ceaccf83cebaceb7cf83ceb7 ceb1cebdcf84cebfcf87ceaecf82 ceb3cf81ceaccf86ceb5ceb9 ceb7 cebbceafcebdceb1 cf86cf85cf84ceb9cebbceae

Πέτρος Πολυμένης, Και με την ελάχιστη υγρασία θ’ ανθίζουμε, εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2022.

Η ύπαρξη ποίησης σε έναν κόσμο όπου η προδοσία και τα αποτυπώματα διαβρωμένων κοινωνικών σχέσεων κυριαρχούν στην αχανή έρημο του homo economicus, αποτελούν την κυρίαρχη θεματική του νέου, ποιητικού βιβλίου του Πέτρου Πολυμένη, Και με την ελάχιστη υγρασία θ’ ανθίζουμε, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Ο Πολυμένης, αναζητά την πίστη σε έναν κόσμο όπου όλα αργά ή γρήγορα καταλύονται, σε μια υπαρξιακή συνθήκη που ολοένα μοιάζει πιο δυσεύρετη, ωστόσο σαγηνευτική και γοητευτική όσο η ανθρώπινη ψυχή.

Τα πρόσωπα, που εφευρίσκει, όπως ο Μολύβιος και η Λυδία, αναζητούν τρόπους να γεμίσουν μια άδεια ζωή, περισώνοντας ό, τι μπορούν από τον κόσμο – ανάμεσα σε λέξεις, εικόνες άστρων και σε σπάνιες εμπειρίες που δίνουν ένα νόημα κι ένα σχήμα στην τροχιά της δύστοπης εποχής, όταν η πίστη στις ανθρώπινες σχέσεις εκλείπει. Εκεί που όλα μοιάζουν μονόδρομος, ένα τελευταίο φως ξεπετιέται ως δικαίωμα κι ως αντίσταση.

«Το θαυμαστικό ξύπνησε μέσα μου.
Καμπυλώθηκα στον χρόνο
Κι άρχισα ρευστή να ξανακυλάω
παίρνοντας μορφή στο απολίθωμα
σώματος εκστατικά ξαπλωμένου.
Πόσα φαντάσματά σου
να φορτωθώ, χωρίς να σπάσω». («Αντικριστά, ο διθύραμβος», σελ 15)

Όμως την ώρα που οι σχέσεις εκμηδενίζονται, ο κόσμος παραπαίει, η ανθρώπινη συνείδηση κλυδωνίζεται κι η καρδιά της γης λιώνει, πάντα υπάρχει κάτι που επιμένει, μια τεκτονική που άλλους τόπους τους γεννά κι άλλους τους εξαφανίζει, καθώς προκύπτει πότε σαν ευκαιρία πότε σαν απειλή, κρατώντας την ανθρώπινη συνείδηση, σ΄ εγρήγορση.

Έτσι, ο ποιητής φαντάζεται έναν κόσμο αλλιώτικο· ναυλώνοντας μια φανταστική Αργώ μαζί με λίγους εκλεκτούς συντρόφους, περνά τις Συμπληγάδες, ψάχνει μια δικαίωση και λίγη ζεστασιά, στο χάος που τον περιβάλλει.

«Ωραία θα ΄ταν μια Κολχίδα.
Να βάλω τώρα ένα σκοπό,
σκοπό μεγαλειώδη
σε χρυσόμαλλο δέρας να φτάσω
να σφυρίξει ο απόπλους για καινούρια στεριά
χαλασμάτων στερέωση». («Ο σκοπός διαθλάται στα μάτια σου», σελ 23)

Ο Πολυμένης, ψάχνει σε λίγα πρόσωπα, που μέσα του αντηχούν τη φωνή μιας ταυτότητας, τα σημάδια της ύπαρξης, τη λύτρωση της φιλίας, τον έρωτα, που καίνε σαν αναμμένα κάρβουνα, σε έναν κόσμο αιχμηρό και μοναχικό. Η ουτοπική διάσταση της ποίησής του καθρεφτίζει μια βαθιά απογοήτευση για όσα συμβαίνουν γύρω του αλλά και μια ανάγκη εξιλέωσης και κατανόησης. «Κλείνουμε τα μάτια, οι οροφές ανοίγουν, σηκωνόμαστε μέχρι τις επίμονες επιθυμίες» γράφει, εμμένοντας σε έναν κόσμο με άλλες προτεραιότητες, γαλήνιο και αφτιασίδωτο.

Μέσα από διαθλάσεις, όπου οι πλανήτες και τα άστρα έρχονται στο προσκήνιο, ο ποιητής επικεντρώνεται στην ελπίδα των πιο απρόσμενων σημείων, όπως το σχήμα μιας καρδιάς που απλώνεται κάτω από τη ζώνη του Ισημερινού κι εικάζεται πως κάτω της, βρίσκεται ένας υγρός ωκεανός. Με παρόμοιο τρόπο η πίστη ζωντανεύει υπόγεια σαν ένα ρευστό σώμα, ο έρωτας ξυπνάει απρόσμενα κι οι απουσίες απαιτούν το χρώμα της τρυφερότητας.

Σε μια εποχή, που «τα τείχη μας καλά κρατούν», το φως σώνεται και διασώζει αυτό που έχουμε στερηθεί, πλάι στην τροχιά των άστρων, στα μαγνητικά πεδία που μπλέκονται και δημιουργούν το σπιράλ μιας γιορτής, μέσα σε συχνές λάμψεις και ματαιώσεις. Έτσι η κοσμική αρμονία εντοπίζεται στο πένθος του θανάτου αλλά και στη δυναμική του έρωτα. Η φράση που συμπυκνώνει ακριβώς αυτή την αντίθεση επαναλαμβάνεται στη συλλογή, υπό τη μορφή laitmotiv: «Ως πένθος σε περιέχω» και αλλού, «Ως γιορτή σε περιέχω».

Οι έντονες εικόνες και ο τρόπος που δένει την ποιητική του αφήγηση ο ποιητής, ενισχύουν την κύρια ιδέα της ανθρώπινης αβεβαιότητας, που είτε μέσω της ειρωνείας είτε μέσω της γλώσσας, κυριαρχεί.

«Το σπίτι δεμένο με μια εφηβεία
τεντωμένη σε καλοκαίρια με φωτορυθμικά…
Κάθε πού φθινοπωριάζει όλα εδώ ερημώνουν
Ξεμένουν μοναχά κάτι συνταξιούχοι
σε μιαν έξοχη παραίτηση».

Σε αυτό τον μετέωρο βίο, μοιάζει να μας λέει ο Πολυμένης, όλα τα όνειρα φαίνονται κομμένα· δεν ξέρει κανένας πού να πιστέψει και σε τι, ακόμα κι «οι λέξεις υπάρχουν όσο βάζουν φωτιά στο παρόν». Ωστόσο, η ποίηση είναι μια άσκηση αντοχής, ένας τρόπος για να ξαναδιαβάσουμε τις εποχές, μια έκταση πίστης στο καθημερινό τέλμα, ένα σκάφος επανδρωμένο με τη ζωή μας, που γεννά μια δυναμική ενέργεια πάνω από τα ρήγματα των εποχών, αναζητώντας μια εναλλακτική προοπτική στον αμφίβολο, ραγισμένο κόσμο.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Ζωγραφική: Paula Modersohn-Becker. Δείτε τα περιεχόμενα του δέκατου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

b276150 1000x1000 1

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *