ceadcebdceb1 ceb1cebdceb1ceb3cebaceb1ceafcebf ceb2ceb9ceb2cebbceafcebf ceb3cf81ceaccf86ceb5ceb9 ceb7 cebbceafcebdceb1 cf80ceb1cebdcf84

 Έντεκα συναντήσεις. Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εκδόσεις Πόλις

 

Εκείνο που σημαδεύει την προσωπικότητα του Σταύρου Ζουμπουλάκη είναι η οξυφωνία του πνεύματός του. Αυτό το σπάνιο, διάπλατο πνεύμα, δουλεμένο και κατεργασμένο όχι μόνο από χιλιάδες αναγνώσεις, αλλά και από την περίσκεψη πάνω στις αναγκαιότητες και τις αιτιάσεις της κάθε ημέρας, παραμένει ακοίμητο στα θεμελιακά ζητήματα, που απασχολούν τον άνθρωπο στην προσπάθειά του να οργανώσει τον ατομικό και τον συλλογικό του βίο. Τόσο στα δοκιμιακά του κείμενα, στις μελέτες του, στις εισηγήσεις του σε εκδηλώσεις όσο και στην αρθρογραφία του, κυριαρχεί ένας λόγος ανήσυχος, ολόθερμος, εξαιρετικά δομημένος και την ίδια στιγμή δεκτικός (δεκτικότητα στα σύνορα της αδημονίας) στην αμφιβολία και την αντίρρηση. Όσον αφορά τα δύο λογοτεχνικά του βιβλία, «Η αδερφή μου» (Πόλις, 2012) και «Στ’ αμπέλια» (Πόλις, 2018), θαυμάζει κανείς τη γλωσσική διακριτικότητα με την οποία μεταπλάθει το βίωμα (σπαρακτικό στο πρώτο, χαρμόσυνο στο δεύτερο) σε ενδότατη μυθοπλασία. Θαυμαστή είναι επίσης σε κάθε έκφανση του λόγου του, η περίτεχνη αποφυγή της παγίδας «του, ούτως ή άλλως, δυσπολέμητου ναρκισσισμού».

Ο παρών τόμος φιλοξενεί έντεκα συζητήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον ιστορικό Στρατή Μπουρνάζο. Κάθε μία επικεντρώνεται σε ένα συγκριμένο θέμα. Όταν αυτή η ενδεκαμελής συζήτηση φτάνει στο τέλος της, έχουν χαρτογραφηθεί οι κύριες συνιστώσες της διανοητικής υπόστασης του Ζουμπουλάκη. Βέβαια, καμία απάντηση δεν έχει αξία, αν δεν απαντά σε μια κρίσιμη ερώτηση. Ο Μπουρνάζος θέτει προμελετημένα ερωτήματα, που γνωρίζει εκ των προτέρων τη βαρύτητά τους για τον ερωτώμενο. Πέρα από το αμφίπλευρο στοχαστικό βάθος, με τις ερωτήσεις του αποκαλύπτει τις ρίζες μιας μακράς φιλίας και αμοιβαίας εκτίμησης, αλλά και τις αποκλίσεις των κοσμοθεωριών τους, χάρη στις οποίες ευδοκιμεί ο διάλογος. Όπως γράφει στο προλογικό του σημείωμα ο Μπουρνάζος, κάθε ουσιαστική συνομιλία εκκινεί από την παρατήρηση· «χρειάζεται να συνδυάζουμε κριτική και ενσυναίσθηση».

Η ενσυναίσθηση και η κριτική λεπταισθησία του Μπουρνάζου ανοίγουν χώρο στην πολυσχιδή σκέψη του Ζουμπουλάκη. Θέλοντας να υποδείξει τις δυσκολίες του εγχειρήματος που συναποφάσισαν ο Νίκος Γκιώνης, ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο ίδιος, ο Μπουρνάζος αναφέρεται στη δική του συμβολή στον σχεδιασμό των συζητήσεων. Όπως γράφει προεισαγωγικά, δεν θα είχε νόημα, ούτε για τον συνομιλητή του ούτε για τον αναγνώστη, να περιοριστεί σε ρόλο κονφερασιέ ή τροχονόμου. Για να διερευνήσει μέσα από μια δέσμη ερωτημάτων τα δεσπόζοντα ζητήματα που συναπαρτίζουν τον πνευματικό ορίζοντα και την ιδιοσυστασία του Ζουμπουλάκη, όφειλε αφενός να βοηθήσει «μαιευτικά» τον συνομιλητή του να αναπτύξει τους συλλογισμούς του και αφετέρου να ξεδιπλώσει και εκείνος, βάσει των απαντήσεων, τη δική του οπτική και τις ενδεχόμενες αντιρρήσεις του.

Είτε πρόκειται για τη φιλαναγνωσία, για το σχολείο, το δημόσιο σύστημα υγείας, την πίστη, είτε για την Εκκλησία, τον εβραϊσμό και την Αριστερά, σταθερή μέριμνα του Ζουμπουλάκη είναι τα στοιχεία εκείνα που διαφυλάσσουν, καλλιεργούν και προάγουν την αξιοπρέπεια κάθε ατόμου. Στο σκεπτικό του η ριζική σημασία της ατομικής ευθύνης είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την πρόνοια για τον πλησίον, πρόνοια όχι ιδεαλιστική αλλά έμπρακτη. Όταν, για παράδειγμα, μιλάει για το σχολείο και ειδικότερα για τη διδασκαλία των αρχαίων, επιμένει στην πειθαρχία του μαθητή, στην ευθύνη του να επωμιστεί το άχθος της μάθησης, διότι «η γλωσσική και εκφραστική αγωγή δεν είναι υπόθεση δημιουργικότητας, αλλά πειθαρχίας». Από την πλευρά τους, οι δάσκαλοι και οι καθηγητές έχουν ευθύνη να μεταδώσουν στους μαθητές τους τη σπουδαιότητα των αρχαίων, προτάσσοντας «το πολιτιστικό επιχείρημα, το επιχείρημα της γλωσσικής συνέχειας, της ευκολότερης πρόσβασης στα κείμενα του γλωσσικού παρελθόντος». Ο ενθουσιασμός των δασκάλων διασφαλίζει την κατάνευση των μαθητών στον μόχθο της παιδείας. Ο δάσκαλος «ο ερωτευμένος με το αντικείμενο της διδασκαλίας του», είναι εκείνος που θα καταφέρει να αποσπάσει από τους μαθητές τη συγκατάθεσή τους για το «απαραίτητο ποσοστό αγγαρείας».

Όπως υπογραμμίζει ο Ζουμπουλάκης, αφετηρία της μάθησης είναι η συνειδητή απόφαση του μαθητή, η δέσμευσή του στη διδασκαλία. «Είναι μια δική του απόφαση που αφορά τη ζωή του: για να μάθεις πρέπει να αποφασίσεις να μάθεις». «Αν όμως τον μαθητή δεν τον κινητοποιεί τίποτε ψυχικά, αν δεν νιώθει μια στάλα ενθουσιασμό, δεν θα θελήσει να αναλάβει τον κόπο της μάθησης».

Η επωμισμός της ευθύνης του άλλου κορυφώνεται όταν το διακύβευμα είναι η ίδια η ζωή. Έχω τη γνώμη πως οι διάλογοι πάνω στην αρρώστια και το νόημά της και τον χριστιανισμό σήμερα είναι οι πιο ερεθιστικοί του βιβλίου. Λέει ο Ζουμπουλάκης στον Μπουρνάζο: «Έχω γνωρίσει, Στρατή, συγκλονιστικές περιπτώσεις γιατρών. Συγκλονιστικές! Πιστεύω, πραγματικά, ότι όταν μπαίνει ένας γιατρός στο λεωφορείο πρέπει να σηκωνόμαστε όρθιοι». Και παρακάτω προσθέτει: «Το δημόσιο νοσοκομείο είναι ιερό. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε όλοι με τον σεβασμό που αρμόζει σε κάτι ιερό».

Ο γιατρός μεριμνά για ένα αφύλακτο σώμα. Το τσακισμένο, έμφοβο και πάσχον σώμα, το κείμενο έναντι του θανάτου, συνιστά ένα εμπόλεμο μέτωπο όπου δοκιμάζεται η αγάπη για τον άλλο. Η αγάπη είναι νευραλγική στη σκέψη του Ζουμπουλάκη. Ο λόγος του δεξιώνεται τη λέξη «αγάπη» αποφλοιώνοντάς την από κάθε αισθηματολογία, για να της αποδώσει την εγγενή οδύνη, και την άφατη δικαίωση, της έμπρακτης εκδήλωσης. Το χειροπιαστό έλεος για τον άλλο είναι ένα καλό τόσο ισχυρό, που κατισχύει των κινήτρων του. Εκείνος που δέχεται το έλεος δεν ζημιώνεται διόλου από την τυχόν ιδιοτέλεια ή αυταρέσκεια του ευεργέτη του.

Όταν ο Ζουμπουλάκης αναφέρεται στην αρρώστια, και δη στην αρρώστια που εγκυμονεί τον θάνατο, αποδιώχνει πεισματικά κάθε πειρασμό εξωραϊσμού της σωματικής δοκιμασίας. Για τον ίδιο, έναν πιστό χριστιανό, η αρρώστια είναι το κακό, ένας εχθρός που πρέπει να πολεμηθεί. «Υπάρχει ένα ολόκληρο ρεύμα, στη σκέψη και στην τέχνη, έλξης και γοήτευσης από τον θάνατο. Κάθε άρρωστος όμως ξέρει ότι ο θάνατος δεν είναι φίλος· είναι εχθρός».

«Κάθε αρρώστια είναι βάσανο, χωρίς καμία εξαγνιστική λειτουργία». Παράλληλα, ο Ζουμπουλάκης, βιώνοντας τη σοβαρή ασθένεια προσωπικά αλλά και μέσω της αδελφής του, δεν παραθεωρεί την καταλυτική της επίδραση στον ψυχισμό και το μυαλό. Αναγνωρίζει πως το νόημα της αρρώστιας έγκειται στα ερωτήματα που εγείρει, στον τρόπο της να αναδιατάσσει τις ιεραρχήσεις του ατομικού βίου και να αναδιατυπώνει τις απορίες που τον ορίζουν. Η συνείδηση της τρωτότητας, το μείζον απότοκο της αρρώστιας, είναι εδραία στην ανθρώπινη κατάσταση. Το πνεύμα θριαμβεύει ή κατατροπώνεται καθώς αντιπαλεύει αδιάκοπα το φθαρτό σώμα.

«Η βαριά αρρώστια θέτει ερωτήματα που αφορούν τη σχέση μας με τη ζωή, το αξιοβίωτό της και το νόημά της, τη σχέση με τον εαυτό μας και τους άλλους, με τον κόσμο, τον χρόνο, τον θάνατο, τον Θεό».

Σε αντιδιαστολή με την αρρώστια, για την οποία μιλάει με απροκάλυπτη αποστροφή, ο Ζουμπουλάκης αναδεικνύει τη χαρά «ως κύριο συστατικό γνώρισμα της ζωής του χριστιανού». Όπως επισημαίνει, «ο χριστιανισμός είναι θρησκεία της χαράς. Και πώς να μην είναι, όταν έχει ως πυρήνα της τη νίκη επί του θανάτου;»

Επειδή ακριβώς έχει πλήρη επίγνωση του ραγδαίου αποχριστιανισμού των δυτικών κοινωνιών, ο Ζουμπουλάκης δεν παύει να πιστεύει ότι η Εκκλησία οφείλει να αναθεωρήσει τη σχέση της με τον κόσμο, με τη σημερινή κοινωνία. Μολονότι η πίστη είναι, τουλάχιστον σήμερα, η κατεξοχήν ιδιωτική υπόθεση, ο Ζουμπουλάκης δεν διστάζει να εντοπίσει την εξασθένισή της στο θεσμικό της πλαίσιο. Από την άλλη, η πίστη είναι ευθύνη του πιστού. Εκείνος τελικά θα κάνει το βήμα για να μπει στην εκκλησία, ανεξάρτητα από τον ποιόν του εκάστοτε παπά.

«Ο Θεός είναι προσωπικός. Του απευθύνεσαι. […] Του μιλάς, του ζητάς, τον παρακαλάς, τον ευχαριστείς, τον δοξάζεις, τα βάζεις μαζί του. Όλα αυτά είναι προσευχή. Προσευχή σημαίνει τελικά ότι αναγνωρίζεις πως είσαι κτίσμα, δημιούργημα».

«Η πίστη είναι και ένας τρόπος σκέψης». Η πίστη καθοδηγεί τον πιστό μέσα στον κόσμο, προτείνοντάς του έναν τρόπο να σκέφτεται τον κόσμο. Αυτή η καθοδήγηση όμως είναι δύσκολη και απαιτητική. Δεν διευκολύνει τη διάπλευση της καθημερινής ζωής. «Γιατί, όντας μια τόσο απαιτητική υπόθεση, πολλές φορές σου κάνει τη ζωή δύσκολη». Πώς να αγαπήσεις τους εχθρούς σου, όταν ακόμα και η αγάπη για τον κοντινό αποδεικνύεται συχνά δύσκολη στην τήρησή της;

Στις τοποθετήσεις του Ζουμπουλάκη διαλάμπει η αμετακίνητη ηθικότητα του λόγου του. Η αυστηρότητα με την οποία υπερασπίζει την ηθική του υπόσταση είναι συναρτημένη με μια αμιγώς ανθρωπιστική, συμπονετική ματιά. Όπως σε όλα τα θέματα που διεξέρχεται, έτσι και στην ηθική ο προβληματισμός του εστιάζεται στη διαπάλη με την καθημερινή ζωή. Από την κάθε μέρα μας μέσα στον κόσμο κρίνονται το μέτρο και η αντοχή της ηθικής μας. Η ηθική δεν είναι αδέκαστο κανονάρχισμα, αλλά ασπαίρουσσα, διαρκώς υπό δοκιμασία, ανθρωπιά. Μια διαρκής, διακαής διερώτηση, εγώ τι μπορώ αλλά και τι πρέπει να κάνω για τον άλλο; Τα δεσμά της ηθικής περιφρουρούν ό,τι ζωτικότερο, τον δεσμό μας με τους άλλους. «Η Εκκλησία δεν έχει δυνάμεις» λέει ο Ζουμπουλάκης και σπεύδει να τονίσει την ανάγκη μιας εκκλησιαστικής αναγέννησης. Οι ίδιοι οι ιεράρχες και πατέρες της Εκκλησίας την οδήγησαν στην πτώση της, εξαιτίας της αγκύλωσής τους στον ηθικισμό. «Δηλαδή ταύτισαν την ηθική του Ευαγγελίου μ’ έναν στεγνό, άκαμπτο, απάνθρωπο –απάνθρωπο, τονίζω τη λέξη- ηθικισμό, ο οποίος άρχιζε και τέλειωνε στον έλεγχο της σεξουαλικότητας».

«Οι μόνες υγιείς δυνάμεις που διαθέτει η Εκκλησία, λιγοστές είν’ η αλήθεια, βρίσκονται στον έγγαμο κλήρο της – και βεβαίως στα λαϊκά μέλη της».

Μιλώντας για τις λογοτεχνικές του αρέσκειες, ο Ζουμπουλάκης αναφέρει σχετικά με τον Παπαδιαμάντη: «με ελκύει ο χριστιανισμός του, όχι το γεγονός πως είναι χριστιανός αλλά ο τρόπος με τον οποίο είναι». Όπως, επίσης, τον ελκύει ο χριστιανισμός του Μπερνανός, που «παλεύει μέσα στη λάσπη της κοινωνίας και της ιστορίας». Γενικότερα, παρατηρούμε ότι ο κόσμος βρίσκεται στο επίκεντρο της συλλογιστικής του Ζουμπουλάκη. Η υγεία, το σχολείο, η πίστη, η πολιτική, η λογοτεχνία δεν μπορούν να νοηθούν ξεκομμένα από τον κόσμο. Είναι υψηλότατες αξίες που αλέθονται ακατάπαυστα στις μυλόπετρες της καθημερινότητας. Η καλή λογοτεχνία έχει τη δύναμη να λιχνίζει την άδηλη φύση αυτού του παράλογου, περιπεπλεγμένου, αγκαθερού όσο και θαυμαστού συμφύρματος που αποκαλούμε κόσμο. Διαβάζοντας λογοτεχνία επαναξιολογούμε τη διάδρασή μας με τον κόσμο μας. Η αξία ενός λογοτεχνικού έργου κρίνεται και από τη δυνατότητά του να αποτιμά τον ανθρώπινο χρόνο στη διαχρονία του.

«Στα μεγάλα έργα ενυπάρχει μια συνολική θεώρηση του κόσμου, μια σύλληψη του κόσμου, με όλα όσα μπορεί να σημαίνει η λέξη κόσμος (ζωή, κοινωνία, ιστορία) ή, ακόμη καλύτερα, οικοδομούν τα ίδια έναν κόσμο».

Η ικανότητα των μεγάλων έργων να διαλέγονται πάνω στις υπερχρονικές αγωνίες της ανθρώπινης κατάστασης είναι που καθιστά εξαιρετικά κρίσιμη τη διδασκαλία της λογοτεχνίας στο σχολείο. Η πεπαιδευμένη όσο και παιδευτική ματιά του Ζουμπουλάκη εντοπίζει τη σπουδαιότητα της λογοτεχνίας στο γεγονός πως συνιστά πρωταρχική μαθητεία στον εαυτό και στην ανθρωπότητα, πως ενέχει μια θεμελιώδη ανθρωπογνωστική λειτουργία. Τώρα υποχωρεί η πτυχή της αγγαρείας για να προκριθεί η συγκίνηση. «Λογοτεχνία χωρίς συγκίνηση δεν υπάρχει». Όσες οριοθετήσεις και αν πρέπει να επιβάλλονται στην ερμηνευτική διαδικασία, η συγκίνηση που υπόσχεται ένα μεγάλο λογοτεχνικό έργο θα γίνει η κινητήριος αναγνωστική μέθοδος τόσο του δασκάλου όσο και του μαθητή. Από κει και πέρα, ο στόχος της διδασκαλίας της λογοτεχνίας είναι διττός, καθώς πρέπει να αναδειχθούν «το ιστορικό νόημα του έργου και η σημασία του για τον αναγνώστη σήμερα». Και πάλι ο Ζουμπουλάκης υπενθυμίζει πως η ζέουσα σημασία των ζητημάτων που δυναστεύουν και διαπαιδαγωγούν την ανθρώπινη ύπαρξη, απορρέει από την επιτακτικότητα με την οποία επανέρχονται κάθε στιγμή της ζωής μας, εδώ και τώρα.

Αν δεχθούμε ότι ένα μεγάλο έργο συνιστά από μόνο του έναν κόσμο και την ίδια στιγμή εξιστορεί την προϊστορία του δικού μας κόσμου, είναι ευνόητο ότι το έργο αυτό υπερβαίνει τόσο τον συγγραφέα του όσο και την εποχή του. «Υπερβαίνει όμως δεν σημαίνει καταργεί ή ακυρώνει. Σημαίνει ότι ζει τη δική του ζωή, χώρια από αυτή του συγγραφέα του, και με καλεί σε μια ζωντανή σχέση μαζί του, σχέση δηλαδή που έχει σημασία και για την ίδια τη δική μου ζωή».

Λέει σε κάποιο σημείο ο Ζουμπουλάκης πως «οι μεγάλοι συγγραφείς και στοχαστές δεν είναι εκείνοι με τους οποίους συμφωνούμε, αλλά εκείνοι που θέτουν υπό δοκιμασία τη σκέψη μας και την κινητοποιούν. Η σκέψη δεν είναι γνώμη και άποψη». Νομίζω πως στο παραπάνω σχόλιο εγκλείεται με την πιο εύγλωττη διατύπωση η εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης από τις έντεκα συναντήσεις του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον Στρατή Μπουρνάζο. Η ευγένεια, η γνώση και η μελετηρή προετοιμασία του τελευταίου, διακριτές τόσο στις ερωτήσεις όσο και στις επισημάνσεις του, γίνονται το εφαλτήριο για την εκδίπλωση της βαθύνοιας του πρώτου. Οι δυο τους κουβεντιάζουν με νηφαλιότητα αλλά και θέρμη για ορισμένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που ταλανίζουν έναν σκεπτόμενο νου. Για τον σημερινό κόσμο, απίστευτα φοβισμένο και ανείπωτα τρωτό, αυτό το βιβλίο δεν είναι μόνο σπουδαίο, είναι αναγκαίο.

Ζουμπουλάκης, Μπουρνάζος

Ζουμπουλάκης, Μπουρνάζος

 

130875908 1968822943266168 7420576152338428896 o

 

 

 

 

Lina Pantaleon

 

 

 

 

 

The post Ένα αναγκαίο βιβλίο, γράφει η Λίνα Πανταλέων [Έντεκα συναντήσεις. Συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο, Σταύρος Ζουμπουλάκης] appeared first on Literature.gr .

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *