cebf cf85cebccebdcebfcf8dcebcceb5cebdcebfcf82 cf83cf84ceb7 cebcceb5cf83cebfcf80cebfcebbceb5cebcceb9cebaceae ceb5cf80ceb9ceb8ceb5cf8e

Μια μνημειώδης συνεργασία ίσως έπρεπε να πω και χωρίς καμιά δόση ειρωνείας. Και άλλες φορές, ο φίλος μας ο Κόρτο μας έχει δώσει εξαιρετικές συνεργασίες για θέματα όχι πολύ γνωστά, όπως για τον Τζογέ της Βραδυνής, τον χορό Romaica, το χρονογράφημα Κοσμικά-Σερέτικα,  για ένα αφήγημα για τη ζωή στις φυλακές στον μεσοπόλεμο, τη Γυναίκα που σκοτώνει ή το τραγούδι Μ’ αρέσει να ‘σαι μάγκισσα και τις σχετικές απεικονίσεις της γυναίκας στο μάγκικο περιβάλλον. Η θεματολογία όλων των συνεργασιών είναι κοινή: ρεμπέτικο, λαογραφία του αστικού χώρου, υπόκοσμος και ημίκοσμος, μεσοπόλεμος, αργκό. 

Σήμερα όμως νομίζω ότι μας δίνει την  καλύτερη μελέτη του, αφού με εντυπωσιακή πληρότητα καταγράφει τις παραλλαγές του επιθεωρησιακού τραγουδιού «Ο υμνούμενος», που το έχουμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, και στη συνέχεια επεκτείνεται στην εξέταση της υμνογραφικής παρωδίας, ενός είδους που ήταν αρκετά συνηθισμένο παλιότερα, όταν ο κόσμος πήγαινε συχνότερα στην εκκλησία. 

Αφορμή για τη σημερινή μελέτη στάθηκε ένα άρθρο στο ιστολόγιο, στις αρχές Σεπτεμβρίου, που εξέταζε για ποιο λόγο οι Βολιώτες έχουν το παρατσούκλι Αυστριακοί. Στο άρθρο γινόταν λόγο για τον  Υμνούμενο, ο Κόρτο σχολίασε ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές και αξίζει να καταγραφούν και εγώ, γνωστός φιτιλιάρης, τον πρότρεψα να γράψει κάτι για να δημοσιευτεί στο ιστολόγιο.

Και έτσι έγινε, αν και η εργασία του Κόρτο έχει τέτοια έκταση που άνετα θα μετατρεπόταν και σε βιβλίο. Καμαρώνω όταν δημοσιεύω τέτοιες καλές συνεργασίες στο ιστολόγιο, διότι βέβαια δεν  είναι η πρώτη ούτε ο Κόρτο ο μόνος, κάθε άλλο. Καμαρώνω, αλλά περισσότερα δεν προσθέτω διότι η μελέτη του Κόρτο είναι μεγάλη, κάπου 6700 λέξεις ζωή να’χει, οπότε δεν θέλω να μακρύνω κι άλλο το άρθρο, που το παραθέτω χωρίς καμιά επέμβαση ουσίας.

Ο «Υμνούμενος» της μεσοπολεμικής θεατρικής επιθεώρησης και η υμνογραφική παρωδία

«ἐπὶ μικρᾶς σχεδίας μέγα περαιώσασθαι τετόλμηκα πέλαγος»

(Μιχαήλ Ψελλός, Χρονογραφία, V, 354)

Το ακόλουθο κείμενο γράφηκε με αφορμή ένα διαδικτυακό σχόλιο σε άρθρο του Νίκου Σαραντάκου στο παρόν ιστολόγιο με τίτλο «Γιατί τους Βολιώτες τους λένε Αυστριακούς;» (7/9/2023), όπου παρεμπιπτόντως γίνεται αναφορά και στο μεσοπολεμικό επιθεωρησιακό σκετς «ο Υμνούμενος». Για το συγκεκριμένο σκετς ο Νίκος Σαραντάκος είχε ήδη δημοσιεύσει δύο κείμενα, ένα στις 11/2/2010 με τίτλο «Ο υμνούμενος, ένας κατάλογος της Παλιάς Ελλάδας» και ένα στις 31/7/2014 ως «επαυξημένη επανάληψη». Με την παρούσα, νέα προσέγγιση του «Υμνούμενου» γίνεται προσπάθεια να προστεθούν ορισμένα επιπλέον στοιχεία τα οποία θεωρώ ότι εντάσσονται στην γενικότερη θεματολογία του ιστολογίου. Ευχαριστώ πολύ τον πάντα φιλόξενο Νίκο Σαραντάκο για την τιμητική αποδοχή και την δημοσίευση του κειμένου. Επίσης ευχαριστώ θερμότατα τον φίλο Κώστα Αποστολόπουλο για την προσφορά πληροφοριών και συγγραμμάτων περί την βυζαντινή μουσική. Αποτόλμησα να γράψω για ένα θέμα το οποίο κανονικά απαιτεί σύνθετες γνώσεις πολλών αντικειμένων. Οι φίλοι αναγνώσται ας συγχωρήσουν τα όποια λάθη.

 

ymn2Α. Ένα διάσημο σκετς μίας σημαντικής θεατρικής επιθεώρησης

Ο «Υμνούμενος» αποτελεί ένα από τα σκετς της «Βαβυλωνίας», της πιο επιτυχημένης επιθεώρησης του Μεσοπολέμου1. Πρόκειται για έργο των Αιμίλιου Δραγάτση, Σύλβιου Παπαδόπουλου και Λαίλιου Καρακάση, με μουσική του Λαίλιου Καρακάση και του Γρηγόρη Κωνσταντινίδη, σκηνικά των Γιάννη Αμπελά, Κλεόβουλου Κλώνη και Θάνου Αρμενόπουλου, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Αρντάνωφ. Παίχτηκε από το θίασο Ολυμπίας Καντιώτη-Ριτσιάρδη στο θέατρο «Κοτοπούλη» και μετέπειτα στο θέατρο «Μοντιάλ» κατά τα έτη 1928 και 1929. Όσον αφορά τους ηθοποιούς οι οποίοι μετείχαν στην παράσταση, τεκμηριώνεται2 η συμμετοχή των ανδρών ηθοποιών Κυριάκου Μαυρέα, Άγγελου (;) Χρυσομάλλη, Σταύρου Ιατρίδη, Δημήτρη Καντιώτη, Νικόλαου (;) Παρασκευόπουλου και των γυναικών Ανθής Μηλιάδου, Αθανασίας (;) Μουστάκα, Λίζας Μπονέλλι και της νεαρής Στέλλας Χριστοφορίδου.

Η εμπορική επιτυχία της «Βαβυλωνίας» ήταν τεράστια: τα δύο πρώτα έτη παίχτηκε 262 βραδιές, ενώ υπήρξε και συνέχειά της το 1931. Θεωρείται εξαιρετικά ισορροπημένο μίγμα σάτιρας και φαντασμαγορικού θεάματος. Διαρθρωνόταν σε 30 σκηνές (σκετς) για την καθεμία εκ των οποίων είχε χτιστεί ξεχωριστό σκηνικό3. Μολονότι το πλήρες κείμενο και πολλά στοιχεία του έργου δεν έχουν βρεθεί, γνωρίζουμε την βασική υπόθεση4 γύρω από την οποία διακλαδώνονται τα επιμέρους επεισόδια: ένας Έλληνας μετανάστης στην Αμερική επιστρέφει στην Ελλάδα πλούσιος, με σκοπό να γυρίσει μία κινηματογραφική ταινία, όπου θα αποτυπώσει την τεράστια ανομοιογένεια των διαφόρων πτυχών της ελληνικής πραγματικότητας. Σε κάθε «κινηματογραφημένη» σκηνή ξεδιπλώνεται μία χαοτική σύγχυση ηθών, γλωσσικών ιδιωμάτων, πολιτικών απόψεων, συμπεριφορών κλπ. Αντλούν δηλαδή οι συγγραφείς του έργου την κεντρική ιδέα από την Βαβυλωνία του Δημήτρη Βυζάντιου, αλλά αντί να επικεντρωθούν ως επί το πλείστον στις γλωσσικές ιδιαιτερότητες, διακωμωδούν τις γενικότερες πολιτιστικές, ηθογραφικές και κοινωνικές διαφοροποιήσεις ή αντιθέσεις των Ελλήνων της εποχής.

ymn1Ως γνωστόν η κωμική τυπολογία5 της προπολεμικής ελληνικής Επιθεώρησης περιλάμβανε ένα πλήθος εκπροσώπων της αθηναϊκής ιδίως κοινωνίας (ο φίφτυ-του, οι σνομπ ψευτοαριστοκράτες, ο αγροίκος χωροφύλακας, ο γενναίος στρατιώτης, ο κουραμπιές, ο ντιστεγκές, ο νεοφερθείς αφελής επαρχιώτης, ο μάγκας, ο μπεκρής, ο μαλλιαρός6, η γλωσσού σύζυγος, η γεροντοκόρη, η σουφραζέτα, η υπηρέτρια, η αρτίστα, το μοντέρνο κορίτσι, η τενίστρια κλπ) ή ακόμα και σταθερών ρόλων (ο Τζανέτος και η Μαντίνα, ο εύζωνας Μητρούσης, ο κουραμπιές Μπιμπής κ.α.). Συγχρόνως, όπως άλλωστε και στον Καραγκιόζη έτσι και στο ελαφρό μουσικό θέατρο της εποχής, βρίσκονται πάντα παρόντες και είναι ιδιαίτερα αγαπητοί από το φιλοθεάμον κοινό οι χαρακτήρες συγκεκριμένης τοπικής καταγωγής, αυτοί που φέρουν στερεότυπα γνωρίσματα της ιδιαίτερης πατρίδας τους, ως προς την ενδυματολογία, το γλωσσικό τους ιδίωμα, το επάγγελμα, την μουσική τους παράδοση, την κινησιολογία τους, την συμπεριφορά τους κλπ. Υπήρχαν μάλιστα και ηθοποιοί οι οποίοι εξειδικεύονταν σε τύπους συγκεκριμένης καταγωγής και σχεδόν ταυτίζονταν με αυτούς. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Νίκου Μηλιάδη (πατέρα του γνωστού από τον μεταπολεμικό ελληνικό κινηματογράφο κωμικού Τάκη Μηλιάδη), όπως και αυτή του Σταύρου Ιατρίδη (αδερφού της μουσικού Σωτηρίας Ιατρίδου), οι οποίοι είχαν ταυτιστεί με τον ρόλο του Μενιδιάτη. Μέσα σε αυτό το θεατρικό περιβάλλον το σκετς του «Υμνούμενου» είναι απολύτως εναρμονισμένο, καθώς στο μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από μία μακρόσυρτη χιουμοριστική απογραφή γνωρισμάτων που έχουν οι Έλληνες διαφόρων περιοχών.

Δυστυχώς μέχρι στιγμής δεν είναι γνωστό ποιος ηθοποιός ερμήνευσε πρώτος τον «Υμνούμενο» στο παλκοσένικο, ούτε εάν στην πορεία υπήρξε εναλλαγή με κάποιον άλλον ηθοποιό7. Άγνωστο εξάλλου παραμένει το πλήρες αυθεντικό κείμενο του νούμερου, αν και δεν είναι απίθανο αυτό να μεταβαλλόταν με προσθαφαιρέσεις και αυτοσχεδιασμούς ανά παράσταση, όπως συνηθιζόταν στην τότε επιθεώρηση.

Στις ημέρες μας το σκετς είναι γνωστό από τέσσερις ηχογραφήσεις της εποχής, μία με τον Κυριάκο Μαυρέα, δύο με τον Πέτρο Κυριακό και μία με τον Γιώργο Νοδέο. Τα λόγια της κάθε ηχογράφησης διαφοροποιούνται σε κάποια σημεία. Η μία εκ των δύο ηχογραφήσεων του Κυριακού και αυτή του Μαυρέα είναι πιο εκτενείς, ενώ οι άλλες δύο είναι συντομευμένες.

Β. Περί λογαοιδικής απαγγελίας και άλλα τινά

Από την ακρόαση των δίσκων του «Υμνούμενου» διαπιστώνεται άμεσα ότι εκτός από το εισαγωγική διαλογική πρόζα και τα ενθουσιαστικά επιφωνήματα, το μελωδικό μέρος του σκετς αποτελεί ένα είδος παρωδίας της βυζαντινής ψαλμωδίας και του τρόπου ανάγνωσης των εκκλησιαστικών κειμένων. Η επαναλαμβανόμενη επωδός «τον Υμνούμενον, τον Δοξολογούμενον» θυμίζει εντόνως τον δεύτερο στίχο της Μεγάλης Δοξολογίας σε ήχο πλάγιο α΄: «Ὑμνοῦμέν σε, εὐλογοῦμέν σε, προσκυνοῦμέν σε, δοξολογοῦμέν σε, εὐχαριστοῦμέν σοι, διὰ τὴν μεγάλην σου δόξαν». Η μακροσκελής εκφώνηση των τοπικών χαρακτηριστικών από τον πρωταγωνιστή (τον «κυρ Γιώργη» ή τον «μαστρο-Βαγγέλη») γίνεται λογαοιδικώς, δηλαδή με τρόπο ο οποίος μιμείται την Έρρυθμο Εμμελή Ανάγνωση της εκκλησιαστικής ελληνορθόδοξης παράδοσης. Η θεωρία και η εφαρμογή της εμμελούς αναγνώσεως αποτελεί ένα δύσκολο γνωστικό πεδίο, το οποίο πέραν της θρησκευτικής του διάστασης, έχει σπουδαίες ιστορικές, μουσικολογικές, φιλολογικές (ή γλωσσολογικές) και πολιτιστικές προεκτάσεις. Συνοπτικώς μόνο σημειώνεται ότι η εμμελής ανάγνωση συνίσταται στην απαγγελία ενός κειμένου, για παράδειγμα μίας Ευαγγελικής περικοπής, «επάνω σε έναν μουσικό τόνο, ο οποίος λειτουργεί ως άξονας, επί του οποίου κινείται η φωνή, αποκλίνουσα ελάχιστα προς τα επάνω ή προς τα κάτω (…) Η ανάγνωση έχει και ρυθμό, ο οποίος εξαρτάται από τις τονιζόμενες συλλαβές των λέξεων του κειμένου» (Καραγκούνης, σελ.129). Το είδος των τόνων καθορίζουν τον τρόπο εκφοράς των συλλαβών: οι λέξεις με οξεία τονίζονται εμφαντικώς, οι λέξεις με βαρεία δεν τονίζονται, ενώ οι περισπώμενες συλλαβές εκφέρονται με μακρύτερη διάρκεια από τις υπόλοιπες. Παρά τις όποιες αμφιβολίες, με βάση τα προηγούμενα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η έρρυθμος εμμελής ανάγνωση των εκκλησιαστικών ακολουθιών αποτελεί ίσως την μοναδική ζωντανή περίπτωση διατήρησης ιχνών της αρχαίας προσωδίας στην ελληνική γλώσσα σήμερα. Άξιο αναφοράς είναι επίσης το γεγονός ότι σε αυτόν τον τρόπο απαγγελίας η προφορά των λέξεων δεν ταυτίζεται με την προφορά της καθομιλουμένης, αλλά υπόκειται σε ορισμένους κανόνες: για παράδειγμα μπροστά από τους διφθόγγους μπ, ντ, γκ, γγ, τζ προφέρεται ένα νι (άρα η λέξη «Ευαγγέλιον» ακούγεται ως «Ευανγγέλιον»), το σίγμα μπροστά από το μι ή το ρο ακούγεται ως ζήτα (συνεπώς «Ιζραήλ» αντί «Ισραήλ») και άλλα αντίστοιχα (Καραγκούνης, σελ. 129-130). Τέλος επισημαίνεται ότι προκειμένου να καθοδηγηθεί ο Αναγνώστης ή ο Ιεροψάλτης στην λογαοιδική απαγγελία ενός κειμένου, αναπτύχθηκαν τουλάχιστον από τον 9ο μ.Χ. αιώνα (αλλά πιθανότατα προϋπήρχαν ήδη από τον 4ο μ.Χ. αιώνα) συστήματα Εκφωνητικής Σημειογραφίας8.

Βεβαίως οι ηθοποιοί ή οι τραγουδιστές της μεσοπολεμικής επιθεώρησης οι οποίοι ερμήνευσαν τον «Υμνούμενο» και άλλα παρεμφερή μουσικά θεατρικά νούμερα, δεν είχαν απαραιτήτως γνώση όλων αυτών των σύνθετων προσωδιακών κανονισμών. Οπωσδήποτε υπήρξαν καλλιτέχνες9 του μεσοπολεμικού θεάτρου οι οποίοι είχαν γνώσεις βυζαντινής μουσικής, όπως ο ηθοποιός Εμμανουήλ Καντιώτης, πατέρας του προαναφερθέντος ηθοποιού Δημήτρη Καντιώτη που μετείχε στην «Βαβυλωνία» του 1928. Ωστόσο η απόδοση ενός βυζαντινότροπου κωμικού άσματος δεν απαιτούσε τεχνική αυστηρότητα· οι ηθοποιοί στην πραγματικότητα μιμήθηκαν ένα άκουσμα με το οποίο ήταν εξοικειωμένοι.

Εξάλλου στο παρελθόν η λογαοιδική εκφορά δεν περιοριζόταν μόνον στον ναό. Ας σημειωθεί ότι στην αρχαιότητα και στο Βυζάντιο ο καθιερωμένος τρόπος απαγγελίας κειμένων πρέπει να ήταν ο εμμελής. Κατά τον Eideneier (σελ.61) «…ο εκκλησιαστικός και ο κοσμικός τρόπος παρουσίασης και ανάγνωσης δεν διέφεραν πολύ μεταξύ τους, αν δεν ταυτίζονταν κιόλας (…) Οι παλαιότεροι ίσως θυμούνται ακόμη τον τρόπο με τον οποίο οι τελάληδες διαλαλούσαν ένα γεγονός ή την πραμάτεια τους.». Στην διαπίστωση περί τελάληδων ή ντελάληδων, δηλαδή κηρύκων, φαίνεται να συμφωνεί και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης10 (1903): «Ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἀπαγγελίας, διὰ τῆς παρατάσεως ὅλων μὲν τῶν συλλαβῶν, ἀλλὰ μάλιστα τῆς καταλήξεως ἑκάστης περιόδου ἢ ἑκάστου κώλου, σημαίνει καὶ μιμεῖται τὸ κήρυγμα, ἤτοι τὴν φωνὴν τοῦ κήρυκος…» Δυστυχώς κατά πάσα πιθανότητα δεν διασώζεται κάποια αυθεντική ηχογράφηση με φωνή τελάλη, αλλά ακόμα και σήμερα είναι αναγνωρίσιμη η λογαοιδική εκφορά του Χατζηαβάτη στο θέατρο σκιών, όταν αυτός αναλαμβάνει να διαλαλήσει κάποια είδηση ή διαταγή του Πασά, αρχίζοντας με το χαρακτηριστικό «ακούσατε, ακούσατε».

Γ. Το κείμενο του «Υμνούμενου» στις ηχογραφήσεις

Ακολουθεί το κείμενο της κάθε ηχογράφησης:

  1. i) Με τον Κυριάκο Μαυρέα, έτος 1929, Αθήνα, δίσκος Columbia England, 8354 /20504

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=14857

-Εβίβα μας κύριοι, εβίβα

-Στην υγειά σου μαστρο-Βαγγέλη!

-Εβίβα μας το λοιπό!

-Να μου ζήσεις λεβέντη μου!

-Για πες μας τον εξάψαλμο, να δούμε τι διάολο θα πεις…

-Ε, αφού το θέλει η παρέα, τι να κάνουμε, θα τον πούμε.

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενο.

-Αθηναίος γκάγκαρος/ Περαιώτης μαουνιέρης/ Αιγενίτης κανατάς/ Ναυπλιώτης ντιστεγκές/ Μανιάτης κουμπουράς/ Τριπολτσώτης μπεκρής/ Λειβαδίτης μπαμπακάς/ Δημητσανίτης μπαρουτάς/ Ηπειρώτης σιμιτζής, μπουζουκοκέφαλος/ Ζακυνθινός μαντουλάτος ξερολούκουμος/ και Τσιριγώτης, έβαλε τη σαρδέλα στο κλουβί και κελάηδησε. (Γέλια)

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενο.

-Μεσολογγίτης ψαράς/ Αγρινιώτης καπνουλάς/ Χιώτης μαστιχάς/ Κρητικός επαναστάτης/ Λιδωρικιώτης γαλατάς/ Μυτιληναίος λαθρέμπορας/ Πυργιώτης ζόρικος/ Τηνιακός βλαμμένος/ Γκραβαρίτης ζητιάνος/ και Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα». (Γέλια)

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Βατικιώτης κρεμμυδάς,/ Σαλωνίτης, «θέλεις μικρέ ένα λουκουμάκι»/ Σαντοριναίος ελαφρόπετρας / Μεγαλουπολίτης λουστρατζής/ Σμυρνιός εμπρηστής/ Θεσσαλονικιός κατεργάρος/ Βολιώτης, «γεια σου κυρ-Αντρέα»/ Κεφαλλονίτης βλάστημος/ Κερκυραίος κλαπαδόρας,/ Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος/ Τρικαλινός, κουμπώστε τα σακάκια σας/ και Συριανός, παράτα την παλιοκουβέντα. (Γέλια)

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενο.

-Γεια μας, γεια μας!

-Εβίβα παιδιά, εβίβα!

-Να μας ζήσεις λεβέντη!

  1. ii) Με τον Γιώργο Νοδέο, έτος 1929, δίσκος Odeon GA-1406 (GO-825)

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=18406

-Εις υγείαν μαστρο-Γιώργη

-Ααα…

-Για πες μας και τον εξάψαλμο τώρα, να δούμε τι διάολο θα πεις…

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον.

-Αθηναίος γκάγκαρος/ Περαιώτης μαουνιέρης/ Αιγενίτης κανατάς/ Ναυπλιώτης ντιστεγκές/ Τριπολιτσιώτης μπεκρής/ Μανιάτης κουμπουράς/ Λειβαδίτης μπαμπακάς/ Δημητσανίτης μπαρουτάς/ και Τσιριγώτης, έβαλε τη σαρδέλα και κηλάηδησε.

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον.

-Μεσολογγίτης ψαράς/ Αγρινιώτης καπνουλάς/ Χιώτης μαστιχάς/ Κρητικός επαναστάτης/ Λιδωρικιώτης γαλατάς/ Μυτιληναίος λαθρέμπορας/ Πυργιώτης ζόρικος/ και Πατρινός, «τι χαμπάρια μάστορα». (Γέλια)

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον.

-Υδραίος ψαρόμυαλος/ Βατικιώτης κρεμμυδάς/ Σαντοριναίος ελαφροπετράς/ Τζιώτης στενόκαρδος/ Μεγαλουπολίτης λουστρατζής/ Σμυρναίος παστρουματζής/ Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος/ Βολιώτης, «γεια σου κυρ-Αντρέα»/ Κεφαλλονίτης βλάστημος/ Κερκυραίος κλαπαδόρας/ Καρπενησιώτης σκαλτσοβιομήχανος.

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον.

-Ααααχα, εβίβα, εβίβα, εβίβα, εβίβα.

iii) Με τον Πέτρο Κυριακό, έτος 1929, Νέα Υόρκη, δίσκος Victor V-58038-A / CVE-55877

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=6435

-Ρε κυρ-Γιώργη, πίνεις-πίνεις και δεν μας λες τίποτα…

-Μα τι διάολο θες να σου πω, αφού θέλω να πιω πρώτα, να κανονίσω τα ορεκτικά μου με το κρασάκι μου, να πιω το κατοσταράκι μου πρώτα, και ύστερα να δούμε τι διάολο θα γίνει.

-Να μας πεις τον εξάψαλμο κυρ-Γιώργη.

-Να τον πούμε λοιπόν, εβίβα ρε παιδιά!

-Εβίβα, εβίβα!

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Αθηναίος γκάγκαρος/ Περαιώτης μαουνιέρης/ Αιγενίτης κανατάς/ Ναυπλιώτης ντιστεγκές/ Τριπολιτσώτης μπεκρής/ Μανιάτης κουμπουράς/ Λειβαδίτης μπαμπακάς/ Δημητσανίτης μπαρουτάς/ και Τσιριγώτης, έβαλε τη σαρδέλα και κηλάηδησε.

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Μεσολογγίτης ψαράς/ Αγρινιώτης καπνουλάς/ Χιώτης μαστιχάς/ Κρητικός επαναστάτης/ Λιδωρικιώτης γαλατάς/ Μυτιληναίος λαθρέμπορας/ Πυργιώτης ζόρικος/ και Πατρινός, «τι χαμπάρια μάστορα». (Γέλια)

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Υδραίος ψαρόμυαλος/ Βατικιώτης κρεμμυδάς/ Σαντοριναίος ελαφρόπετρα/ Τζώτης στενόκαρδος/ Μεγαλουπολίτης λουστρατζής/ Σμυρναίος κορτάκιας/ Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος/ Βολιώτης, «γεια σου κυρ Αντρέα»/ Κεφαλλονίτης βλάστημος/ Κερκυραίος κλαπαδόρας/ Καρπενησώτης σκαλτσοβιομήχανος.

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Όπου Χιώτης Παντελής/ και Καρυστιανός Αλής/ Ηπειρώτης φούρναρης/ Συμιακός σφουγγαράς/ Ελληνοαμερικάνος μπίζνεσμεν/ Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης/ Συριανός λουκουμιτζής/ και Κορίνθιος, ο Θεός να σε φυλάει.

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Αϊβαλιώτης ζωέμπορας/ Σιφναίος τσουκαλάς/ Αξώτης πηγαδάς/ Αντριώτης λεμονάς/ Καρπαθιώτης χτίστης/ Επτανήσιος κανταδόρος/ Κυπραίος κουτοπόνηρος/ Σπαρτιάτης παλικαράς/ και Νεορκέζος, κούμπωσ’ το σακάκι σου.

-Τον υμνούμενο, τον δοξολογούμενο.

-Εβίβα ρε παιδιά, εβίβα, εβίβα ρε λεβέντες μου.

  1. iv) Με τον Πέτρο Κυριακό, έτος 1930 ( ; ) Αθήνα, δίσκος Polydor V-50546 (1435 BF)

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=10111

-Εις υγείαν μαστρο Γιώργη

– Ααα…

-Για πες μας και τον εξάψαλμο τώρα, να δούμε τι διάολο θα πεις…

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον

-Αθηναίος γκάγκαρος/ Περαιώτης μαουνιέρης/ Αιγενίτης κανατάς/ Ναυπλιώτης ντιστεγκές/ Τριπολιτσώτης μπεκρής/ Μανιάτης κουμπουράς/ Λειβαδίτης μπαμπακάς/ Δημητσανίτης μπαρουτάς/ και Τσιριγώτης, έβαλε τη σαρδέλα και κηλάηδησε.

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον

-Μεσολογγίτης ψαράς/ Αγρινιώτης καπνουλάς/ Χιώτης μαστιχάς/ Κρητικός επαναστάτης/ Λιδωρικιώτης γαλατάς/ Μυτιληναίος λαθρέμπορας/ Πυργιώτης ζόρικος/ και Πατρινός, «τι χαμπάρια μάστορα» (Γέλια)

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον

-Υδραίος ψαρόμυαλος/ Βατικιώτης κρεμμυδάς/ Σαντοριναίος ελαφροπετράς/ Τζιώτης στενόκαρδος/ Μεγαλουπολίτης λουστρατζής/ Σμυρναίος παστρουματζής/ Θεσσαλονικιώτης κατεργάρος/ Βολιώτης, «γεια σου κυρ Αντρέα»/ Κεφαλλονίτης βλάστημος/ Κερκυραίος κλαπαδόρας/ Καρπενησώτης σκαλτσοβιομήχανος.

-Τον υμνούμενον, τον δοξολογούμενον

-Εβίβα, γεια μας, υγεία κύριοι

Δ. Ορισμένες παρατηρήσεις και διευκρινίσεις επί των στίχων:

Αθηναίος γκάγκαρος (και) Πειραιώτης μαουνιέρης: αυτόνομη παροιμιώδης έκφραση η οποία έχει ενσωματωθεί στην απαγγελία του πρωταγωνιστή. Σύμφωνα με την λαϊκή διαδεδομένη ερμηνεία, οι Αθηναίοι ονομάζονται γκάγκαροι διότι έχουν κλειστό, εσωστρεφή χαρακτήρα (από την «γκαγκάρα», δηλαδή το δοκάρι που έμπαινε πίσω από την εξώπορτα της αυλής για να την ασφαλίσει).

Σαλωνίτης, «θέλεις μικρέ ένα λουκουμάκι»: Σκοτεινό υπονοούμενο που ενδέχεται, με πάσα επιφύλαξη, να έχει σημασία ανάλογη με τον πρώτο μελοποιημένο στίχο του μεταγενέστερου ηχογραφημένου σκετς «Συν πλην» (βλ. κατωτέρω). Άγνωστη παραμένει η αιτία σύνδεσης της φράσης ειδικά με την Άμφισσα.

Σμυρνιός εμπρηστής: Προφανώς ο ορθός χαρακτηρισμός είναι «εμπρησθείς», μετοχή η οποία μετασχηματίσθηκε στην λαϊκή γλώσσα σε ουσιαστικό (κατά τον Άι Γιάννη τον «Αποκεφαλιστή»).

Αγιοπετρίτης καρβουνιάρης: πιθανότατα ο στίχος αναφέρεται στον Άγιο Πέτρο Κυνουρίας (περιοχή Τσακωνιάς), χωριό παρακείμενο στην μονή της Παναγίας Μαλεβής. Παρά την μεγάλη ιστορία του οικισμού, ο οποίος εκτός των άλλων αποτέλεσε για κάποιο διάστημα και έδρα του Κολοκοτρώνη κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ, ο Άγιος Πέτρος δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα γνωστός τόπος. Γεννάται η υποψία ότι η συμπερίληψή του στον «Υμνούμενο» οφείλεται στο γεγονός ότι εκεί γεννήθηκε ο Χαράλαμπος Βοζίκης, επιφανής πολιτικός της εποχής και κατεξοχήν διακωμωδούμενος από τους επιθεωρησιογράφους και τους γελοιογράφους. Σημειωτέον ότι ο Άγιος Πέτρος ήταν επίσης τόπος καταγωγής και έτερου πολιτικού της εποχής, του Δημητρίου Τερζάκη, πατέρα του συγγραφέα Άγγελου Τερζάκη.

Τσιριγώτης, έβαλε τη σαρδέλα στο κλουβί και κελάηδησε: Ο σχετικός παροιμιόμυθος κυκλοφορεί σε παραλλαγές και για διάφορους τόπους. Ο Σώτος Πετράς, ο Τζογές της Βραδυνής, μας παραδίδει μία εκδοχή η οποία πρέπει να ήταν γνωστή στους θεατρικούς κύκλους της εποχής της «Βαβυλωνίας», δεδομένου ότι και ο ίδιος ήταν άνθρωπος της μεσοπολεμικής Επιθεώρησης. Με αφορμή την ψευδοείδηση ότι δήθεν ένας Αμερικάνος επιστήμονας ανακάλυψε πως τα ψάρια βγάζουν ήχους που με κάποια τεχνική μπορούν να ακουστούν από τους ανθρώπους, ο Τζογές γράφει: « Ορίστε τώρα που με την ανακάλυψι του ιχθυολόγου αυτουνού καταργείται και το ανέκδοτο το Τσιριγώτικο της πατρίδας του Πρινέα. Οι Τσιριγώτες τόσο έξυπνοι είνε που λένε πως κάποτε κάποιος έβαλε στο κλουβί μια σαρδέλλα να κελαϊδήση και κάποιος που κατάλαβε την γκάφα τον ρώτησε:

-Λαλεί μωρέ, λαλεί;…

-Έν λαλεί γιατί είνε μαθές θηλυκειά!

Απάντησε ο κουτοτσιριγώτης και έτρεξε να πάη στην αγορά να βρη σαρδέλλα… σερνική για να τη βάλη να κελαϊδήση».

Και παραφράζοντας τον ποιητή Λαπαθιώτη, ο Τζογές προσθέτει το στιχούργημα:

«Έχω ένα ψάρι στο κλουβί/ που απ’τον καϋμό του λυώνει.

Έχω ένα ψάρι στο κλουβί/ που μοιάζει με…αηδόνι!» (Η ΒΡΑΔΥΝΗ 14/ 2/ 1937)

Ηπειρώτης σιμιτζής, μπουζουκοκέφαλος: οι χαρακτηρισμοί προέρχονται από την λαϊκή ερμηνεία για την προέλευση της λεγόμενης υπερβραχυκεφαλίας (ή ίσως και της πλατυϊνίας) που διακρίνεται σε ορισμένους Ηπειρώτες. Σύμφωνα με την διάδοση αυτή, στην Ήπειρο όταν γεννιόταν ένα αγόρι, η μαμή πίεζε το κρανίο του για να το πλάσει πιο επίπεδο, δίνοντάς στο νεογέννητο την ευχή «και στην Πόλη σιμιτζής!».

Γκραβαρίτης ζητιάνος: Η δράση των Γκραβαριτών (ή Κραβαριτών) επαιτών συνεχιζόταν ακόμη και στις αρχές του 20ου αιώνα και μάλιστα φαίνεται ότι ξεπερνούσε τα σύνορα των ελληνικών χωρών. Στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ (25/10/1903) καταγράφεται ότι δύο Γκραβαρίτες επαίτες συνελήφθησαν από την ρωσική αστυνομία στην Αγία Πετρούπολη και απηλάθησαν πίσω στην Ελλάδα.

Πατρινός «τι χαμπάρια μάστορα»: Στερεότυπη έκφραση η οποία απαντάται και σε άλλα κείμενα ή επιθεωρησιακά νούμερα της εποχής11. Στο σκετς «Κοσμογονία»12 της θεατρικής επιθεώρησης «Λοβιτούρα» (1931), περιλαμβάνεται ο στίχος «Απ’ του Ψυρρή τα ζάρια/ κι απ’ την Πάτρα το τι χαμπάρια» (βλ. και κατωτέρω «Το Πάτερ ημών μας»).

Βολιώτης, «γεια σου κυρ-Αντρέα»: Αναφορά στον γραφικό ψευτοπαλληκαρά του Βόλου, γνωστότερο και ως «ο Αντρέας ο καθίκης (ή καθήκης)». Ο Αντρέας κυκλοφορούσε οπλισμένος για να φοβερίζει τον κόσμο, αλλά εθεωρείτο ήσυχος και καλόκαρδος κατά βάθος13. Πέθανε το 1932. Υπονοούμενη αναφορά στον λαϊκό αυτόν τύπο γίνεται και στην προαναφερθείσα «Κοσμογονία»: «απ’ τις τρίχες ο Βοζίκης/ κι απ’ τον Βόλο ο Κα…» (εννοεί καθίκης).

Κρητικός επαναστάτης: Η Κρήτη ήταν μονίμως επαναστατημένη επί αιώνες. Πέραν των εξεγέρσεων κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, από τον 18ο αιώνα και μέχρι την ένωση του νησιού με την Ελλάδα, καταγράφονται τουλάχιστον εννέα επαναστατικά ξεσπάσματα, από το 1770 με την εξέγερση του Δασκαλογιάννη, μέχρι το 1905 με την Επανάσταση στο Θέρισσο. Ο στίχος δεν αποκλείεται να αποτελεί υπονοούμενο για τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

Κερκυραίος κλαπαδόρας: από την κλαπαδόρα ή κλαπαδούρα, θορυβώδες χάλκινο πνευστό της φιλαρμονικής, μουσικό όργανο της οικογένειας της κορνέτας. Οι κερκυραϊκές φιλαρμονικές ορχήστρες παραμένουν ξακουστές πανελληνίως. Εκτός από τις επίσημες τελετές, στην προπολεμική Ελλάδα ήταν συνηθισμένο να ακούγονται κλαπαδόρες σε πολιτικές εκδηλώσεις και διαδηλώσεις, όπως και στα κάλαντα των Χριστουγέννων14.

Ελληνοαμερικάνος μπίζνεσμεν και Νεορκέζος, κούμπωσ’ το σακάκι σου: Οι συγκεκριμένοι στίχοι ίσως να προστέθηκαν στην ηχογράφηση ειδικά για το ελληνοαμερικάνικο κοινό, δεδομένου ότι ακούγονται σε ηχογράφηση που έγινε στις ΗΠΑ. Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά σε Έλληνες της Αμερικής ταιριάζει με την υπόθεση της «Βαβυλωνίας».

ymn3

Σκίτσο του Ευθύμη Παπαδημητρίου (Μιμ-Παπ) το οποίο συνοδεύει δημοσιογραφικό άρθρο παρουσίασης της επιθεώρησης «Σιλουέττα» από τον Γ.Ν. Δρόσο (εφημερίδα «ΠΡΩΪΑ», 23 Ιουλίου 1938). Αριστερά, με χαρακτηριστική εμφάνιση λαϊκού τύπου ή μάγκα της εποχής ο Πέτρος Κυριακός. Κατά πάσα πιθανότητα, προς τα δεξιά ακολουθούν η νεαρή Λουίζα Ποζέλλι, η Μαρίκα Νέζερ και ο Νίκος Μηλιάδης ντυμένος με κάποια τοπική παραδοσιακή φορεσιά, πιθανόν νησιώτικη.

Ε. Το ύφος και η στόχευση των σατιρισμών:

Σε όλες τις ηχογραφημένες εκδοχές του «Υμνούμενου» παρατηρείται ότι οι σατιρισμοί ποικίλλουν ως προς την λαογραφική τους ταξινόμηση. Κάποιοι ανήκουν σε παραδοσιακά δημώδη στιχάκια, που κυκλοφορούσαν σε διάφορες παραλλαγές (π.χ. όπου Χιώτης Παντελής και Μυτιληνιός Αλής15). Άλλοι φαίνονται να έχουν αστική προέλευση και να αντικατοπτρίζουν προκαταλήψεις της εποχής που γράφηκε ο «Υμνούμενος» (π.χ. Σμυρναίος κορτάκιας). Άλλοι αντιστοιχούν στα επαγγέλματα και άλλοι στο ήθος ή την ευφυΐα των εκπροσώπων του κάθε τόπου. Από την αταξία των φράσεων του μεθυσμένου πρωταγωνιστή πηγάζει και το σχετικό χιούμορ.

Εξίσου άνιση είναι η επιλογή των απαριθμούμενων καταγωγών ως προς την γεωγραφική τους ιεράρχηση. Εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσαν να περιληφθούν σκωπτικοί χαρακτηρισμοί για τους κατοίκους κάθε γωνιάς της χώρας ή όλων των ιστορικών περιοχών του ελληνισμού. Ωστόσο προκαλεί απορία η διαπίστωση ότι από τις διάφορες ιδιαίτερες πατρίδες απουσιάζουν αρκετές με πανελλήνια ανάδειξη και έντονο αποτύπωμα στην λαϊκή μνημοσύνη ή κάποιες άλλες σημαδεμένες από την τότε επικαιρότητα, άρα πρόσφορες για σατιρισμούς: Κατ’ αρχήν λείπει η Κωνσταντινούπολη, παρά την ασύγκριτη ιστορική της βαρύτητα. Σημειωτέον ότι στην Πόλη κατά τις αρχές του 20ου αιώνα υπήρχε και μεγάλη θεατρική κίνηση, τόσο από αθηναϊκούς, όσο και από εγχωρίους θιάσους16. Δεν περιλαμβάνεται επίσης το Μενίδι της Αττικής, μολονότι ο τύπος του Μενιδιάτη ήταν καθιερωμένος στην αθηναϊκή επιθεώρηση. Αντιστοίχως λείπει το Κρανίδι, το οποίο είχε συνδεθεί ιδιαίτερα με τον δήμαρχο Αθηναίων Σπυρίδωνα Μερκούρη, συχνό στόχο των προπολεμικών ευθυμογράφων (αν και στην πραγματικότητα ο Μερκούρης καταγόταν από την Ερμιόνη). Δεν εμφανίζεται ούτε η Σάμος, εμπεδωμένη στην λαϊκή συνείδηση εκτός των άλλων χάριν στο διαδεδομένο τραγούδι «η Σαμιώτισσα» και πατρίδα του πολιτικού Θεμιστοκλή Σοφούλη -όπως επίσης των Γιαγιάδων που απασχόλησαν συστηματικώς την ειδησεογραφία έως το 1925. Ακόμα θα μπορούσε να ειπωθεί ότι απουσιάζει η Κούταλη, πατρίδα όχι μόνον του εμβληματικού παλαιστή Παναγή Κουταλιανού, αλλά επίσης και του σκηνογράφου της «Βαβυλωνίας» Κλεόβουλου Κλώνη. Προφανώς ο αριθμός των αναλόγων παραλείψεων είναι αρκετά μεγαλύτερος.

Οπωσδήποτε, καθώς ήδη προαναφέρθηκε, δεν είναι γνωστό το πλήρες κείμενο του σκετς όπως αυτό παίχτηκε στο θέατρο, ούτε αν ήταν αμετάβλητο σε κάθε παράσταση, συνεπώς επί σκηνής μπορεί να διακωμωδούντο και κάποιες επιπλέον καταγωγές. Όπως και να έχει το πράγμα, ο πρωταγωνιστής του επιθεωρησιακού νούμερου δεν σκοπεύει απλώς να επιδοθεί σε μία χιουμοριστική πατριδογνωσία, όπως ο Γιώργος Μπάτης στο τραγούδι «ο φασουλάς», αλλά μάλλον να διακωμωδήσει την αθηναϊκή κοινωνία της εποχής, η οποία πλέον περιέχει ετερόκλητα πλήθη ομοεθνών, προερχόμενα από διάφορα μέρη και ευρισκόμενα σε αντιδιαστολή με τον αυτόχθονα Αθηναίο, τον γκάγκαρο. Πρόκειται για ένα θέμα που έχει απασχολήσει την ελληνική θεατρική κωμωδία αρκετά νωρίτερα από την «Βαβυλωνία» του 1928. Για παράδειγμα, στην επιθεώρηση «Έξω φρενών»17 του 1908, η οποία διαδραματίζεται στην Κωνσταντινούπολη, γίνεται ο εξής διάλογος μεταξύ του κωνσταντινουπολίτη Αναγούλογλου και του εξ Αθηνών ορμώμενου Παρασαχλόπουλου:

ΑΝΑΓΟΥΛΟΓΛΟΥΣ: Μπα! Είσαι Αθηναίος λοιπόν;

ΠΑΡΑΣΑΧΛΟΠΟΥΛΟΣ: Δηλαδή… είμαι Μωραΐτης, αλλά κάθουμαι στην Αθήνα κι έτσι λέγομαι Αθηναίος. Γιατί στην Αθήνα, μάτια, μπορείς να ’βρεις κάθε καρυδιάς καρύδι εκτός από Αθηναίους.

ΣΤ. Η παραϋμνογραφία και η παρουσία της στο επιθεωρησιακό ρεπερτόριο:

Τόσο από την μουσική του, όσο και από πτυχές του κειμένου του, ο «Υμνούμενος» ταξινομείται στο είδος σατιρικής δημιουργίας το οποίο θα μπορούσε να αποκληθεί υμνογραφική παρωδία ή παραϋμνογραφία. Το είδος αυτό κάνει την εμφάνισή του ήδη από το Βυζάντιο και συνεχίζεται επί αιώνες, στα πλαίσια είτε της λόγιας γραμματείας, είτε της λαϊκής προφορικής παράδοσης. Κατά τον 11ο μ.Χ. αιώνα ο Μιχαήλ Ψελλός συνέγραψε παρωδία της Θείας Λειτουργίας, πιθανόν με σκωπτική διάθεση κατά του μοναχού Ιακώβου18 της μονής Συγκέλλου. Όταν ο Ψελλός επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη από τον Όλυμπο της Βιθυνίας, μη αντέχοντας τον μοναστικό βίο, ο Ιάκωβος τον σατίρισε με ένα ποίημα παρομοιάζοντάς τον με Δία που εγκατέλειψε τον Όλυμπο. Ο Ψελλός αντεπιτέθηκε με την προαναφερθείσα παρωδία, όπου λοιδορούσε τον Ιάκωβο ως θιασώτη του Βάκχου (δηλαδή μέθυσο). Γνωστότερη είναι ίσως η «Ακολουθία του ανοσίου τραγογένη Σπανού», γραμμένη από ανώνυμο λόγιο, η οποία χρονολογείται μάλλον τον 14ο ή 15ο αιώνα. Κατά τον 18ο αιώνα γράφεται η «Ακολουθία του ψευδασκητού Αυξεντίου». Το 1909 ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γράφει «πέντε σατιρικά προσόμοια»19 αντιστοιχούμενα στο αυτόμελο τροπάριο «Τί ὑμᾶς καλέσωμεν ἅγιοι» σε ήχο πλάγιο δ΄.

Παραλλήλως με την γραπτή λόγια παραγωγή υμνογραφικής παρωδίας, διαδίδονται προφορικώς διάφορα παραϋμνογραφικά σατιρικά στιχάκια, άλλοτε λαϊκής προελεύσεως, άλλοτε λόγιας και άλλοτε μικτής. Ορισμένα από αυτά εντάσσονται στην τραγουδιστική παράδοση των λαϊκών αποκριάτικων δρώμενων. Ο Σκιαθίτης ιερέας, δάσκαλος, λαογράφος και υμνογράφος Γεώργιος Ρήγας συνέλεξε ένδεκα παραϋμνογραφήματα της προφορικής παράδοσης και το 1958 τα δημοσίευσε τονισμένα με βυζαντινή μουσική σημειογραφία20. Ιδού ένα εξ αυτών, παρωδία του νεκρωσίμου Ευλογηταρίου «Τῶν Ἁγίων ὁ χορός» σε ήχο πλάγιο α΄:

«Τῶν μπεκρήδων ὁ χορός εὗρε πηγὴν τῆς ὀκᾶς καὶ θύραν τῆς ταβέρνας. Εὕρω κἀγὼ τὴν ὁδόν, διὰ τοῦ ὑπογείου, καταμεθυσμένος ἐγώ εἰμι. Ἀνακάλεσαί με, βάλε κρασὶ καὶ κέρνα με.»

Πρέπει να τονιστεί ότι οι υμνογραφικές παρωδίες έχουν τρόπον τινά έναν ασεβή χαρακτήρα, κάποιες φορές είναι μάλιστα και εξαιρετικά αθυρόστομα, όμως κατά κανόνα δεν είναι βλάσφημα· διακωμωδούν κοινωνικές συμπεριφορές ή ελαττώματα συγκεκριμένων προσώπων, ενίοτε μελών του Κλήρου ή μοναχών, αλλά δεν προσβάλλουν το αίσθημα του Ιερού, την λαϊκή πίστη ή το περιεχόμενο της ορθόδοξης θεολογίας. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι με το σατιρικό αυτό είδος ασχολήθηκαν λόγιοι ιδιαίτερα δεμένοι με την εκκλησιαστική παράδοση, όπως οι προαναφερθέντες Παπαδιαμάντης και Ρήγας, ενώ ορισμένα παραϋμνογραφήματα ερμηνεύτηκαν (ή ίσως συνεχίζουν να ερμηνεύονται) εν είδει αθύρματος και από ιεροψάλτες.

Κατά τον Μεσοπόλεμο, σε διάφορα έντυπα δημοσιεύονται υμνογραφικές παρωδίες με πολιτική θεματολογία. Στο σατιρικό περιοδικό ΤΟΞΟΤΗΣ απαντώνται δύο από αυτές, γραμμένες στο ύφος των Χαιρετισμών και των τροπαρίων του Ακαθίστου Ύμνου και στρεφόμενες κατά της τότε κυβέρνησης συνεργασίας του Αλεξάνδρου Ζαΐμη.

Αποσπάσματα:

-Χαιρετίσματα, Εντροπάριον Α΄(10/3/1928 )

«Χαίρε Ζαΐμη του λαού συ η πίστις/ Χαίρε Βουλής αφορήτου ο μύστης/ χαίρε ότι ο λαός ανυμνεί σε και νήστης»

«Ανοίξω το στόμα μου/ και πληρωθήσεται γεύματος/ και συμφάγει το κόμμα μας/ δι’ ενός μόνου νεύματος» (κατά μίμηση της αριστουργηματικής Α΄ Ωδής του Κανόνος «Ἀνοίξω τό στόμα μου καί πληρωθήσεται πνεύματος» σε ήχο δ΄)

-Χαιρετισμών τροπάριον κι ανδρών μεγαλυνάριον (18/3/1928)

«Χαίρε Βουλής αγλάισμα/ Χαίρε των φίλων τάισμα/ Χαίρε ο της Κεφαλληνίας/ Χαίρε ο της Ακαρνανίας/ Χαίρε και ο εκ Πατρών/ όπου κάθονται και τρων/ κι’ έχουνε τα κόμματά των/ ως εις ένα συγχωνεύσει/ αδελφά τα στόματά των/ αδελφοί κι’ εν τη χωνεύσει.»

Κατά πάσα πιθανότητα εδώ τα σατιρικά βέλη στρέφονται αντιστοίχως στους Γεώργιο Καφαντάρη, Ιωάννη Μεταξά και Ανδρέα Μιχαλακόπουλο.

Στην εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ, ο Σώτος Πετράς από την στήλη του Τζογέ δημοσιεύει και αυτός ανάλογους στίχους, με βασικό θέμα την χιουμοριστική εξύμνηση της ρετσίνας και την διακωμώδηση του νερώματός της από τους ταβερνιάρηδες.

Αποσπάσματα:

«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένης σου Ρετσίνα μου/ Εις το λαρύγγι μας εφανερώθη η νόθευσις/ του γαρ νοθεύσαντος η φωνή προσεμαρτύρησε/ «Οίνον αγνόν» εσέ ονομάζουσα…..» (7/1/1929)

«Χαίρε που αν σ’ έπινε ο Σωκράτης για κώνιο/ Χαίρε που ασφαλώς θα ζούσε την ζωή την αιώνιο» (26/10/1929)

«Χαίρε, που είσαι γλυκύτερη απ’ όλα τα ηδύποτα/ Χαίρε, που μπροστά σου η σαμπάνια είναι τίποτα/ Χαίρε, που ώσπερ μοντέρνος Αρχιμήδης θα σε εξυμνήσω/ -«Δός μου, ρε κόσμε, ρετσίνα και παστόν και τα γαν κινήσω» (26/10/1930)

«Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια/ σαν αδειάζω στην ταβέρνα τα ποτήρια/ Ανακράζω σοι ο φίλος σου ω Ρετσίνα/ Αλλ’ ως έχουσα το κράτος απροσμάχητον/ Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον/ Ίνα κράζω σοι…. Χαίρε ρετσίνα ανόθευτη» (27/3/1932)

Αναπόφευκτα σχεδόν, η υμνογραφική παρωδία υιοθετείται και από την θεατρική επιθεώρηση. Η τελευταία αντλεί σε μεγάλο βαθμό τα θέματά της από την ειδησεογραφία της εποχής, οπότε η αλληλεπίδραση της με τον Τύπο θεωρείται δεδομένη. Εξάλλου αρκετοί ευθυμογράφοι των εφημερίδων και των περιοδικών, όπως ο Σώτος Πετράς, είναι συγχρόνως και θεατρικοί συγγραφείς ή και στιχουργοί. Έτσι κάποιοι στίχοι που δημοσιεύτηκαν στην στήλη του Τζογέ ως «Χαιρετισμοί της ρετσίνας» προέρχονται από την Επιθεώρηση «Ρουκέττα» του 1930. Ερμηνευτής του κωμικού άσματος ήταν ο Πέτρος Κυριακός. Παρατίθενται αποσπάσματα21  από το σχετικό σκετς:

«Χαίρε που έλυσες το ζήτημα της στέγης το φλέγον/ Χαίρε ο στεναγμός των αστέγων/ Χαίρε γιατί όποιος σε πιή παρευθύς και παραχρήμα/ στεγάζεται αμέσως δωρεάν, γιατί κοιμάται στο τμήμα!»

«Χαίρε των ερωτευμένων το φάρμακο/ όταν είσαι γνησία και ανέρωτος/ Χαίρε γιατί είσαι το «Φλίτ» στο κουνούπι του έρωτος./ Χαίρε που χαρίζεις την ζωή την επίγειον/ Χαίρε των ερωτευμένων το καθάρσιον/ και των παντρεμμένων το διαζύγιον.»

«Χαίρε η αρχή του παντός και το τέλος/ Χαίρε που είσαι συ θηλυκός Βενιζέλος/ καθ’ ότι όλους τους φίλους σου τους αχώριστους/ εσύ κυβερνάς και τους κάνεις …αγνώριστους!»

Οι «χαιρετισμοί της ρετσίνας» ξαναεμφανίζονται στην επιθεώρηση «Παναθήναια» του 1931 στο νούμερο «οκά», με τον ηθοποιό Μακριδάκη στον ρόλο του μπεκρή22.

Τέλος στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (7/8/1930) δημοσιεύεται ένα ακόμα απόσπασμα από επιθεωρησιακό νούμερο23, το οποίο εκ του τίτλου του και της δομής του πρέπει να απαγγελλόταν λογαοιδικώς, άρα μάλλον συμπεριλαμβάνεται και αυτό στα παραϋμνογραφήματα:

Ψαλτάδες

«Και δι’ όλ’ αυτά φταίει ο Βενιζέλος,/Αυτός είναι της κακοδαιμονίας μας η αιτία/ Και πού να διαβεί η τετραετία./ Και όμως υπάρχουν άνθρωποι που τον αινώσιν,/ Τον επαινώσι και τον καμαρώνουσιν/ Όσοι την ντερλικώνουσιν.»

Ζ. Μία σταχυολόγηση παραϋμνογραφιών από την δισκογραφία του μεσοπολέμου

Από τις προσβάσιμες σήμερα ηχογραφήσεις επιθεωρησιακών σκετς του Μεσοπολέμου με στοιχεία υμνογραφικής παρωδίας, ανθολογούνται ενδεικτικώς οι εξής τίτλοι και κάποια αποσπάσματα:

  1. i) Το πάτερ ημών μας, του Γιάννη Στυλιανόπουλου. Προσευχή προς τον Αδάμ.

Ηχογράφηση του 1929 με τον συνθέτη.

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?recid=14064

«Τον άρτον ημών τον επιούσιον και αν δεν μας δώσεις/ φτάνει το γένος των Πατρινών εκεί να μεγαλώσεις»

«Και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών/ δηλαδή τα βερεσέδια που τραβάμε δίχως δισταγμόν»

«Και μη εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν/ τουτέστιν να ποιούμεν με τα θηλυκά το πονηρόν, αλά γκαρσόν/ αλλά ρύσαι ημάς από του πονηρού/ πράγμα πολύ δύσκολο προ καιρού.»

«Και έρθω στην θέση πια να πω στην Εύα, που γυναίκα την προόρισα/ τι νέα από την Πάτρα/ και τι χαμπάρια μαστόρισσα;»

  1. ii) Μπεκροκανάτας (ή «Ο μπεκροκανάτας») πιθανόν του Πέτρου Κυριακού και του Τέτου Δημητριάδη, με εκτενή λογαοιδική απαγγελία και παρωδίες τροπαρίων και στίχων της βυζαντινής υμνολογίας.

Ηχογραφήσεις:

  • 1930, με τον Πέτρο Κυριακό και τον Τέτο Δημητριάδη

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=18537

  • 1931, με τον Πέτρο Κυριακό

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=6438

«Εγώ αποθύμησα/ συναγρίδα νερόβραστη/ και αυγά τηγανιτά, με το βούτυρο φτιαχτά/ κι ένα κοριτσάκι, καμιά εξηνταριά χρονών να μας κερνάει/ κι εμείς να κουτσοπίνουμε»

(Πρόκειται για τους αρχικούς στίχους του μελοποιημένου μέρους του σκετς, οι οποίοι σχεδόν ταυτίζονται με στίχους της προφορικής δημιουργίας που κατέγραψε μεταγενέστερα ο προαναφερθείς Γ. Ρήγας.)

«Κατά την οδόν της καούρας και του ποτηρίου/ Σώσον ημάς/ ο διπλανός μας ο ψωμάς/ με τα κρίματά του/ που δεν έκανε τις Προσφορές μεγάλες» αντί «Σῶσον ἡμᾶς, Υἱὲ Θεοῦ»

«Κύριε δως κρασί» αντί για «Κύριε ελέησον»

«Ω! μπεκρήδες ευλογείτε, ταβερνιάρηδες υμνείτε» αντί «ὃν Παῖδες εὐλογεῖτε, Ἱερεῖς ἀνυμνεῖτε»)

iii) Παλιά Στρατώνα (Παληά Στρατώνα): με μουσική Γιώργου Βιτάλη, και ενδιάμεσα τμήματα στο ύφος των Χαιρετισμών του Ακαθίστου Ύμνου.

Ηχογραφήσεις με παραλλαγές στους στίχους:

  • 1929, με τον Ιωάννη Στυλιανόπουλο και την Στέλλα Χριστοφορίδου,

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=12143

 

  • 1929 με τον Πέτρο Κυριακό και την Βρυσούλα Παντοπούλου

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=6782

 

  • 1930 με τον Κυριάκο Μαυρέα και την Κούλα Γκουζέπε

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=19098

 

  • 1931 με τον Γιώργο Νοδέο και την Κα. Βλαδιμήρου

(Μη προσβάσιμη ηχογράφηση)

 

  • 1931 ξανά με τον Πέτρο Κυριακό και την Μαρίκα Νέζερ

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=18954

 

  • 1931, με τον Γιώργο Καμβύση και την Μαρία Κοντινή

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=13779

 

 «Χαίρε Παλιά Στρατώνα μου, που πάντα είσαι νέα/ Χαίρε που θέλουνε να σε γκρεμίσουνε στο χίλια εννιακόσια είκοσι εννέα/ Χαίρε που θέλουνε να σε γκρεμίσουνε γιατί δεν περνάει λέει η μπογιά σου/ Χαίρε που εφιλοξένησες ως και παπάδες ακόμα στα κελιά σου»

«Χαίρε της νέας Ελλάδος το φιλόξενον κτίριον/ Χαίρε των παραχαρακτών μας το εντευκτήριον/ Χαίρε το εγκαλλώπισμα των αιώνων/ Χαίρε που εφιλοξένησες και τον πρίγκιπα Λουί των Βουρβόνων24»

  1. iv) «Ο Απόστολος του Κυριακού», πιθανόν του Πέτρου Κυριακού, παρεμφερές με τον «Υμνούμενο». Με λογαοιδικό τρόπο αποδίδονται χαρακτηρισμοί, κατά το πλείστον ειρωνικοί, στις διάφορες κατηγορίες επαγγελματιών και σε κάποιες κοινωνικές ομάδες.

Ηχογράφηση 1933, με τον Πέτρο Κυριακό και τον Γιώργο Καμβύση

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=18226

«Δάσκαλος σχολαστικός, πρόσφυγας είκοσι πέντε τα εκατό/ καφετζής ασβέλτος/ σωφέρ τράκας/ κεραμοποιός τούβλο/ αργόμισθος τεμπέλης/ βαθμοφόρος καραβάνας/ και λουστραδόρος τριάντα μία έχει ο μήνας»

«Τσαγκάρης ξυπόλητος/ λούστρος νοικοκυρόπαιδο/ φούρναρης νηστικός/ ασφαλιστής λοβιτούρα/ κουλουρτζής αργολίδα25/ ζαχαροπλάστης πονόκοιλος/ φαρμακοποιός Ταμάρα26/ και φωτογράφος παραμορφωτής»

  1. v) «Συν πλην», δημιουργία από κοινού του Πέτρου Κυριακού και του Γιώργου Καμβύση. Λογαοιδική απαγγελία, αν και εμπλουτισμένη με μελωδικά στοιχεία που αποκλίνουν από τα βυζαντινά ακούσματα.

Ηχογράφηση 1933, με τους δύο προηγουμένους

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=10089

«Λουκουμάκι μουστακαλής, Βαρβάκειο/ μπεμπέκα φουσκωμένη σαμπρέλα, Αρσάκειο»

«Αντρόγυνο, κουμπάρος, τι χαμπάρια μυστήριο/ σινεμάς, σβήσιμο τα φώτα, «Έλενας» μαι(ε)υτήριο/ Δημαρχιακές εκλογές αναβολή και κορδόνι τραβάει/ φουστανέλα τσαρούχι Καραθανάσης27 και μη τον είδατε πού πάει»

«Κυβέρνησις – αντιπολίτευσις μας παίζουν τη ζωή πασέτα/ Ούλεν, Πάουερ, συνάλλαγμα και πετάει απ’ την Ελλάδα η γαζέτα/ Βουλή κλωτσές, κεφαλιές, πυγμαχία/ καβουράκι, κουμπούρια, ζοριλίκια δημαρχία»

  1. vi) «Εορτολόγιον» με μουσική του Κώστα Γιαννίδη και κείμενο του Δημήτρη Γιαννουκάκη. Με λογαοιδική απαγγελία στηλιτεύονται τα κακώς κείμενα της εποχής, αντιστοιχιζόμενα σε εκκλησιαστικές εορτές ή σε θρησκευτικά θέματα.

Ηχογράφηση: 1934, με τον Πέτρο Κυριακό και τον Γιώργο Καμβύση

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=6904

«Γιορτάζουνε οι υπάλληλοι που πήρανε αύξηση με ύφος Μαρτύρων/ βοήθειά τους, των Αγίων Αναργύρων/ Μας λένε ότι θα φθηνύνει το καρβέλι οι κυβερνήται μας οι ξακουστοί/ άρχεται η Μεγάλη Τεσσαρακοστή»

«Χάρη στην Πάουερ προς δόξαν του Υψίστου/ ολοχρονίς μέσα στα τραμ του Ακαθίστου/ Μας κάνουνε μεταμόσχευση28 στα γεράματά μας/ η Ανάσταση του Λαζάρου, βοήθειά μας»

«Κάνεις πετροπόλεμο τρως στο κεφάλι μια κοτρώνα/ του Αγίου Δαυίδ με τη σφεντόνα/ Βλέπεις στη Γλυφάδα γυναίκες άνευ φουστανίου/ εξαιρετέα ο Πειρασμός του Αγίου Αντωνίου/ τσακίζει το άγαλμα του Ξυλοθραύστη μια Εγγλέζα μις/ βοήθειά μας, της Περιτομής»

Ο Μ. Σειραγάκης (2009, σελ.793) ανθολογεί και τους εξής μη ηχογραφημένους στίχους από το ίδιο σκετς:

«Φτιάνουν έναν προϋπολογισμό καλού κακού/ βοήθειά μας… του παραλυτικού/ Προσφέρεις το πακέτο σου να κάνουν τσιγάρο μετά θλίψεως/ Μεγάλη εορτή… της Αναλήψεως….» (ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ 31/5/1934)

Ας επισημανθεί ότι ο Κυριακός μεταπολεμικώς, μάλλον κατά το διάστημα του δεύτερου ταξιδιού του στις ΗΠΑ, θα ερμηνεύσει μία διασκευή του «Εορτολογίου» με τίτλο «Τα χάλια της εποχής». Στο σκετς γίνονται εκτός των άλλων και κάποιες αναφορές σε ζητήματα της αμερικανικής κοινωνίας. Πιθανόν κείμενο του ίδιου του Κυριακού και μουσικές προσθήκες του Γιώργου Βιτάλη.

Ηχογράφηση του 1949, με τον Κυριακό και τον Μανώλη Διαμαντή

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?d=0&recid=19031

«Σου κάνει έξωση ο νοικοκύρης σου/ παίρνεις τα έπιπλα σου και φεύγεις, αφήνοντας κάθε σου ραχάτι/ του Παραλύτου, άρον τον κράββατον σου και περιπάτει»

«Μας έκανες την Αθήνα διανομείου ουρά/ άλλο χρώμα σακάκι, άλλο χρώμα παντελόνι, άλλο χρώμα καπέλο, άνευ αξιώσεως/ βοήθειά μας, της Μεταμορφώσεως»

«Το νερό στην Νέα Υόρκη λιγόστεψε επ’ εσχάτων/ βοήθειά μας, των Φώτων και ο Αγιασμός των Υδάτων»

vii) «Ο Νιόνιος στο ψυχιατρείο», του Γιώργου Καμβύση. Ο ζακυνθινός Νιόνιος έρχεται στην Αθήνα μαζί με την σύζυγό του Μαντίνα, θέλοντας να σώσει την ψυχή του, αλλά ένας «ντοτόρος» παρερμηνεύει τα λεγόμενά του και τον στέλνει στο τρελάδικο. Όπως και στο «συν πλην», εδώ η λογαοιδική απαγγελία είναι εμπλουτισμένη με μελωδικά στοιχεία που αποκλίνουν από τον βυζαντινό ήχο.

Ηχογράφηση, 1936, με τον Γιώργο Καμβύση και την Μαρία Μαντινίου

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?recid=16454

« -Μπαίνουμε στο ψυχιατρείο και οι δύο μας φοβισμένοι/ και στο κλουβί του ( ; ) βρεθήκαμε με ζουρλομανδύες και μπλεγμένοι/ -του ξουρίσανε του Νιόνιου το κεφάλι και του βάλανε αβδέλες/ και μόλις είδα τέτοιο πράγμα με πιάσανε τα νεύρα μου κι άρχισα να κάνω τρέλες»

Τέλος, όσον αφορά την δισκογραφία της εποχής, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην ηχογράφηση με τίτλο «Η καταδίκη της σταφυλής», του Ιωάννη Στυλιανόπουλου, 1929

https://rebetiko.sealabs.net/display.php?recid=11166

Αποδίδεται λογαοιδικώς και με δεξιοτεχνία μία διασκευή του «Πωρικολόγου», της γνωστής βυζαντινής σάτιρας του 12ο ή 13ο μ.Χ. αιώνα, η οποία σε διάφορες παραλλαγές πέρασε στην δημώδη προφορική παράδοση. Μολονότι η απόδοση του Στυλιανόπουλου δεν ανήκει στο επιθεωρησιακό ρεπερτόριο, έχει μεγάλη θεατρολογική αξία, διότι αποκαλύπτει επιρροές των παλαιοτέρων ειδών σάτιρας στην νεώτερη κωμωδιογραφία.

«…(Βα)σιλεύοντος του πανενδοξοτάτου Κυδωνίου/ του ηγεμονεύοντος του περιβλέπτου Κίτρου/ συνεδριάζοντος δε Μπανάνας της επιμήκου και σουβλερής/ παρουσιάσθη η Σταφυλή και ανέφερε ταύτα:/ Δέσποτα βασιλεύ Κυδώνιε/ γνωστόν εις την βασιλείαν σου ότι/ ο Πιπέριος ο πρώτος, μετά Μοσχοκαρύου του μεγάλου και σεβαστού/ το σον πρόταγμα καθυβρίζουσι.»

 

Επίλογος:

Ο «Υμνούμενος» τοποθετείται στην τομή τριών κύκλων της ελληνικής σάτιρας: α) της λόγιας βυζαντινής και υστεροβυζαντινής υμνογραφικής παρωδίας και της αντίστοιχης λαϊκής προφορικής παραγωγής β) της δημώδους παράδοσης των σκωμμάτων επί των τοπικών ταυτοτήτων και γ) της κωμικής τυπολογίας της αθηναϊκής θεατρικής επιθεώρησης των αρχών του 20ου αιώνα. Στο τελευταίο πλαίσιο ανήκει ο χαρακτήρας του μπεκρή, ο οποίος πρωταγωνιστεί σε αρκετά από τα ευρεθέντα επιθεωρησιακά νούμερα παραϋμνογραφικού ύφους. Ειδικότερα στον «Υμνούμενο», όπως και σε άλλα παρεμφερή σκετς, η ιδιότητα του μεθυσμένου χαρίζει στον ρόλο ελευθερία, ώστε να δικαιολογηθεί η απόδοση ένα κειμένου μάλλον χαλαρού ως προς την συντακτικό του, ενώ η λογαοιδική εκφορά διευκολύνει την απαγγελία στίχων χωρίς περιορισμούς από ποιητικό μέτρο ή ομοιοκαταληξία. Η επιτηδευμένη ιεροπρέπεια της σκηνής βρίσκεται σε αντίθεση με την καυστικότητα των ειρωνικών χαρακτηρισμών διά των οποίων ο πρωταγωνιστής σέρνει τα εξ αμάξης ή καλύτερα «ψάλλει τον Εξάψαλμο» στους διαφόρους -όπως πράγματι του ζητήθηκε στην εισαγωγική πρόζα. Έτσι το αποτέλεσμα προκαλεί το γέλιο στον ακροατή. Οι δε σατιρισμοί της κάθε αναφερόμενης καταγωγής, έστω και αν θεωρηθούν παρωχημένοι ή και δυσνόητοι, εκπλήσσουν με την ποικιλία τους και τον αδιάκοπο ρυθμό απόδοσής τους, συνεχίζοντας να μας προξενούν ευθυμία. Συγχρόνως όμως ο «Υμνούμενος» μας θυμίζει μία εποχή κατά την οποία οι τοπικές ταυτότητες ήταν ακόμα αρκετά ισχυρές, ώστε να γεννούν ιδιαίτερες εκφράσεις λαϊκού πολιτισμού, κι ανάμεσα στα άλλα έναν πνευματώδη παροιμιακό λόγο.

Γενικότερα μέσα από την σύντομη περιήγησή μας στην προπολεμική επιθεώρηση, μας ενισχύεται η πεποίθηση ότι πολλές από τις σωζόμενες ηχογραφήσεις διατηρούν ακόμα την ζωντάνια τους, καθώς διακρίνονται για το έξυπνο χιούμορ τους, τις ερμηνευτικές ικανότητες των ηθοποιών και τις πρωτότυπες μουσικές συνθέσεις. Πέραν του λαογραφικού και ιστορικού τους ενδιαφέροντος, πολλά από αυτά τα σκετς θα μπορούσαν να τέρψουν ακόμα το κοινό και συνεπώς θα άξιζε η αναβίωσή τους σε σύγχρονες θεατρικές ή μουσικές σκηνές.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1              Σειραγάκης, 2009, σελ. 401 και 151

2              Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ, 13/8/1928 και ΠΑΤΡΙΣ, 2/10/1928

3              Σειραγάκης, 2009, σελ. 172-173 και ΣΚΡΙΠ 13/ 8/ 1928.

4              Σειραγάκης, 2009, σελ.174

5              Για διεξοδικότερα στοιχεία πάνω στην κωμική τυπολογία βλ. Χατζηπανταζής και Μαράκα, 2003, σελ. 148-151, Σειραγάκης, 2018, σελ. 43-48, Σειραγάκης, 2015, σελ.10, Σειραγάκης 2009, σελ.396-400, Μαράκα, 2000, τόμος Β΄, σελ.27 κ.α.

6              Οι δημοτικιστές (ή μαλλιαροί) σατιρίζονταν συχνά στην αθηναϊκή επιθεώρηση, το δε επιτηδευμένο ιδίωμά τους σε ορισμένα σκετς προσλαμβάνεται από τους άλλους χαρακτήρες ως ξένη γλώσσα. Βλ. Μαράκα, 2000, τόμος Α΄, σελ.287 και τόμος Β΄, σελ.325

7              Σε δημοσιογραφική στήλη της εποχής απαντάται ομώνυμο σκετς με πρωταγωνιστή τον ηθοποιό Ιωάννη Στυλιανόπουλο, αλλά σαφώς πρόκειται για άλλον «Υμνούμενο», ο οποίος παίχτηκε στην επιθεώρηση «Λοβιτούρα» και είχε περιεχόμενο πολιτικής σάτιρας (ΕΜΠΡΟΣ 8/11/1929). Ο δε Πέτρος Κυριακός, τουλάχιστον κατά το αρχικό διάστημα των παραστάσεων της «Βαβυλωνίας», έπαιζε με τον Στυλιανόπουλο στο θέατρο «Μοντιάλ» (ΣΚΡΙΠ 19/8/1928). Αφότου η «Βαβυλωνία» μεταφέρθηκε στο «Μοντιάλ» κατά τον Δεκέμβριο του 1928, ύστερα από εξαγορά ολόκληρης της παράστασης από τον θεατρικό επιχειρηματία Ανδρέα Μακέδο, η συμμετοχή του Κυριακού για κάποιο διάστημα δεν μπορεί να αποκλειστεί, μολονότι ο τελευταίος από κάποια στιγμή το 1929 βρίσκεται και ηχογραφεί στις ΗΠΑ.

8              Καραγκούνης, σελ.151, Αλεξάνδρου, σελ.180

9              Αντιστοίχως ανάμεσα στους τραγουδιστές και τις τραγουδίστριες του αστικολαϊκού ή ρεμπέτικου τραγουδιού απαντώνται ονόματα με θητεία στο αναλόγιο του ψάλτη, όπως ο Στελλάκης Περπινιάδης, ο Κώστας Νούρος, ο Αντώνης Καλυβόπουλος, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, η Σωτηρία Μπέλλου κ.α.

10           Ιστότοπος «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Αποσπάσματα σκέψεων, Η μουσική και τα Ιερά Ευαγγέλια, 1903

11           Δημοσιευμένα ή ηχογραφημένα ευρήματα αυτού του σατιρισμού με διάφορες διατυπώσεις εντοπίζονται τουλάχιστον από το 1929. Η σύνδεση της αυτόνομης ειρωνικής έκφρασης «τι χαμπάρια μάστορα;» με την Πάτρα παραμένει αδιευκρίνιστη. Σε κάποια φύλλα μεσοπολεμικών εφημερίδων, μεταγενέστερα της «Βαβυλωνίας του 1928», συναντάται το συγκεκριμένο σκώμμα χωρίς αναφορά στην Πάτρα, αλλά απευθυνόμενο στον πατρινό πολιτικό Ανδρέα Μιχαλακόπουλο (βλ. ΕΜΠΡΟΣ 28/10/1929 και Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ 13/1/1930). Για μία πληρέστερη ανθολόγηση ευρημάτων της έκφρασης, βλ. επιπλέον σχόλια στην δημοσίευση του παρόντος ιστολογίου, 11/2/2010.

12           Σειραγάκης, 2009, σελ. 758-760, Ιστότοπος «Όλα τα καλά χωράνε», δημοσίευση 10/3/2013 και δημοσίευση 22/5/2013, εφημερίδα ΕΛΛΗΝΙΚΗ, 26/8/1931

13           Εφημερίδα ΒΡΑΔΥΝΗ 17/ 4/ 1932

14           Εφημερίδες ΣΚΡΙΠ 10/9/1895, ΣΚΡΙΠ 12/6/1901, ΕΜΠΡΟΣ 22/12/1926 κ.α.

15           Στον «φασουλά» του Μπάτη ακούγεται η παραλλαγή «Όπου Χιώτης Παντελής και Αξώτης Καραλής». Πιθανόν στην τελευταία περίπτωση ο προσδιορισμός «Καραλής» για τους κατοίκους της Νάξου να είναι παραλλαγή του καταγεγραμμένου σκώμματος «Αγάς Αξώτης» (βλ. Σέργης, σελ.370)

16           Μαράκα, 2000, τόμος Α΄, σελ. 232-265.

17           Μαράκα, 2000, τόμος Α΄, σελ. 269. Η «βυζαντινή» επιθεώρηση «Έξω φρενών» γράφηκε από τον Πολύβιο Δημητρακόπουλο και τον Κωνσταντίνου Μακρίδη. Η καταγωγή των δύο προσώπων του διαλόγου ταυτίζεται με την καταγωγή των δύο συγγραφέων.

18           Κωνσταντίνος Σάθας, 1874, σελ.LXIX. Σύμφωνα με τον Βρασίδα Καραλή (2004, σελ. 295-297 ) η παρωδία του Ψελλού στρεφόταν κατά των μοναχών του Ολύμπου της Βιθυνίας.

19           Ιστότοπος «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», Γ΄ Σατιρικά, και διαδικτυακή εύρεση αναδημοσίευσης («Εἰκονογραφημένος Παρνασσός», 14-8-1911)

20           Χαλδαιάκης, 2021, σελ.1

21           ΒΡΑΔΥΝΗ 3/ 8/ 1930 και Σειραγάκης, 2009, σελ.720

22           Ιστότοπος «Όλα τα καλά χωράνε», δημοσίευση 18/8/2013

23           Σειραγάκης, 2009, σελ.717. Από την επιθεώρηση «Έξω όλα» του 1930

24           Αναφορά σε απατεώνα αμερικανικής υπηκοότητος, ο οποίος αφιχθείς στην Αθήνα το 1922 παρουσιάστηκε ως Πρίγκιπας Αλφόνσος Λουδοβίκος, αδερφός του βασιλιά της Ισπανίας Αλφόνσου ΙΓ΄ (Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ 28/8/1922). Στον μεσοπολεμικό Τύπο ανευρίσκονται σχετικοί σατιρικοί στίχοι, όπως οι εξής: «Χαίρε Χώρα ευδαιμόνων,/ πού κι’ ο πρίγκηψ των Βουρβώνων/ βρήκε γην φιλοξενίας» κλπ (Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ 6/10/1930).

25           Μάλλον λογοπαίγνιο με την λέξη «αργός» σε αντιδιαστολή με την λέξη «βολίδα».

26           Η Ταμάρα Γολόμποβα ήταν Ρωσίδα εμιγκρέ από το Χάρκοβο η οποία εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα μαζί με τον κινεζικής καταγωγής Ρώσο υπήκοο σύζυγό της. Το 1926 κατηγορήθηκε ότι έβαλε έναν εραστή της (επίσης κινέζικης καταγωγής εμιγκρέ εκ Ρωσίας) να σκοτώσει τον νόμιμο άνδρα της σε μία υπαίθρια περιοχή στο όρος Αιγάλεω και ότι αργότερα σκότωσε και τον εραστή της με τα ίδια της τα χέρια. (Βλ. Λεωτσάκος Σπύρος, 1965).

27           Μάλλον πρόκειται για τον Γιώργο Καραθανάση, λήσταρχο των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Καραθανάσης θεωρήθηκε ύποπτος για ανάμιξη στην δολοφονική απόπειρα κατά του Ελευθερίου Βενιζέλου το 1933, αλλά κατάφερε να διαφύγει την σύλληψη για περισσότερο από έναν χρόνο.

28           Εννοεί βεβαίως τις ψευδοϊατρικές μεθόδους του Βορονώφ.

ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΗ

Οι πληροφορίες χρονολόγησης και συντελεστών των επιθεωρησιακών ηχογραφήσεων ελήφθησαν κυρίως από τους ιστοτόπους «rebetiko.sealabs» και «Εικονικό μουσείο αρχείου Κουνάδη». Οι απομαγνητοφωνήσεις των κειμένων έγιναν από τον γράφοντα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξάνδρου Μαρία, Η εκφωνητική σημειογραφία, Κάλλιπος, Ανοικτές Ακαδημαϊκές Εκδόσεις, 2017. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Eideneier Hans, Όψεις της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα, Αθήνα 2006

Καραγκούνης Χ. Κωνσταντίνος, Τάξις, Λόγος και Μέλος της Ορθοδόξου Λατρείας, Α΄, Αθήνα, 2020

Καραλής Βρασίδας, Μετάφραση-Εισαγωγή-Σχόλια στην έκδοση του έργου «Χρονογραφία» του Μιχαήλ Ψελλού, τόμος Β΄, εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα, 2004

Λεωτσάκος Σπύρος, Αστυνομικά Χρονικά, τεύχη Αστυνομικά Χρονικά, τεύχη 288 – 295, έτος 1965. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Μαράκα Λίλα, Ελληνική Θεατρική Επιθεώρηση 1894-1926, τόμοι Α΄ και Β΄, εκδόσεις ελληνικά γράμματα, Αθήνα, 2000

Σάθας Κωνσταντίνος, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, τόμος Δ΄, Αθήνα, 1874. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Σειραγάκης Μανώλης, Το ελαφρό μουσικό θέατρο στη μεσοπολεμική Αθήνα, τόμοι Α΄ και Β΄, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2009

Σειραγάκης Μανώλης (Εμμανουήλ), 2015, Ιστορία της ελληνικής θεατρικής Επιθεώρησης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ηράκλειο/Ρέθυμνο, 2015. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Σειραγάκης Μανώλης, Η υποκριτική στην Ελλάδα, μία ιστορική αναδρομή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2017-2018. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Σέργης Γ. Μανόλης, νεοελληνικά «ακληρήματα»: το παράδειγμα των Κυκλάδων, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα, 2003. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Χαλδαιάκης Γ. Αχιλλεύς, ΠΑΡΑ-ΥΜΝΟ-ΨΑΛΤΟΛΟΓΙΚΑ, πρόγραμμα θεατρικής παράστασης «Σπανός», σκηνοθεσία Ιωσήφ Βιβιλάκη, 2021. Εύρεση στο διαδίκτυο.

Χατζηπανταζής Θόδωρος, Μαράκα Λίλα, Η Αθηναϊκή Επιθεώρηση, τόμος πρώτος, εκδόσεις Εστία, Αθήνα, 2003

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΕΣ ΠΗΓΕΣ:

Ιστολόγιο «Όλα τα καλά χωράνε» http://ola-ta-kala.blogspot.com/

Ιστολόγιο Σαραντάκου Νίκου «Οι λέξεις έχουν την δική τους ιστορία» https://sarantakos.wordpress.com/

Ιστότοπος https://rebetiko.sealabs.net/

Ιστότοπος «Αστυνομική ανασκόπηση», ψηφιακή συλλογή περιοδικού «Αστυνομικά Χρονικά» https://www.policemagazine.gr/psifiako-arxeio/astynomia_poleon

Ιστότοπος «Εικονικό μουσείο αρχείου Κουνάδη» https://vmrebetiko.gr/

Ιστότοπος «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης» https://www.papadiamantis.org/

Ψηφιακή βιβλιοθήκη Βουλής των Ελλήνων https://library.parliament.gr/Portals/6/doc/microfilms_catalog2022s.pdf

Ψηφιακή βιβλιοθήκη Εφημερίδων και Περιοδικού Τύπου (Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος) http://efimeris.nlg.gr/ns/main.html

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *