cf8ccebbceb7 cebdcf8dcf87cf84ceb1 ceb5ceb4cf8e ceb7 cebcceb1cf81cf84cf85cf81ceafceb1 cf84cebfcf85 cebacf8ecf83cf84ceb1 ceb2cebfcf83cf84

Σήμερα έχουμε 17 του Νοέμβρη, 48 χρόνια από τη μέρα της φονικής καταστολής της εξέγερσης των φοιτητών στο Πολυτεχνείο. Το ιστολόγιο συνηθίζει να δημοσιεύει τις μέρες αυτές κείμενα σχετικά με «το Πολυτεχνείο», είτε λογοτεχνικά είτε μαρτυρίες. Για παράδειγμα, πριν από μερικά χρόνια είχαμε δημοσιεύσει τη μαρτυρία του φίλου μας Δημήτρη Μαρτίνου, ο οποίος ήταν τότε φοιτητής της σχολής Χημικών Μηχανικών και είχε άμεση συμμετοχή.

Πέρυσι και πρόπερσι αναδημοσιεύσαμε μαρτυρίες από το βιβλίο «Όλη νύχτα εδώ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε επιμέλεια του ιστορικού Ιάσονα Χανδρινού και φιλοδοθεί ν’ αποτελέσει, όπως λέει ο υπότιτλος, Μια προφορική ιστορία της Εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Το βιβλίο αυτό περιλαμβάνει 80 μαρτυρίες ανθρώπων που συμμετείχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην εξέγερση (εδώ μπορείτε να δείτε τα ονόματά τους) ενώ προτάσσεται εκτενής εισαγωγή του Χανδρινού.

Από το βιβλίο του Χανδρινού έχουμε δημοσιεύσει πρόπερσι τη μαρτυρία του Γιώργου Σορολοπίδη και πέρυσι τη μαρτυρία της Ιωάννας Καρυστιάνη.

bostantzoglouΦέτος θα αναδημοσιεύσουμε μιαν ακόμα μαρτυρία από το ίδιο βιβλίο: του αείμνηστου φίλου Κώστα Βοσταντζόγλου, γιου του μεγάλου Μποστ, που έφυγε από τη ζωή φέτος τον Φλεβάρη (δείτε σχετικό άρθρο). Ταιριάζει νομίζω να θυμηθούμε έναν ωραίο αγωνιστή, μέρα που είναι.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΣΤΑΝΤΖΟΓΛΟΥ

1949, Αθήνα, γραφίστας, σπουδαστής Σχολής Δοξιάδη Αγιοι Ανάργυροι, 26 Νοεμβρίου 2014 (01:07:13]

Εκείνη την εποχή ήμουνα φαντάρος. 382 ΠΑΥΠ. Προκεχωρημένη Αποθήκη Υλικού Πολέμου. Στρατόπεδο ανεπιθυμήτων. Μεταξύ Κοζάνης και Φλώρινας, κοντά στο Αμύνταιο. Στο Δρέπανο Κοζάνης, εκεί είναι και μια σειρά [από άλλα] στρατόπεδα της 1ης Στρατιάς. Η ΠΑΥΠ ήτανε «ειδικό» στρατόπεδο, μας αλλάζαν τα φώτα. Τέλος πά­ντων, είχα πάρει άδεια. Κατέβηκα Αθήνα, γιατί γιόρταζα (είχα τα γε­νέθλιά μου στις 16), κι είχα φροντίσει να πάρω την τελευταία μου άδεια πριν απολυθώ τον Γενάρη, ώστε να είμαι εδώ στη γιορτή μου. Ήρθα στις 15 από την Κοζάνη. Ήδη ήτανε κλεισμένοι οι φοιτητές στο Πο­λυτεχνείο. Στις 16 συναντήθηκα με έναν συγκολυμβητή, πήγαμε από το κολυμβητήριο στο Ζάππειο και μετά έριξα την ιδέα να περάσουμε να δούμε τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Την ώρα που φτάναμε, ήτανε μαζεμένος κόσμος και φώναζε συνθήματα και τα λοιπά. Και μέσα και έξω από το Πολυτεχνείο. Πολύς κόσμος. Το αδιαχώρητο, τουλά­χιστον μπροστά. Αλλά κατέβαινε και συνέχεια κόσμος από τη Σόλωνος, από τη Σταδίου, από την Πανεπιστημίου, μπουλούκια… Κατά τις 19:30 με 20:00 περίπου, πέσανε τα πρώτα δακρυγόνα. Κι άρχισε ο κό­σμος να φεύγει αλλόφρων δεξιά αριστερά. Εκεί χώρισα με τον Πέ­τρο τον Πομόνη, εγώ έμεινα, αυτός έφυγε. Αστυνομία δεν φαινόταν καθόλου, δεν ξέραμε καν από πού πέφτανε τα δακρυγόνα. Οι φοιτη­τές από μέσα μάς λέγανε: «Μη φεύγετε», οι περισσότεροι λακίσανε – εντάξει, λογικό είναι. Όσο πέρναγε η ώρα, πέφτανε ακόμα περισσό­τερα δακρυγόνα κι αρχίσανε πια και πέφτανε και σφαίρες. Δεν ξέ­ραμε πάλι ούτε από πού, ούτε ποιος έριχνε, ούτε τίποτα. Απλώς εί­δαμε κάποιους τραυματίες. Κάποιος με σφαίρα στο πόδι, άλλος με σφαίρα στο χέρι. Αυτοί κοιτάξανε να αδειάσουνε το χώρο μπροστά απ’ το Πολυτεχνείο – οι μπάτσοι.

Εγώ έφυγα με μια ομάδα από δέκα δεκαπέντε άτομα και πήγαμε στην πλευρά του Αρχαιολογικού Μουσείου. Χτυπήσαμε καμιά δυο πόρτες σπιτιών, αλλά δεν άνοιγε κανένας, και πήγαμε και κάτσαμε στα σκαλάκια του «Αρχαιολογικού» περιμένοντας «τι μέλλει γενέσθαι». Ακούγαμε τις εκπυρσοκροτήσεις, βλέπαμε τα καπνογόνα που σηκώ­νανε τα ντουμάνια… Κάποια στιγμή, σηκώθηκε μια κοπέλα μπροστά μου, [που] όπως αποδείχτηκε μετά ήταν Νορβηγίδα, και όπως σηκώ­θηκε, τη χτύπησε μια σφαίρα εδώ (δείχνει στη βάση του λαιμού) και βγήκε από πίσω, από την πλάτη. Τη σηκώσαμε εγώ μ’ άλλο ένα παιδί και την πήγαμε απέναντι, στο «Ακροπόλ». Το «Ακροπόλ» ήτανε κλει­στό. Κλειστό αλλά φωτισμένο. Φτάσαμε στην πόρτα, εκεί στεκόταν ο μετρ ντ’ οτέλ, ο υπεύθυνος του ξενοδοχείου -κράταγε μια πετσέτα κι είχε κι ένα παπιγιόν-, και δεν μας άνοιγε. Τον παρακαλούσαμε, να τηλεφωνήσουμε έστω να έρθει ένα ασθενοφόρο να πάρει την κοπέλα. Δεν άνοιγε. Αποτέλεσμα, κάναμε μια έτσι στην πόρτα τη γυάλινη και τη χώσαμε μέσα. Μπήκαμε μέσα και είδαμε μια παρέα κυρίες να παίζουν κουμκάν. Αδιάφορες για το τι συνέβαινε έξω, τους πυροβο­λισμούς, τις χειροβομβίδες (γέλια), ο κακός χαμός γινότανε, αλλά ε­κείνες ήταν φοβερά απασχολημένες. Τηλεφωνήσαμε να έρθει ασθε­νοφόρο, ασθενοφόρο δεν ερχότανε. Έκανε πάνω από μισή ώρα να έρθει. Δεδομένου ότι ο Σταθμός Πρώτων Βοηθειών είναι επί της Γ Σεπτεμβρίου -δηλαδή δίπλα-, ήταν ανεξήγητο, αλλά όπως μάθαμε μετά, τους είχανε σταματήσει στην Ομόνοια και δεν τους αφήνανε να προχωρήσουνε. Και μάλιστα, στα πληρώματα από ένα δύο ασθε­νοφόρα, τους ρίξανε κιόλας ένα βρομόξυλο (αυτά τα μάθαμε μετά, δεν τα ξέραμε εκείνη τη στιγμή, εμείς περιμέναμε το ασθενοφόρο). Περιμένοντας να ’ρθει το ασθενοφόρο, εγώ είχα πάρει την πετσέτα του μετρ ντ’ οτέλ και την είχα βάλει στο λαιμό της κοπέλας. Είχε γίνει κόκκινη η πετσέτα… Όταν έφτασε το ασθενοφόρο, εκείνη τη στιγμή ξεψύχησε η κοπέλα – μέχρι εκείνη τη στιγμή ζούσε. Την είχαμε βάλει σε έναν καναπέ. Στην είσοδο, όπως μπαίνεις, είχε ένα μικρό καναπε­δάκι και δεξιά (ή αντίστροφα) ήταν εκεί που κρεμούσαν τα παλτά τους. Πάντως, αυτό θυμάμαι: Παρόλο που η κοπέλα ήτανε μέσα, ουδεμία κυρία σηκώθηκε να έρθει έστω να δει τι γίνεται. Η απόσταση ήτανε δέκα μέτρα. Δεν σηκώθηκαν καν από το τραπέζι… Βγήκα από κει όταν πήρανε την κοπέλα, και πήγα δίπλα, σε ένα ημιυπόγειο -ε­πίσης με γυάλινη πόρτα που την είχανε σπάσει και βάζανε μέσα τραυματίες- δίπλα στο «Ακροπόλ». Εκεί είδα τον αδερφό ενός φί­λου, του Λάμπρου του Ξενάριου, που κολύμπαγε και ήταν και πρω­ταθλητής. Είχε φάει μια σφαίρα στο πόδι. Και εκεί ήταν οι περισσό­τεροι που συλλάβανε και μετά τους έκανε την ανάκριση ο Μαστοράκης. Ήτανε χτυπημένοι οι περισσότεροι, λίγο πολύ, και κάποιοι που δεν φεύγανε γιατί προσέχανε κάποιους φίλους ή φίλες που είχανε χτυπηθεί και δεν θέλανε να τους αφήσουνε.

Από κει πήγα προς το Πολυτεχνείο ξανά. Ήτανε σταματημένο μπροστά στην πύλη ένα ασθενοφόρο και παλεύανε να κατεβάσουνε μια αμπούλα οξυγόνου. Μια οβίδα. Την έπιασα και ήμουνα τόσο σπινταρισμένος, που την πήγα μόνος μου μέσα, ανέβηκα όλα τα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής τρέχοντας μέχρι τον όροφο όπου είχαν το ια­τρείο. Ρώτησα τον γιατρό -ήταν ένα παιδί με γυαλιά- [ο Γιώργος Παυλάκης, που μαρτυρία του επίσης υπάρχει στο βιβλίο] πού να την αφήσω, και με οδήγησε στη διπλανή αίθουσα στα δεξιά. Μέσα ήταν ή­δη ένας νεκρός. Αυτός ήτανε μάλλον από δακρυγόνο, γιατί την είχε φάει στο κεφάλι ή στο στήθος και είχε σκάσει – δεν ήτανε από σφαί­ρα. Ο γιατρός μού είπε: «Μη μιλήσεις και πέσει πανικός…» Σηκώθη­κα και κατέβηκα κάτω. Κάτω, στο προαύλιο, είχαν ανάψει φωτιές, ε­κεί όπου είναι τώρα το κεφάλι, για να σηκώνονται τα δακρυγόνα. Ε­γώ, ξέροντας τι θα επακολουθήσει, είχα πάρει κουτάκια με «Νιβέα» και τα μοίραζα στις κοπέλες… Όλοι με κοιτάγανε κάπως περίεργα για­τί ήμουνα κοντοκουρεμένος. Τους έλεγα: «Παιδιά, φαντάρος είμαι, κι αν με πιάσουνε, τη γάμησα, αλλά δεν φεύγω (μ’ είχε πιάσει το ηρωι­κό μου), θα κάτσω μαζί σας». Κάποια στιγμή, ένας από τους υπευθύνους, κατά τη 01:30 με 02:00 παρά, μου λέει: «Αν σε πιάσουν, θα σε γαμήσουνε. Θα σε βγάλω εγώ προς τα έξω». Και με έβγαλε από τη μικρή πόρτα της Στουρνάρη, αυτή που είναι προς τα πάνω. Πέρασα το δρόμο τρέχοντας γιατί πέφτανε σφαίρες. Κι εκεί μάλιστα μου φά­νηκε χρήσιμος ο στρατός, γιατί μόνο πρηνηδόν δεν έκανα… Πέρασα απέναντι κι άρχισα να χτυπάω πόρτες. Δεν άνοιγε τίποτα. Έφτασα σχεδόν στην Πατησίων κι εκεί ήτανε ανοιχτή η πόρτα η κάτω της πο­λυκατοικίας όπου έμενε η Βέμπο. Την ήξερα την πολυκατοικία γιατί στον έκτο όροφο έμεναν παλιά η νονά μου και ο νονός μου. Είχανε κερδίσει για δέκα χρόνια ένα διαμέρισμα από το Λαχείο Συντακτών.

Δεν περίμενα καν να βρω ανοιχτή την πόρτα. Χώθηκα μέσα, είδα κι άλλους δυο τρεις, τους είπα: «τι κάνουμε;», μου λένε: «ανεβαίνου­με σιγά σιγά και χτυπάμε πόρτες». Και αυτό κάναμε. Φτάσαμε στον τρίτο ή τέταρτο όροφο -δεν θυμάμαι πού ακριβώς έμενε η Βέμπο-, χτυπήσαμε και μας άνοιξε. Μέσα ήτανε ήδη αρκετά άτομα. Συνολι­κά ήμασταν δεκαεφτά. Εγώ κράταγα ακόμα την πετσέτα με το αίμα της κοπέλας και μια οβίδα δακρυγόνου, που τα είχα πάρει «αναμνη­στικά» – τόσο μου ’κοβε εκείνη τη στιγμή… Η Βέμπο είχε μισόκλειστες τις γρίλιες γιατί, δεν ξέρω αν ήτανε από τα τανκ, αλλά υπήρχα­νε εκείνη τη στιγμή προβολείς οι οποίοι γυρνάγανε και ελέγχανε ποια παράθυρα ήταν ανοιχτά. Και ρίχνανε. Κι ήρθε και στάθηκε μπροστά στην πύλη.

Στην πύλη απάνω ήτανε πάρα πολλά παιδιά, κοπέλες και αγό­ρια. Ένας ήταν ανεβασμένος απάνω στη στήλη και μια κοπέλα ήτα­νε στην άλλη πλευρά. Μετά έμαθα ότι ήταν η κοπέλα που, πέφτο­ντας, τη χτύπησε η πόρτα. Τα βλέπαμε από κάτω μας ακριβώς, από τον τέταρτο όροφο. Θυμάμαι ήταν ένα παιδί, ή του Ναυτικού ή του Λιμενικού (φόραγε άσπρα), μαζί με την κοπέλα του, και οι υπόλοι­ποι ήμασταν ξέμπαρκοι, ανεξάρτητοι-μεμονωμένοι που λένε… Η Βέ­μπο έλεγε: «Εγώ είμαι νοσοκόμα, κι άμα έρθει και κανένας χτυπημέ­νος, θα τον περιθάλψω. Ξέρω…» Εγώ την άκουγα λίγο σκεπτικός για­τί τις προηγούμενες μέρες την είχε βραβεύσει η Χούντα ως τραγουδί­στρια της νίκης και τα λοιπά, και τα λοιπά. Τέλος πάντων, είχαμε κλείσει τα φώτα, περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει… Κάποια στιγμή εί­δαμε το τανκ να κάνει ένα τίναγμα, να χτυπάει την πόρτα και να φεύ­γουνε τα παιδιά σαν κούκλες από πάνω. Πέσανε όλοι κάτω, ουρλια­χτά, φωνές… Η Βέμπο έβαλε τα κλάματα, φώναζε: «Εγκληματίες», πήρε το τιμητικό έπαθλο που της είχανε χαρίσει -σαν θυρεός έμοια­ζε, σαν ασπίδα- και το εκσφενδόνισε… Ο Τραϊφόρος προσπαθούσε να την ηρεμήσει, οι κοπέλες κλαίγανε, εγώ είχα μείνει αποσβολωμένος, το ίδιο κι οι υπόλοιποι… Μετά άρχισε να με πιάνει τρεμούλα, α­πό λύσσα, όχι από φόβο… Είδαμε όλη τη σκηνή, πώς τους βγάζανε έ­ξω, πώς τους ξυλοκοπούσανε… Απέναντι ήταν ένα μαγαζί με ηλε­κτρικά ή ηλεκτρονικά είδη, το οποίο το κατεβάσανε οι αστυνομικοί ολόκληρο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε πέσει ούτε τζαμαρία, αλ­λά τώρα είχανε πάρει όλη την Πατησίων και τη σπάγανε. Είπα στη Βέμπο να φύγω, μου είπε: «Κάτσε και φεύγεις όταν ηρεμήσουνε τα πράματα το πρωί». Δεν μπορούσα να πάρω τηλέφωνο να ειδοποιή­σω τους δικούς μου. Η μάνα μου δεν ήξερε πού ήμουνα, ούτε της εί­χα πει ότι θα πήγαινε στο Πολυτεχνείο. Δεν δίναμε λογαριασμό ούτε εγώ ούτε ο αδερφός μου άλλωστε, μεγάλα παιδιά ήμασταν, και όλο σε τέτοιες δουλειές ήμασταν κι εγώ κι ο Γιάννης (γέλια). Τέλος πά­ντων, η μάνα μου φοβότανε μήπως μ’ είχανε σκοτώσει και της είχε πάει η ψυχή στα πόδια. Ο πατέρας μου την καθησύχαζε, της έλεγε: «καλά θα είναι» και ξέρω ’γω…

Στις 06:45 μου είπε η Βέμπο: «Τώρα μπορείς να φύγεις». Είχανε φύγει οι αστυνόμοι και τα μπλόκα. Κατέβηκα, είδα όλα τα σπασμένα μαγαζιά, πήγα με τα πόδια στο πατρικό μου, είπα στον πατέρα μου και στη μάνα μου τι είχε γίνει. Ο πατέρας μου μου είπε: «Θα σου δώσω μια συμβουλή. Ξέχνα το. Ξέχνα ό,τι είδες. Ειδάλλως, θα σε κυ­νηγάει σ’ όλη σου τη ζωή». Αλλά… δεν μπόρεσα να το ξεχάσω… Πή­ρα το αυτοκίνητο του πατέρα μου γύρω στις 11:00 και πήγα στο σπίτι του Πέτρου του Πομόνη, του φίλου μου που είχαμε κατέβει μαζί το βράδυ. Και πήρα μαζί μου κι έναν άλλο συγκολυμβητή, τον Πάνο τον Πλαγιαννάκο. Φτάνοντας στην πλατεία Αμερικής, από πίσω μας ερχόταν ένα τανκ. Ήταν η στιγμή που αρχίζανε και ρίχνανε αβέρτα. Και μου λέει ο Πάνος: «Μας κυνηγάει ένα τανκ» (γέλια). «Και τι θες να κάνω;» (γέλια) Εμείς πηγαίναμε μπροστά, το τανκ από πίσω στα πέντε μέτρα. Τέλος πάντων, φτάνουμε στην πλατεία Κολιάτσου (στην Πάτμου ήτανε το σπίτι του Πομόνη), ανεβήκαμε επάνω κι αρχίσαμε να ακούμε ειδήσεις για το τι είχε συμβεί, ανταλλάσσαμε απόψεις και τα λοιπά. Αυτά τα ωραία.

Τώρα γελάω, αλλά όποτε το σκέφτομαι, με πιάνουν τα κλάματα. Κάποια στιγμή μού στείλανε κι έναν δίσκο απ’ το Παρίσι με τα ηχη­τικά, που μιλάει ο Παπαχρήστος: «Αδέρφια μας στρατιώτες, αδέρ­φια μας στρατιώτες», κι εγώ είχα πάθει την πλάκα της ζωής μου. Έ­φυγα απ’ το σπίτι και περπάταγα τρεις ώρες μέχρι να συνέλθω. Ή­ταν εγκληματίες… Και είναι εγκληματίες… Και δυστυχώς, δεν έχει τι­μωρηθεί κανένας και για τίποτα. Κατόπιν εορτής έμαθα ότι ένας απ’ αυτούς που πυροβολούσε από την ταράτσα είχε διαφύγει κάπου στη Βραζιλία, μου φαίνεται…

Όταν ξαναπήγα στη μονάδα, έκανα ότι δεν ξέρω τίποτα. Με ρώτησε ο διοικητής μου ο Ζαμπάρτας, ο οποίος ήτανε στη Δημοκρατι­κή Άμυνα [και] δεν με κυνήγαγε, γιατί ήτανε κι αυτός ανεπιθύμητος (γέλια). Αλλά δεν χρειάστηκε [να του πω] τίποτα. Είχε έρθει το χαρτί από την Ασφάλεια.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *