ceb1cebdceb4cf81cf89cebcceaccf87ceb7 cebacf8ecf83cf84ceb1cf82 ceb1cebacf81ceafceb2cebfcf82 ceb5cebaceb4cf8ccf83ceb5ceb9cf82 cebcceb5

 

Ανδρωμάχη

Κώστας Ακρίβος

εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Ανδρωμάχη» του Κώστα Ακρίβου (κριτική) – Μια γυναίκα ζωντανό πένθος (bookpress.gr)

 

 

%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF


μια γυναίκα ζωντανό πένθος

 

Η λογοτεχνία αγαπά να εισχωρεί στον βαθύτερο ψυχισμό των χαρακτήρων, να ανακαλύπτει την αντιστικτική σχέση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, αρχέγονες δυνάμεις που καθορίζουν τις συμπεριφορές. Και έχει πράγματι ξεχωριστό ενδιαφέρον, όταν ανατέμνει τη σύγκρουση των δύο δυνάμεων για να φανερώσει σε όλη του την έκταση το δίπολο θύμα – θύτης. Κάποτε η συγγραφική φαντασία επινοεί τις λογοτεχνικές περσόνες, κάποτε ανατρέχει σε ιστορικά πρόσωπα, κάποτε στον πλούτο των μύθων, που όσο κι αν τους έχει επεξεργαστεί η παράδοση ή η πένα επωνύμων, πάντα θα προσφέρονται για μια νέα οπτική. Αυτή είναι η περίπτωση της Ανδρωμάχης, του νέου μυθιστορήματος του Κώστα Ακρίβου, που με έναν έξοχο τρόπο παρουσιάζει την προσωπικότητα αυτής της τραγικής γυναίκας, της ενσάρκωσης του πένθους, όπως η ίδια θα πει: Μια γυναίκα ζωντανό πένθος  ήμουν, Τίποτ’ άλλο. Αν η ίδια διατηρεί για τον εαυτό της τον ρόλο του θύματος, έχει απέναντί της όχι μόνον ένα θύτη αλλά πολλούς. Και είναι αυτοί οι αρσενικού γένους θύτες που οδηγούν εδώ τον Κώστα Ακρίβο να μετονομάσει την Ανδρομάχη του ενός ανδρός σε Ανδρωμάχη των πολλών· έτσι, μεταστρέφει την ετυμολόγηση του ονόματός της και από αυτήν που μάχεται όπως και ο άνδρας ή που αντιμετωπίζει τον ένα άνδρα, φθάνει στη γυναίκα που έπρεπε να δείξει όλο το σθένος της απέναντι στη διαρκή βία που ασκούσαν πάνω στο κορμί και την ψυχή της οι άνδρες που διασταύρωσαν τη ζωή τους με την τραγική δική της.

Η πλοκή του μυθιστορήματος θα στηριχθεί στα σωζόμενα γραπτά μνημεία που μιλούν για την Ανδρομάχη, τόσο την ομηρική Ιλιάδα, που ενσωματώνει και την παλαιότερη προφορική παράδοση για το πρόσωπό της, όσο και την τραγική ποίηση (τις τραγωδίες του Ευριπίδη Τρωάδεςκαι Ανδρομάχη), ως επεξεργασμένη μορφή του μύθου κατά το δοκούν από τον τραγικό ποιητή. Ο Ακρίβος κατορθώνει να αποδώσει με πληρότητα τη μορφή της Ανδρομάχης, παρουσιάζοντας αφενός όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη ζωή της, συνιστώντας έτσι ένα αντικειμενικό πλαίσιο, όσο το επιτρέπει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την ηρωίδα, και αφετέρου εκμεταλλευόμενος ακριβώς την ευθύτητα του πρώτου προσώπου αναδεικνύει όλο τον ψυχισμό της. Ο ίδιος επιλέγει να κρατήσει κρυμμένη τη φωνή του συγγραφέα/επινοητή της ιστορίας, προκειμένου να διατηρηθεί η ένταση του δράματος αλλά και να επιτευχθεί η αληθοφάνεια με την ειλικρίνεια μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που θα μπορούσε να  λειτουργήσει και ως θεατρικός μονόλογος. Θα ακούσουμε την Ανδρομάχη να παρουσιάζει τη ζωή της με την αφηγηματική τεχνική in medias res, δηλαδή από τη μέση της και όχι με την ευθύγραμμη χρονική πορεία, μια ενδιαφέρουσα εδώ «συμπόρευση» με την ομηρική τεχνική, στην οποία άλλωστε όλος ο μύθος έχει την αρχή του. Όπως συνειρμικά θα έρχονται στη μνήμη της τα γεγονότα, θα δούμε την τύχη της μετά την άλωση της Τροίας να συνδέεται με αυτήν του Νεοπτόλεμου (γιου του νεκρού πια Αχιλλέα και δολοφόνου του Αστυάνακτα, του παιδιού της), με τον οποίο θα γεννήσει τρία παιδιά, θα βρεθεί αρχικά στη Φθία, και μετά τον θάνατο του Νεοπτόλεμου, ακολουθώντας  τον αδελφό του Έκτορα, τον Έλενο, θα πάει στην Ήπειρο, στον τόπο της Χαονίας, και μετά τον θάνατο και του Έλενου στην Τευθρανία της  Μυσίας, όπου ο γιος της Πέργαμος θα δώσει το όνομά του στην πόλη. Με αναδρομές θα θυμηθεί την πρότερη ευτυχισμένη ζωή της, με την οικογένειά της αρχικά και μετά ως σύζυγος του Έκτορα στο βασίλειο της Τροίας, πριν οι Αχαιοί αποφασίσουν (με ταπεινές προφάσεις) να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, πριν ο Αχιλλέας, το κτήνος όπως τον ονομάζει η Ανδρομάχη ταυτίζοντας το όνομά του με την απάνθρωπη συμπεριφορά του, πέσει με όλη την οργή του κατά της οικογένειάς της και την αφανίσει. Ο συναισθηματικός της κόσμος μοιρασμένος ανάμεσα στο μίσος για τους θύτες της και στο μητρικό της ένστικτο, αναγκασμένη να κυοφορεί και να ανατρέφει τα παιδιά αλλεπάλληλων βιασμών, διατηρώντας στην ψυχή της διαρκή τον πόνο για τον άτυχο Αστυάνακτα, τον γιο του έρωτά της με τον Έκτορα, που το φονικό χέρι του Νεοπτόλεμου γκρέμισε από τα τείχη της Τροίας. Είναι, όμως, πάλι το αγαπημένο όνομα του Αστυάνακτα που θα ακουστεί και θα τη συγκρατήσει πριν την τελική θαρραλέα πράξη «φυγής» ή καλύτερα «σωτηρίας» από μια ζωή κενή νοήματος.

%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82%20%CE%91%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%B2%CE%BF%CF%82


Η συγγραφική επιλογή να δειχθεί σε όλο τον ρεαλισμό της η βία των πράξεων και ταυτόχρονα να μην μεταπέσει η αφήγηση σε άγονο και άστοχο για τη λογοτεχνία συναισθηματισμό, αποδεικνύεται σωστή.  Αφενός η βία είναι μια απόλυτη έννοια, που δεν χωράει λειάνσεις λεκτικές, και αφετέρου η ποιότητα των συναισθημάτων δεν κερδίζει με την υπερβολική φόρτιση των λέξεων, αντιθέτως επιζητεί την πιο απλή παράθεση για να λειτουργήσει σε όλο της το βάθος. Στην προμετωπίδα τα λόγια του Manuel Villas: […] οι νεκροί είναι η ανεπιείκεια του παρελθόντος που εισβάλλει στο παρόν μέσα από ένα ουρλιαχτό αγάπης. (ΟΡΔΕΣΑ, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδ. Ίκαρος), αποτελούν την κατάλληλη «είσοδο» στο βιβλίο, με μετρημένη την αγάπη και την οργή. 

Συνεκτιμώντας όλες τις επιλογές ως προς τον τρόπο έκθεσης του υλικού, από τη χρήση της γλώσσας και το ύφος μέχρι τη διαχείριση των χρονικών επιπέδων και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, πρέπει να αξιολογηθεί εδώ εν συνόλω αυτή η συγγραφική κατάθεση. Ο Ακρίβος έχει δείξει έως τώρα σε όλες τους τις γραφές πως γνωρίζει καλά την τέχνη της αφήγησης, και μάλιστα με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης φωνής. Άρα δεν εκπλήσσει και εδώ το άρτιο από κάθε άποψη αποτέλεσμα. Ωστόσο, θαρρώ πως με την Ανδρωμάχητου προχώρησε την τέχνη του ακόμη πιο πέρα.  Πήρε, ως συγγραφική επινόηση, τη θέση και τη φωνή μιας γυναικείας μορφής και κατόρθωσε να δώσει πλήρη τη μορφή της. Διαβάζοντας τη συγκλονιστική αφήγηση της Ανδρωμάχης του, είναι σαν να ακούμε μια τραγωδό να εξιστορεί, με την αίσθηση του  μέτρου που διδάσκει η αρχαία τραγωδία, με συγκρατημένο όσο πρέπει το συναίσθημα, με την έξαρση εκεί που η πλοκή απαιτεί την υπέρβαση των ορίων. Νομίζω πως αρκεί αυτή η οπτική, που συνδέει λειτουργικά την Ανδρωμάχη του με την  Ανδρομάχη, τόσο την ομηρική της Ιλιάδας όσο κυρίως την τραγική του Ευριπίδη, για να αποδοθεί η συγγραφική πρόθεση.  Ακόμα κι αν αναφαίνονται συνδέσεις/προεκτάσεις με τον γενικότερο ρόλο της γυναίκας σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, ας θεωρηθούν αρκετά αχνές για να αποτελέσουν μια ερμηνευτική προσέγγιση σ’ αυτό που ο Ακρίβος θέλησε να δώσει· άλλωστε, υπάρχει και ο κίνδυνος να οδηγήσουν σε παραπλανητικές οδούς μειώνοντας την αξία του βιβλίου. Εδώ έχουμε την έξοχη λογοτεχνική απόδοση μιας τραγωδίας, και αυτό είναι αρκετό στην πληρότητά του. 

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Ήταν εκείνα τα πρώτα χρόνια που μόλις είχαμε στεριώσει στον νέο τόπο. Με τις δούλες συνοδεία και την Πρόκνη επικεφαλής θυσίαζα ένα πρωινό στον υπαίθριο βωμό του Δία. Θυσία για να τιμήσει ο πρώτος των θεών την ψυχή του πρώτου των θνητών, του Έκτορα. Είχα ακούσει πολλές φορές από τους παλιούς δούλους τα λόγια που λέγονταν στην πατρίδα. Ότι οι ψυχές παραμένουν απέθαντες. Κυκλοφορούν άυλες υπάρξεις στον αιθέρα, ανάμεσά μας· εμείς ούτε μπορούμε να τις δούμε ούτε να τις νιώσουμε, εκείνες όμως έχουν αυτό το χάρισμα: μας ψαύουν με τον τρόπο τους, μας μιλούν, συμβουλεύουν ή όχι. «Κάνε, Δία πατέρα, η ψυχή του μοναδικού μου έρωτα να είναι επιεικής απέναντι στις επιλογές της ζωής μου που εγώ αναγκάστηκα να πάρω, κάνε!» (σ. 83).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *