ceb1cebdceadceb3ceb3ceb9cf87cf84ceb7 cebccf85ceb8ceb9cf83cf84cf8ccf81ceb7cebcceb1 ceb2ceb1ceb3ceb3ceadcebbceb7cf82 cf81ceb1cf80cf84

 

Ανέγγιχτη

μυθιστόρημα

Βαγγέλης Ραπτόπουλος

 εκδόσεις Κέδρος

η πρωτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 

στη στήλη  ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η προσωπική αναμέτρηση με την αλήθεια της μυθοπλασίας • Fractal (fractalart.gr)

 

%CE%91%CE%BD%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CE%B9%CF%87%CF%84%CE%B7 %20%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF


 

η προσωπική αναμέτρηση με την αλήθεια της μυθοπλασίας

 

Σε κάθε τι που γράφεται με τον μανδύα της μυθοπλασίας (αυτό από αρχής της επινοημένης γραφής) εισχωρεί το προσωπικό βίωμα, ενίοτε δε το αυτοβιογραφικό στοιχείο με διακριτό ή όχι τρόπο, μετατρέποντας έτσι την εξ ορισμού πλαστή πραγματικότητα σε μια (συχνά δυσδιάκριτη στα σημεία της) μείξη του αληθινού με το επινοημένο. Αν αυτή είναι μια αποδεκτή συνθήκη, τότε δεν μας εκπλήσσει το εγχείρημα μιας λογοτεχνίας που επαληθεύει το «λογοτεχνικό της ψεύδος» μέσα από τεκμήρια – τουλάχιστον εδώ η συγγραφική αποκάλυψη είναι ξεκάθαρη και άρα επαρκής.

Αυτή είναι η περίπτωση του πρόσφατου μυθιστορήματος του Βαγγέλη Ραπτόπουλου με τον εύστοχο τίτλο Ανέγγιχτη, βασισμένο στη ζωή του Νίκου Καζαντζάκη, από την πλευρά της πρώτης συζύγου του, Γαλάτειας. Ο Ραπτόπουλος επιλέγει για την αφηγήτριά του, τη Μελίνα Αναστασίου (δηλαδή τη λογοτεχνική περσόνα της Γαλάτειας Καζαντζάκη) την εσωτερική εστίαση και επίσης την εσωτερική οπτική γωνία, καθιστώντας την εν μέρει ομοδιηγητική, όσο αφηγείται γεγονότα που την αφορούν χωρίς να πρωταγωνιστεί η ίδια, και εν μέρει αυτοδιηγητική για όσα έχουν στο επίκεντρο την ίδια και την τραυματική εμπειρία του δεκαπεντάχρονου γάμου της με τον συγγραφέα – εδώ για τη μυθοπλαστική αναγκαιότητα με το όνομα Αλέξανδρος Καστρινάκης. Τεκμηριώνοντας μέσα από το βιβλίο της Γαλάτειας Άνθρωποι και υπεράνθρωποι (1957), μια προσπάθεια αποκαθήλωσης του μύθου-Καζαντζάκης, αλλά και ακολουθώντας τη συγγραφική πορεία του ίδιου μέσα από τα βιβλία του, ο Ραπτόπουλος μοιάζει να αποδίδει εκ νέου στην κοινή γνώμη ένα από τα μεγαλύτερα συγγραφικά μεγέθη. Αναμφισβήτητης αξίας το αποτέλεσμα, αποδεικνύει ότι ο συγγραφέας βρίσκεται σε καλή δημιουργική περίοδο. Με παραποιημένα τα ονόματα των προσώπων και τους τίτλους των έργων, δεν εμποδίζεται ο μυημένος αναγνώστης να αναγνωρίσει τον λογοτεχνικό κόσμο της εποχής, που αναδύεται και αυτή ταυτόχρονα ως απαραίτητο πλαίσιο στα γεγονότα – μια εποχή που εξυψώνει με τα αισθητικά κριτήρια το έργο του δημιουργού αλλά και αναθεματίζει τη ρηξικέλευθη οπτική του, αδυνατώντας να κατανοήσει την ανθρώπινη φύση μέσα στα θεϊκά «πρόσωπα».


%CE%92%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%AD%CE%BB%CE%B7%CF%82%20%CE%A1%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82


Η Ανέγγιχτη προκαλεί να δούμε την προσωπικότητα του Καζαντζάκη μέσα από την οπτική της γυναίκας του, μέσα από το αδιέξοδο μιας σχέσης «λευκής», που την ανάγκαζε σε μια (ανερμήνευτη εν μέρει, εκτός αν η προσπάθεια θέωσης και αγιότητας εν  τω βίω του Καζαντζάκη αποτελεί ικανή ερμηνεία) σαρκική απόσταση από τον άντρα της, τη  στιγμή που η ίδια φλεγόταν από επιθυμία.  Συγγραφική επινόηση ενδιαφέρουσα η εκ νέου αυτοβιογραφική κατάθεση της Μελίνας/Γαλάτειας, προκειμένου να μειωθεί η αίσθηση της εμπάθειας ή της προκατάληψης που άφησε το πρώτο έργο της και να δείξει περισσότερη κατανόηση για το ψυχικό βάσανο του Αλέξανδρου Καστρινάκη/Νίκου Καζαντζάκη, ένα είδος επανόρθωσης, μια αποκατάσταση στο μέτρο της αλήθειας.

Περισσότερο ακόμη η Ανέγγιχτη αποτελεί για αναγνώστες κυρίως της γενιάς μου, που γνωρίσαμε σε πολύ νεαρή ηλικία τα γραπτά του, μια πρόκληση να ανατρέξουμε ξανά σ’ αυτά, κι ας τα έχουμε απομυθοποιήσει μέσα στα χρόνια· ο εσωτερικός κόσμος του δημιουργού, σε διαρκή αναστάτωση και αναθεώρηση (πόσες αλήθεια ιδεολογικές ανακατατάξεις βλέπουμε στο έργο του!), φλεγόμενος πάντοτε από την εσωτερική φωτιά του ανικανοποίητου.

Εν τέλει, η Ανέγγιχτη προκαλεί να δούμε πίσω από τη μυθοπλασία, την ανάγκη που τη γέννησε, να ανακαλύψουμε δηλαδή τον δημιουργό της και τη δική του προσέγγιση στη μορφή του σπουδαίου Κρητικού. Είναι άραγε μόνο η επιθυμία να βυθιστεί εκ νέου στον κλασσικό της λογοτεχνίας μας, εν μέσω μιας εποχής πολλών μεν σύγχρονων γραφών πλην συχνά άνευρων; Είναι ίσως ένα προσωπικό στοίχημα πειραματισμού στα όρια που η μυθοπλασία αγγίζει και ενσωματώνει (με την αναγκαία παραποίηση) τον αληθινό πυρήνα των γεγονότων; Ή, μήπως, μια πιο εσωτερική ανάγκη να αγγίξει μέσα από τη δική του γραφή πιο βαθιά τη σχέση του με τον συγγραφέα της Ασκητικής; Στην προσωπική μου ανάγνωση θα προτιμούσα να ισχύει το τελευταίο, καθώς απηχεί μια πιο ευθεία, πιο αυθεντική σχέση του γράφοντος με τη θεματική του, και αποδίδει έτσι ακέραια, ισχυρή όσο και ευάλωτη (ισχύει το οξύμωρο) τη φύση του αληθινού συγγραφέα, που δεν ορρωδεί μπροστά στην αναμέτρηση με τα δικά του πρότυπα, ή αλλιώς φαντάσματα.

Διώνη Δημητριάδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.