμός ήταν ο θεμελιώδης λόγος ύπαρξης του σοσιαλιστικού γερμανικού κράτους, η ηγεσία του οποίου μάλιστα αδιάκοπα κατηγορούσε το δυτικό γερμανικό κράτος ως συνεχιστή του ναζισμού αναφέροντας ονόματα παλαιών ναζιστών που τώρα κατείχαν υψηλές θέσεις στον κρατικό μηχανισμό της ΟΔΓ.

Αυτά, τότε. Στην Ουκρανία, από το 2014 που η «πορτοκαλί επανάσταση» (ή πραξικόπημα) ανέτρεψε τον εκλεγμένο Πρόεδρο Γιανούκοβιτς και οδήγησε στο ξέσπασμα του εμφυλίου πολέμου στα νότια και τα ανατολικά της χώρας, η ρωσική πλευρά και οι ρωσόφωνοι αυτονομιστές διατύπωσαν έντονες κατηγορίες για ναζιστικά στοιχεία στη νέα κυβέρνηση της Ουκρανίας ενώ απέδωσαν σε ναζιστές εγκλήματα όπως τον εμπρησμό του κτιρίου των συνδικάτων στην Οδησσό, με πολλές δεκάδες νεκρούς.

Πράγματι, στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, εξέχουσες προσωπικότητες του ουκρανικού εθνικισμού όπως ο Στεπάν Μπαντέρα και ο Ρομάν Σουχέβιτς (αν προφέρεται έτσι) συνεργάστηκαν με τους Ναζί όπως και οι ουκρανικές εθνικιστικές οργανώσεις, που έδρασαν στο κατεχόμενο από τους Ναζί έδαφος της ΕΣΣΔ και της Πολωνίας, όπου όχι μόνο είχαν ως έργο να πολεμούν τους αντάρτες αλλά και βαρύνονται με μαζικούς φόνους Εβραίων και ιδίως με την εθνοκάθαρση εναντίον των Πολωνών στη Βολυνία. Γι’ αυτό άλλωστε η Πολωνία επανειλημμένα διαμαρτυρήθηκε για την αποκατάσταση του Μπαντέρα και του Σουχέβιτς από την ουκρανικη κυβέρνηση μετά το 2014.

Είναι επίσης αλήθεια ότι ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ενώ εκλέχτηκε με σημαία την πάταξη της διαφθοράς και τη συνεννόηση με τους ρωσόφωνους των Λαϊκών Δημοκρατιών του Ντονιέτσκ και του Λουγκάνσκ/Λουχάνσκ, στην πορεία υποχώρησε στις πιέσεις και τίμησε ακροδεξιούς εθνικιστές. Και ενώ είναι επίσης αλήθεια ότι στις ουκρανικές εκλογές τα ναζιστικά κόμματα είχαν ελάχιστη απήχηση της τάξεως του 2% (η Ελλάδα ασφαλώς δεν δικαιούται να κουνάει το δάχτυλο, έχοντας τη Χρυσή Αυγή μέχρι και τρίτο κόμμα), το ναζιστικό τάγμα Αζόφ είχε έντονη φονική δράση στη Μαριούπολη και την περιοχή της όλα αυτά τα χρονια.

Όμως αυτά προφανώς καθόλου δεν δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό συλλήβδην της Ουκρανίας ως ναζιστικής χώρας ή της ουκρανικής κυβέρνησης ως ναζιστικής ή του Ζελένσκι ως ναζιστή -απόψεις που εκπορεύονταν όλα αυτά τα χρόνια από τη ρωσική πλευρά και που έχουν σε ένα βαθμό γίνει αποδεκτές και στην Ελλάδα.

Όμως η επιλογή του όρου «αποναζιστικοποίηση» από τον Πούτιν δεν νομίζω ότι στοχεύει μόνο ή κυρίως στη διεθνή κοινή γνώμη. Εξίσου ή και περισσότερο πρέπει να αποσκοπεί στο εσωτερικό μέτωπο, όπου ο απόηχος του μεγάλου πατριωτικού πολέμου είναι πάντοτε ισχυρός. Το ίδιο και οι ονομασίες «Λαϊκή Δημοκρατία» για τα κρατικά μορφώματα του Ντονιέτσκ και του Λουχάνσκ/Λουγκάνσκ, αφού αναφέρονται στο σοβιετικό παρελθόν που προφανώς έχει αίγλη, και όχι άδικα, στη Ρωσία.

Ωστόσο, η χρήση του όρου είναι ένα ψέμα, που έμμεσα σπιλώνει και τον αντιφασιστικό-αντιναζιστικό αγώνα τόσο των παλαιών αγωνιστών όσο και τον τωρινό. Παρά τις ανόητες παρομοιώσεις κάποιων δυτικών, το καθεστώς του Πούτιν δεν έχει καμιά σχέση με τους μπολσεβίκους, τους οποίους άλλωστε και ο ίδιος κατηγορεί για τη δημιουργία και την επέκταση των εδαφών της Ουκρανίας. Το καθεστώς Πούτιν είναι ένα εθνικιστικό αυταρχικό καθεστώς, που η εσωτερική του ρητορική ταιριάζει ταμάμ με τον λόγο της δικής μας ακροδεξιάς. Ο Τάσος Κωστόπουλος στην Εφ.Συν δίνει δείγματα γραφής από το κατάντημα του σκηνοθέτη Νικήτα Μιχαλκόφ: «Οι φιλελεύθερες, λεγόμενες, ιδέες έφαγαν τα ψωμιά τους. Με το μεταναστευτικό πρόβλημα να κορυφώνεται, πολλοί παραδέχτηκαν πως η πολυπολιτισμική πολιτική δεν είναι αποτελεσματική κι ότι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα του κεντρικού πληθυσμού. Οι φιλελεύθερες ιδέες προϋποθέτουν ότι δεν χρειάζεται να γίνει τίποτα. Οι μετανάστες μπορούν να σκοτώνουν, να λεηλατούν και να βιάζουν ατιμώρητα, επειδή τα δικαιώματά τους ως μεταναστών πρέπει να προστατεύονται. Τι είδους δικαιώματα είν’ αυτά; Οι φιλελεύθερες ιδέες έχουν λοιπόν καταστεί απαρχαιωμένες. Ερχονται σε σύγκρουση με τα συμφέροντα της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού».

Αποτροπιαστική είναι η χρήση του όρου «αποναζιστικοποίηση» σε πρόσφατο άρθρο του Τιμοφέι Σεργκέιτσεφ, που δημοσιεύτηκε πριν απο 4 μέρες στον ιστότοπο του Ρία Νόβοστι, με τον τίτλο «Τι πρέπει να κάνει η Ρωσία με την Ουκρανία». Εκεί, η διαδικασία της αποναζιστικοποίησης (στη νικημένη πια Ουκρανία) περιγράφεται με ανατριχιαστική λεπτομέρεια (εδώ το ρωσικό άρθρο, εδώ σε αγγλική μετάφραση που υποθέτω ότι είναι ακριβής) που δεν θέλω καν να μεταφράσω αποσπάσματα.

Είναι τόσο κυνικές οι περιγραφές της διαδικασίας εθνοκάθαρσης που προτείνεται, και τόσο άκαιρες αφού στο πεδίο της μάχης η προοπτική της πλήρους καθυπόταξης της Ουκρανίας ολοένα και απομακρύνεται στη σφαίρα του ανέφικτου, που θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ο Tιμοφέι Σεργκέιτσεφ είναι προβοκάτορας, αλλά φοβάμαι πως πρέπει να θεωρήσουμε πως όσα λέει τα λέει ειλικρινά -χωρίς βέβαια να ξέρω την απήχηση που έχουν οι θέσεις του. Δείχνει πάντως αυτό το άρθρο πόσο ανήθικα χρησιμοποιείται ο όρος αποναζιστικοποίηση από τη ρωσική πλευρά.

Τις ίδιες μέρες ήρθαν στην επιφάνεια και οι ανατριχιαστικές εικόνες και αφηγήσεις για μαζικές δολοφονίες αμάχων στην Μπούτσα, μια κωμόπολη από την οποία αποχώρησαν οι ρωσικές δυνάμεις. Οι Ρώσοι κατήγγειλαν για σκηνοθεσία την υπόθεση, και ζήτησαν έρευνα από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Η Νιου Γιορκ Τάιμς παρουσίασε δορυφορικές φωτογραφίες που δείχνουν πτώματα στους δρόμους της πόλης τον Μάρτιο κι έτσι αποκρούουν τον ρωσικό ισχυρισμό ότι τα πτώματα τοποθετήθηκαν μετά την αποχώρηση του ρωσικού στρατού. Βέβαια, η Νιου Γιορκ Τάιμς δεν είναι ουδέτερη και θυμόμαστε ότι πριν από τον πόλεμο του 2003 είχε δημοσιεύσει σειρά άρθρων για τα όπλα μαζικής καταστροφής του Ιράκ -ζήτησε μάλιστα συγγνώμη από το αναγνωστικό της κοινό το 2004. Και πάλι όμως, όσα ακούμε προκαλούν αποτροπιασμό.

Και πάντως δεν περιμένουμε την ετυμηγορία για τη Μπούτσα για να καταδικάσουμε τη ρωσική εισβολή. Η εισβολή καταδικάζεται έτσι κι αλλιώς. Ο πόλεμος πρέπει να σταματήσει, όμως κάθε μέρα που περνάει φέρνει όλο και πιο μακριά το ενδεχόμενο αυτό. Εγώ τουλάχιστον δεν βλέπω καμιά ικανοποιητική λύση στον κοντινό ορίζοντα, ούτε για την Ουκρανία, ούτε για την Ευρώπη, ούτε για τη Ρωσία. Αν εσείς βλέπετε στα σχόλιά σας, θα χαρώ να σας ακούσω.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.