cf83cf89cf84ceaecf81ceb7cf82 cf83cf80ceb1ceb8ceaccf81ceb7cf82 cf80cf8ecf82 ceb3cebdcf8ecf81ceb9cf83ceb1 cf84cebfcebd cf84cf83ceb1cf81

Τον τελευταίο καιρό, σε σχόλια του ιστολογίου, έγινε λόγος για τα Απομνημονεύματα του καραγκιοζοπαίχτη Σωτήρη Σπαθάρη, που εκδόθηκαν πριν από μερικούς μήνες από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

spatharis coverΗ έκδοση είναι υποδειγματική αν και ίσως προκαλεί δέος καθώς ξεπερνάει τις 700 σελίδες μεγάλου σχήματος. Ευτυχώς που εκδόθηκε από τις ΠΕΚ κι έτσι έγινε δυνατό να συγκρατηθεί η τιμή στα 22 ευρώ, ποσό βέβαια κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο έτσι κι αλλιώς.

Ο Σπαθάρης (1887-1974) ήταν ολιγογράμματος, και για να γράψει τα απομνημονεύματά του χρειάστηκε όχι μόνο την ενθάρρυνση αλλά και την πρακτική βοήθεια άλλων, χωρίς τους οποίους το εγχείρημα δεν θα είχε δει το φως. Και πάλι όμως, το έργο πέρασε πολλές περιπέτειες, που τις εξηγεί αναλυτικά ο επιμελητής τούτης της έκδοσης, ο Γιάννης Κόκκωνας, στην απαραίτητα εκτενή (125 σελίδες) εισαγωγή του.

Μάλιστα, ο Σπαθάρης έγραψε τα απομνημονεύματά του τρεις φορές. Την πρώτη το 1944, τη δεύτερη στις αρχές της δεκαετίας του 1950, με τη βοήθεια του ποιητή Λάμπη Χρονόπουλου, και την τρίτη στα τέλη της δεκαετίας του 1950, που ήταν και η μόνη που είδε το φως της δημοσιότητας, το 1960, αρχικά σε προδημοσίευση στο περιοδικό Ταχυδρόμος και αμέσως μετά σε βιβλίο. Η έκδοση αυτή έχει κάνει πολλές ανατυπώσεις και κυκλοφορεί και σήμερα από τις εκδόσεις Άγρα (Απομνημονεύματα και η τέχνη του Καραγκιόζη).

Το βιβλίο που κυκλοφόρησε από την ΠΕΚ φέτος δεν περιλαμβάνει την «τρίτη γραφή» των απομνημονευμάτων του Σπαθάρη (που όπως είπαμε κυκλοφορεί σε βιβλίο εδώ και πολλά χρόνια) αλλά τις πρώτες δύο, που τα χειρόγραφά τους θεωρούνταν χαμένα και που βρέθηκαν τελευταία υστερα από διάφορες τυχερές συμπτώσεις, όπως εξηγεί στην εισαγωγή ο Γ. Κόκκωνας.

(Από την εισαγωγή έμαθα ότι ο Σπαθάρης μάλλον δεν γεννήθηκε το 1892 οπως θα δείτε να αναφέρεται στις περισσότερες πηγές, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, το 1887 όπως πειστικά εξηγεί ο Γ. Κόκκωνας).

Η δημοσίευση και της πρώτης και της δεύτερης γραφής δεν είναι περιττή πολυτέλεια, διότι τα κείμενα διαφέρουν πάρα πολύ μεταξύ τους (όπως και με την τρίτη γραφή) τόσο στη γλώσσα όσο και στο περιεχόμενο. Η δεύτερη γραφή είναι η εκτενέστερη. Για παράδειγμα, ο Σπαθάρης αναφέρει την παράσταση Καραγκιόζη που είχε ανεβάσει με θέμα τη δολοφονία του Αθανασόπουλου (το 1931 στου Χαροκόπου) και στις τρεις εκδοχές των Απομνημονευμάτων του. Αλλά στην πρώτη γραφή υπάρχει απλώς μια εν παρόδω αναφορά, στη δεύτερη ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο 1395 λέξεων ενώ στην τρίτη μια μικρή αφήγηση 410 λέξεων.

Διάλεξα να παρουσιάσω εδώ δυο κεφάλαια από τη δεύτερη γραφή (σελ. 406-414 του βιβλίου). Σε αυτά ο Σπαθάρης αφηγείται πώς γνωρίστηκε με τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, στη συνέχεια εκθέτει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε ήδη από το 1930 για να παίζει Καραγκιόζη στις συνοικίες της Αθήνας, μετά λέει για το πώς τον προσέγγισε η σύζυγος του υπουργού Ζάννα (η Βιργινία Ζάννα, κόρη της Πηνελόπης Δέλτα) για να παίξει στο θέατρο Κεντρικό, τη γνωριμία του με τη συγγραφέα Έλλη Παπαδημητρίου και τέλος πώς έφτιαξε μια μικρή σκηνή Καραγκιόζη για το Θεατρικό Μουσείο.

Οπως γράφει ο επιμελητής του έργου, τα επεισόδια που διηγείται ο Σπαθάρης διαδραματίζονται το 1931-32, αλλά στο τελευταίο τμήμα του κειμένου κάνει μάλλον ένα άλμα στα 1938, αφού τότε ιδρύθηκε το Θεατρικό Μουσείο.

Δεν λέω περισσότερα, παραθέτω το κείμενο του Σπαθάρη. Στο τέλος εξηγώ μια λέξη.

Η ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΖΩΓΡΑΦΟ ΤΣΑΡΟΥΧΗ

spath1Όταν εγώ και το Τουρκάκι παίζαμε στην Κηφισιά, στη Μάνδρα του Παρδάλη και θεατρώνη μας είχαμε τον καραγκιοζο­παίχτη Ξάνθο, μόλις επαίξαμε καμιά εικοσαριά παραστάσεις, μια βραδιά που ’παιζα, ένα παλληκαράκι καλοντυμένο με περικάλεσε να τον αφήσω να μπει μες στη σκηνή, για να δει πώς παίζω. Όταν έφυγε, μου ’δωσε συγχαρητήρια για το καλό παίξιμο πού έκανα. Μ’ αυτός ό νέος μουσαφίρης μας ερχότανε κάθε βράδυ. Μια βραδιά μάς έφερε κι έναν ξένον καλλιτέχνη κι όταν ετελείωσε η παράσταση μου είπε: Κύριε Σπαθάρη, επειδή εμένα μού αρέσει πάρα πολύ το παίξιμό σου απ’ όλους τους άλλους καραγκιοζοπαίχτες που ‘χω δει, θέλω αύριο το πρωί να σε φωτογρα­φίσω μαζί με την σκηνή σου. Την άλλη μέρα η μηχανή του με φωτογράφισε και σε μια βδομάδα μου ’δωσε μια μεγάλη φωτογρα­φία που την έχω για ενθύμιο. Από τότες ερχότανε πότε μόνος του πότε με παρέα ταχτικά στο σπίτι μου, στην Κηφισιά, κι έβλεπε όλους τούς καραγκιόζηδες.

Μια μέρα μου λέει: Εγώ, κύριε Σπαθάρη, είμαι ο ζωγράφος Τσαρούχης και, επειδης βλέπω πως η τέχνη του καραγκιόζη είναι άξια προσοχής, γι’ αυτό σκέφτηκα, εάν θέλεις, να κάνουμε μαζί μια προπαγάδα, για να μάθει όλος ό κόσμος την τέχνη του ελληνικού καραγκιόζη. Εγώ, για να τον ξεφορτωθώ, του ’πα ναι, αλλά από μέσα μου είπα: Ε ρε τρέλα που την έχει ο Τσαρούχης. Μα το ναι το δικό μου αυτός το ’δεσε κόμπο στο μαντίλι του και μου κόλ­λησε σαν νηστικό τσιμπούρι κι όλη την ώρα στο σπίτι μου ήτανε. Πολλές φορές, πού ‘ρχόμουνα από την οικοδομή βουτηγμένος στη λάσπη, τον έβρισκα εκεί. Όταν μ’ έβλεπε έτσι και του ’δειχνα τα χέρια μου που τρέχανε αίματα με λυπότανε και έλεγε: Αμαρτία είναι εσύ, ένας τέτοιος καλ­λιτέχνης, να βασανίζεσαι έτσι. Πολλές φορές μου ’δωσε λεπτά όταν είχαμε ανέχεια, πολλά χρόνια φόραγα κουστούμια δικά του. Μια μέρα μου ’κανε έναν πίνακα ζωγραφικής, εμένα που κάθουμαι στην καρέκλα και, ενώ πιο πέρα είναι ο Χατζηαβάτης, Μπαρμπαγιώργος, Εβραίος, Νιόνιος και Μορφονιός και το Καραγκιοζόπουλο που σηκώνει την κάλτσα μου, εγώ ρωτάω τον Καραγκιόζη τι παράσταση θα παίξουμε το βράδυ. Αυ­τός ο πίνακας έχει πολύ στολίσει αυτό το παλιόσπιτο που κάθουμαι.

Ο Τσαρούχης από τότε έλεγε όπου βρισκότανε για τον καραγκιόζη. Στην αρχή κατάφερε την τότε υπουργού Ζάννα, που έκανε μια παράστα­ση στο θέατρο το Κεντρικό για κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό, να παίξω εγώ σ’ αυτή την παράσταση. με σύστησε με πολλούς πλούσιους που ’παιζα στα σπίτια τους και με την διευθύντρια της Ελληνικής Τέχνης Έλλη Παπαδημητρίου, με πρέσβηδες και πολλούς άλλους μεγάλους ανθρώπους. Τότες πολλοί φίλοι του καλλιτέχνη και όλοι οι πελάτες του λέγανε: Πάει ο Τσαρούχης, τρελάθηκε μ’ αυτόν τον παλιοκαραγκιόζη, γιατί αφ’ τον καιρό παρχίνησε να κάνει την προπαγάδα του καραγκιόζη δεν λέει τίποτα για τα έργα του, ούτε έχει πια μυαλό για να ζωγραφίσει, παρά κάθε τόσο, μαζί με τους καραγκιοζοπαίχτες, φορτώνεται στον ώμο του τα τσουμπλέκια του καραγκιόζη και τα πάει από σπίτι σε σπίτι. Αυτό είναι μόνο, ή από την κάθε παράσταση που κάνει ο καραγκιόζης τα κέρδη του είναι να ξοδεύει και τα λεφτά του; Μ’ αυτό θα το δούμε παρακάτω, τι ακριβώς πρόβλεπε αυτό το παιδιάστικο μυαλό αυτουνού του μεγάλου καλλιτέχνη.

Ό Τσαρούχης έφτασε στο πρώτο σύνορο της επιτυχίας του όταν τα κατάφερε να παίξω το 1947 μες στο Αγγλικό Ινστιτούτο, που τότες γινότανε η έκθεση του λαϊκού ζωγράφου Θεόφιλου. Η παράσταση πέτυ­χε τόσο που πήρα πολλά συγχαρητήρια από πολλούς μεγάλους ανθρώ­πους, Έλληνες και Άγγλους. Οι φημερίδες γράψανε, οι Άγγλοι μού δώσανε ένα πιστοποιητικό γιομάτο όλο δόξα, κι έτσι έγινε πολύ μεγά­λος ντόρος για την τέχνη του καραγκιόζη. Μ’ αυτός ο αχόρταγος Τσα­ρούχης δεν τον έφτασε αυτή η δόξα που πήρε ο καραγκιόζης, γι’ αυτό αμέσως κάνει έκθεση του καραγκιόζη μες στον Αγγλοελληνικό Σύνδε­σμο και δείχνει τα πραγματικά φώτα σ’ αυτούς τους ανθρώπους που ξέ­ρουνε πολλά γράμματα. Γι’ αυτό πρώτοι γράφουν σ’ όλες τις φημερίδες ο Παπανούτσος, Χατζηδάκης, Προκοπίου, Συναδινός κι ένα σωρό άλλοι.

ΤΑ ΒΑΜΜΕΝΑ ΝΥΧΙΑ ΠΟΥ ΞΕΣΚΙΖΟΥΝΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ

Αυτοί οι άνθρωποι που ’χουνε για πίστη τους τον παρά, σαν είδανε τη μεγάλη πρόοδο του ελληνικού καραγκιόζη και πως την τέχνη τη βαστάνε χέρια τής φτώχειας, εκάνανε ό,τι άτιμο μπορούσανε για να αφανίσουνε τον ελληνικό καραγκιόζη. Γι’ αυτό, μόλις σε καμιά συνοικία άνοιγε κανένας καραγκιόζης, όλοι μαζί στήνανε τις άτιμες παγίδες τους. Όλη τη φάρα τους τη σηκώνανε στο πόδι και με τούς λοστούς στα χέρια τρέχανε για το γκρέμισμα. Πρώτος απ’ όλα ο παστρικοφορεμένος Τουρισμός. Ακουστέ, κύριοι, τί θέλει ο Τουρισμός για να παίξει ο καραγκιόζης: αυτή η μάντρα θα γίνει όλο αμμο­κονίαση —πριν πάει ο καραγκιόζης ήτανε γιομάτη τηγανίτες, αποφτές που κάνουνε οί άνθρωποι όταν έχουνε ανάγκη—, δύο πόρτες, είσοδο και έξοδο, δυο αποχωρητήρια, οι πάγκοι θα γίνουνε καρέκλες, αλλιώς θα κλείσει ο καραγκιόζης.

Ο φόρος δημοσίων θεαμάτων: Τον καραγκιόζη θα τον παρακολουθή­σει τρεις βραδιές ο επόπτης και θα πληρώνει κατ’ αποκοπή, γιατί δεν πε­ρισσεύει υπάλληλος για κει, επειδής ο καραγκιόζης ήτανε καινούργιος στη γειτονιά και δούλευε καλά τις πρώτες μέρες, γιατί την πάθαινε κι αυτός ο κακομοίρης σαν το καινούργιο κοσκινάκι μου και πού να σε κρε­μάσω. Του διευθυντή του φόρου αφού του πατάγανε το τέλι αυτοί που θέλανε να κάνουνε ή είχανε κινηματογράφο στη γειτονιά, αυτός εδιέταζε: ο καραγκιόζης θα πληρώνει τόσο κάθε βράδυ. —Μα δεν βγαίνει, κύ­ριε διευθυντά, γιατί τόσα που μάς βάζεις να πληρώσουμε δεν τα πιάνουμε όλα όλα. Διευθυντής: Κλείσ’το. —Μά… —Κλείσ’το. —Αφού… —Κλείσ’το είπααα. Ύστερα, αφού ο καραγκιόζης έκανε ταμείο, έλεγε σέ μία πα­ρέα: τα εισιτήριά σας; — Του υπουργείου. Η άλλη παρέα δεν έπαιρνε κου­βέντα, γιατί ήτανε η οικογένεια του αστυνόμου. Εσείς; —Γυναίκα του

νωματάρχη. —Εσείς; — Μου είπε να ’ρθω ο Βασιλακάκης, ο χωροφύλα­κας, αυτός που έχει τα εντάλματα. —Εσείς; —Φιλενάδα αυτηνής που ’χει το οικόπεδο. —Αυτή η οικογένεια; —Καλέ, μη φωνάζετε έτσι, είμαστε ’μείς που δίνουμε φως στον καραγκιόζη. —Εσείς; — Του κυρίου έφορα, και βάλε και βάλε. Κι έτσι οι εξήντα καρέκλες που ’χε όλες όλες ο καραγκιόζης εγεμίζανε από τζαμπατζήδες και μένανε οι πάγκοι.

Ύστερα αρχινάγανε οι γυναίκες της φάρας: Καλέ, πόσο ασκήμισε η γειτονιά μας μ’ αυτό τον παλιοκαραγκιόζη. Άλλη: Καλέ, κοιμάται αυτός ο Τουρισμός και δεν τον κλείνει τον παλιοκαραγκιόζη; Αλλά δε φταίει άλλος παρά η κυρία Αλεξάνδρα, που του ’δωσε το φως. Αμ’ η κυρά Αγλαΐα, που τούς νοίκιασε τη μάνδρα; Για να δούμε… —Εισιτήριο, κυρία; —Αχ, ας γε­λάσω λιγάκι που θα πληρώσω εισιτήριο για νακούσω τις παλιοσαχλαμάρες του καραγκιόζη. —Καλέ Καλλιόπη, η τελευταία του μέρα είναι του καρα­γκιόζη που σαχλαμαρίζει στη γειτονιά μας, γιατί εχτές ο αστυνόμος είπε του Περικλή πως αύριο θα τον κλείσει τον καραγκιόζη.

Ό φτωχός επιχειρηματίας πού να μιλήσει τής κυρίας Κλεάνθης, που ’ναι του τάδε. Και εάν ο καραγκιόζης αντέχει στην ψευτοδουλειά που κάνει, ένα πρωί τον κλείνει ένας κινηματογράφος που κάνει παρα­πέρα η φάρα, ή ένα ένταλμα που του ’ρχεται από την Εφορία Δημοσίων Θεαμάτων. Ο παγκόσμιος Τύπος γράφει κάθε τόσο για τη μεγάλη αξία της τέχνης του ελληνικού καραγκιόζη, κάθε τόσο οι ξένοι που ’ρχονται εδώ για να δούνε τις Ελληνικές Τέχνες πάνε στις πιο φτωχές συνοικίες και ψάχνουνε για να βρούνε κανένα καραγκιοζοπαίκτη για να τους πει και να φωτιστούνε απάνω στην τέχνη του ελληνικού καραγκιόζη, αλλά τη φάρα τίποτα δεν τη συγκινεί για να αφήσει απ’ τα χέρια της το λοστό τής εξοντώσεως. Γι’ αυτό πολλοί καραγκιοζοπαίχται, που δεν μπο­ρούνε να ζήσουνε με δίχως τον καραγκιόζη, το χειμώνα αναγκάζονται να δουλεύουνε εργάτες, ίσως μπορέσουνε να επισκευάσουνε τα εργαλεία τους η να τα αντικαταστήσουνε. Ένας αποφτούς ήμουνα κι έγώ.

Ένα χειμώνα, που έκανε πολύ κρύο και ο Θεός χάλαγε τον κόσμο απ’ τον αέρα και βροχή, εγώ εδούλευα εργάτης στα υπόγεια του ξενοδοχείου του Απέργη, στην Κηφισιά. Για μια στιγμή ακούω να με φωνάζουνε απ’ όλες τις μεριές του υπόγειου. Δεν άκουγες τίποτα άλλο παρά: Ρε Σπαθάρη, έβγα απ’ το υπόγειο γιατί σε ζητάει ένα αυτοκίνητο. Τι είχε γίνει; Η κυρία Ζάννα, του τότε υπουργού, αφού με ζήτησε σέ όλα τα καφενεία της Κηφισιάς, έμαθε πως δουλεύω στου Απέργη, γι’ αυτό με ζήτησε στους Απέργηδες. Κατά διαταγή Μήτσου του Απέργη εφωνάζανε όλοι μαζί οι εργάτες. Εγώ, άμα είδα το αυτοκίνητο και ήμουνα βουτηγμένος στη λάσπη, έκανα κάθε τρόπο για να κρυφτώ, αλλά οι άγριες φωνές του Απέργη με εβγάλανε άναυλα από το υπόγειο κι αφού πια με είδε η κυρία Ζάννα και πήγαινα κατά το αυτοκίνητο, τότε ο Απέργης εφώναξε κορο­ϊδευτικά: Άιντε, κύριε θιασάρχα, κουνήσου λιγάκιιι!

Μου λέει η υπουργίνα: Εσύ είσαι ο Σπαθάρης, γιά ο βοηθός του; Εγώ, αφού άλλαξα χρώμα, της λέω: Εγώ ο ίδιος. Αυτή με κοίταζε απάνω μέ­χρι κάτω, γιατί και στα μούτρα μου είχα λάσπες. Να, γιατί μου ’πανε, καημένε, πως είσαι ένας καλός καλλιτέχνης στην τέχνη του καραγκιόζη και αύριο δίνω μια παράσταση εις το θέατρο Κεντρικό για φιλανθρωπικό σκοπό και εις την παράσταση έχω κι ένα νούμερο καραγκιόζη (πρώτα ξεροκατά­πιε), να, ήθελα να παίξεις εσύ, αφού λες πώς έσύ είσαι ο Σπαθάρης. Αλλά (αφού τήραξε τα χάλια μου) μπορείς εσύ ν’ αναλάβεις μια τέτοια δουλειά; Γιατί θα ’ναι καλός κόσμος. Έγώ ήθελα να πάρω το Μόλλα, αλλά μου ’πανε για σένανε. —Κυρία, αφού είναι αύριο η παράσταση πάρτε το Μόλλα, γιατί εγώ δεν μπορώ να ’ρθω, γιατί αύριο έχω δικαστήριο στο Μενίδι, επειδής κυ­νήγαγα με δίχως άδεια. Και αφού ετοιμάζουμαι να φύγω μου λέει: Στάσου. Εάν εγώ αναλάβω αυτή τη μικρή δουλειά τής δίκης, έρχεσαι; —Άμα με απαλλάξετε απ’ το δικαστήριο ναι, δεν με απαλλάξετε όχι. —Ανδρέα, λέει στο σωφέρ, ξέρεις πού κάθεται ο Σπαθάρης; —Ναι, Υμηττού 46. —Λοι­πόν, Σπαθάρη, το εάν θα παίξεις ή όχι θα έρθει το βράδυ ο Ανδρέας να σ’το πει στο σπίτι σου. Σύμφωνοι, Σπαθάρη; —Ναι, κυρία.

Αφού το αυτοκίνητο έφυγε της υπουργίνας, τότες ο Απέργης και το προσωπικό του κάνανε ανάπαυση. Ο Απέργης, αφού κούναγε το κεφάλι του, μου’ λεγε: Ρε Σπαθάρη, καλλιτέχνης είσαι συ γιά βάσανο; Έτσι μιλάνε της κυρίας υπουργού; Ακούς, «αν θέλεις έτσι έρχουμαι, αλλιώς πάρε το Μόλλα». Εγώ, ρε Σπαθάρη, άμα ’ρθούνε εδώ και ζητάνε τον καλλιτέχνη Σπαθάρη θα τους λέω έγώ: «Εδώ δουλεύει ο λασπιτζής Σπαθάρης και όχι ο καλλιτέ­χνης». —Άφοϋ, κυρ Μήτσο, το λέει ότ’ είμαι καλλιτέχνης ο παγκόσμιος Τύ­πος και το Ελληνικό Μουσείο, είναι ανάγκη να το πεις κι εσύ, που μόνο βλέ­πεις πότε θα γίνει πιο ψηλό το ξενοδοχείο σου; Αυτός δεν το κατάλαβε τί του ’πα και μου λέει: Πάμε τώρα να πιούμε το καφεδάκι μας, παλιοκερατά, που με τούς καραγκιόζηδες κοροϊδεύεις τον κόσμο.

Το βράδυ, ώρα δέκα, ο σωφέρ μού λέει: Σπαθάρη, η κυρία μού είπε θα παίξεις αύριο. Το πρωί θα πας εις το θέατρο Κεντρικόν και θα πεις πώς είσαι ο καραγκιοζοπαίκτης της Ζάννας. Ώρα 9 το πρωί στο θέατρο Κεντρικό εγώ, ο βοηθός μου και ο μηχανικός του θεάτρου ετοιμάσαμε τη σκηνή του καραγκιόζη. Ο μηχανικός μου δείχνει ένα πολύφωτο που κρεμότα­νε στο ταβάνι. Σου κάνει αυτό; —Ναι —Θα μπει σε δυο καρέκλες απάνω, έτοιμα τα φώτα του καραγκιόζη. Κι αφού με τα σκοινιά τράβηξε απάνω τον καραγκιόζη για να μην αμποδίζει τα σαλόνια, γιατί πρώτα θα ’παί­ζε θέατρο και τελευταία ο καραγκιόζης, αφού πήγαμε για φαΐ με το βο­ηθό μου, το βραδάκι πάμε στο θέατρο. Επειδής ο μηχανικός μάς είπε πως εμείς θα παίξουμε την 7η πράξη και μόλις ανοίξει η αυλαία ο καρα­γκιόζης πρέπει ν’ αρχίσει, γι’ αυτό, αφού ετοιμάσαμε τους καραγκιόζη­δες, πήγαμε στην πλατεία.

Το θέατρο γιόμισε όλο από καλό κόσμο, που τους φέρνανε τα αυτοκίνητα. Σε λίγο το θέατρο άρχισε και την παράσταση την επαίζανε παι­διά. Ο βοηθός μου μου λέει: Τήραξε τι ωραία πράγματα που παίζουνε. Τί θα πούμε εμείς με τον παλιοκαραγκιόζη; Κι εγώ, γιομάτος απογοήτευση, του λέω: Δε βαριέσαι, πάμε για να πάρουμε τα δύο χιλιάρικα, να κάνουμε αύριο πασχαλιά, και έννοιες που έχεις… Το έκτο νούμερο μας απέλπισε και τούς δύο, γιατί έπαιζε τόσο καλά που ήτανε τρέλα: είκοσι παιδάκια παί­ζανε βιολί τόσο ωραία, ενόμιζες πως τα δοξάρια τους ήτανε μηχανή. Όσο ζύγωνε η ώρα για να παίξουμε, αρχίναγε να μας πιάνει τρεμούλα. Μόλις πάμε μέσα στη σκηνή η αυλαία κλείνει. Ο καραγκιόζης γίνεται αμέσως. Αυτό το πολύφωτο που ’βαλε ο μηχανικός στη μέση είχε ένα μεγάλο χωνί που μας εμπόδιζε στο παίξιμο. Λέω στο μηχανικό να βά­λει άλλο. Ο θεατρώνης με θυμό λέει: Καλό είναι. Εδώ έχει παίξει κοτζάμ Μόλλας και ήρθατε κι εσείς να μάς κάνετε τον καραγκιόζη. Εγώ ταράχτη­κα αλλά ο βοηθός μου μου λέει: Δεν πειράζει, εμπρός, τη δουλειά μας. Η αυλαία άνοιξε. Εγώ κτυπάω μ’ όλα μου τα νεύρα σ’ ένα τραπεζάκι τον Καραγκιόζη και λέω στο βοηθό μου: Πάμε, δηλαδή αρχίζουμε, αφού από μέσα μου έλεγα: Παλιάνθρωπε, παλιοξουρισμένε.

Αφού βγάζουμε στο πανί τον Καραγκιόζη με τα παιδιά του, μέχρι μισή ώρα οι θεαταί όλο χειροκροτάνε το κάθε καλαμπούρι μου και κάθε τόσο σκάνε τα γέλια των θεατών. Αφού ο θεατρώνης γλέπει τις μεγά­λες επιτυχίες μου, σιγά σιγά έρχεται κοντά μας και λέει στο αυτί του βοηθού μου: Ποιος καραγκιοζοπαίχτης είναι αυτός; Ο βοηθός μου του λέει: Ο Σπαθάρης, αυτός που ανέβασε στη σκηνή του καραγκιόζη το δρά­μα του Αθανασόπουλου. —Πες του για το τί του είπα του ζητάω συγνώμη, ο πταίχτης γι’ αυτό είναι τα παλιόρουχα που φοράει. Τον περικαλώ, εάν θέ­λει, να ρεκλαμάρει ότι την Πέμπτη θα γίνει στο θέατρο μεγάλος παιδικός χο­ρός. Όταν μου το ’πε ο βοηθός μου, εγώ του λέω: Πες τον, ό,τι θέλει για να πω, να τα γράψει με μεγάλα γράμματα, γιατί είμαι αγράμματος. Αφού οι θεαταί μου με αποθέωναν, ρεκλαμάρω και το χορό. Ο Καραγκιόζης λέει πως η παράσταση έλαβε τέλος και καληνυχτεί. Το θέατρο σείνεται από τα χειροκροτήματα.

Αφού μαζεύαμε τα εργαλεία μας, έρχεται η Επιτροπή, μου δίνει συγχαρητήρια, μου λέει να υπογράψω ότι έλαβα 2.000 δραχμές, πάλι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα η υπουργίνα. Θεατρώνης και προσω­πικό κάθονται προσοχή. Αφού μου σφίγγει το χέρι, μου λέει, Μπράβο, Σπαθάρη, με ικανοποίησες, είσαι μεγάλος καλλιτέχνης. Το καλύτερο νούμε­ρο ήτανε το δικό σου. Να, πάρε κι ένα χιλιάρικο να πιεις ένα καφέ στην υγειά μου, και φεύγει. Τότες έρχεται ο Τσαρούχης μ’ ένα κορίτσι και μου λέει: Αποδώ είναι η δεσποινίς Έλλη Παπαδημητρίου, διευθύντρια τής Ελληνικής Τέχνης. Άμα γνωριστήκαμε και η Έλλη μου ’λεγε να πάμε στο σπίτι της κι εγώ δεν ήθελα, λέει του σωφέρ: Σταμάτη, πάρε τη βαλίτσα του κυ­ρίου. Τότες, θέλοντας και μη, πήγαινα εγώ και το Τουρκάκι κοντά τους.

Πήγαμε οδός Αμαλίας άριθ. 2. Μόλις μπαίνουμε μέσα, ο θυρωρός που ’παίρνε τα καπέλα και τα παλτά πήρε κι εμάς τις τραγιάσκες μας. Όταν μπήκα στη σάλα γλιστράω, κι αν δε μ’ έπιανε το Τουρκάκι θα ’πεφτα χάμω. Όταν κάτσαμε στο τραπέζι και η Έλλη κτυπάει το κου­δούνι, έρχεται ο υπερέτης. Λέει η Έλλη: Γραμμένε, από ’να κουτί τσιγά­ρα κι από έναν καφέ. Το δικό μου έγινε τσάι. Εδώ, κύριε Σπαθάρη, είναι οι Ελληνικές Τέχνες κι όλοι οι ξένοι που ’ρχοντ’ εδώ λένε πως θα πάνε στην Τουρκία για να δούνε τον τουρκικό καραγκιόζη. Θα ’θελα κι εγώ σε μία σάλα, αφού φιάξουμε την σκηνή του καραγκιόζη, να παίζαμε για να τούς δείχνα­με κι εμείς τον ελληνικό καραγκιόζη. Εσύ θα παίρνεις 1.000 δραχμές την παράσταση. Δέχεσαι; —Ναι. —Άμα είναι να φιάξουμε τη σκηνή θα σου τηλεφωνήσω να ’ρθεις, να δείξεις του μαραγκού πώς να την φιάξει. Μας χά­ρισε από ’να βιβλίο που ’δείχνε τις Ελληνικές Τέχνες, μας πήρε ο σωφέρ και μας έφερε στα κηφισιώτικα αυτοκίνητα, στην πλατεία Κάνιγγος.

Σε λίγες μέρες μού τηλεφωνήσανε και φιάξαμε την σκηνή και παί­ξαμε σέ δύο ξένους, που τούς συνοδεύανε πολλοί δικοί μας. Μετά την παράσταση μού δώσανε τα λεφτά στο φάκελο. Εγώ έπαιζα κάθε τόσο. Μια μέρα εθεάτρισα δυο λόρδους, γυναίκα κι άνδρα, και πολλούς δικούς μας. Μετά την παράσταση μου ’πανε πως οι ξένοι θέλουνε να μας κεράσουνε ένα καφέ. Όταν εγώ με το ζόρι είπα ναι, ο καφές έγινε μπύ­ρα, υστέρα κρασί, μάλιστα σε μια παμπάλαια ταβέρνα, για να τους δεί­ξουμε την παλιά Αθήνα. Γι’ αυτό ο οργανοπαίχτης μου, το κλαρίνο, ο Παντελής ο Κουλουριτζής, που ’τανε κρασοπατέρας και τις ήξερε όλες τις ταβέρνες, μας πήγε στην Πλάκα, στην ταβέρνα Μουριά. Όλη η παρέα ήμαστε 8, δύο οι ξένοι, δύο οι οργανοπαίχτες, εγώ και το Τουρκάκι, ο Τσαρούχης και η Έλλη. Σέ λίγο που το γλέντι άναψε κι ήρθαμε όλοι στο κέφι και η ξένη μου ’βαζε στο στόμα μεζέδες, εγώ όταν μέθυσα πή­γαινα όλο και πιο κοντά της. Ο βοηθός μου το Τουρκάκι μου λέει κρυ­φά: Φεύγα, τί θέλεις απ’ αυτήνε; Δεν ντρέπεσαι; —Να, μωρέ, Γιώργο, θέλω να της πω να με πάρει μαζί της για δούλο, για ν’ αφήσω γεια στη φτώχεια. Όταν το Τουρκάκι τραγούδησε πολλά τραγούδια ελληνικά και κλέφτι­κα, στο τέλος ο Τσαρούχης και η Έλλη χορέψανε ζεμπέκικο με τα ποτήρια στα χέρια, επίτηδες, για να δούνε οι ξένοι πώς χορεύουνε οι δικοί μας οι μάγκες. Το γκαρσόνι πήρε πολλά λεπτά μπορμποάρ. Σκεφτείτε το τί γλέντι έγινε, αφού τα ξημερώματα το διαλύσαμε.

Άλλη μια φορά θεάτρισα δύο ξένους και πολλούς ανθρώπους των γραμμάτων. Όταν τελείωσα την παράσταση, μου ’πανε πως με θέλει ένας καθηγητής. Όταν πήγα εκεί, μου ’πε: Σπαθάρη, αυτά που παίζεις τα ’χεις γραμμένα; Του λέω: Όχι, καθηγητά μου. —Σπαθάρη, δεν είναι δυνατόν να παίζεις δύο ώρες με δίχως υποβολείο. —Είναι δυνατόν, καθηγητά μου, γιατί ενώ δεν ξέρω γράμματα τί να διαβάσω; —Μπράβο, Σπαθάρη, είσαι μεγάλος καλλιτέχνης. —Ναι, καθηγητά μου, αλλά ξυπόλυτος, και του δείχνω τις τρύπιες σόλες μου. Ο καθηγητής λέει φουρκισμένα: Αισχρά κοι­νωνία, ενώ όλοι οι άλλοι τον ακούγανε. Δε μου λες, Σπαθάρη, είναι κι άλ­λοι καραγκιοζοπαίχτες που παίζουνε; —Ναι, καθηγητά μου. —Και ποιόν εσύ αποφτούς λες πως παίζει σαν κι εσένα; —Καθηγητά μου, σαν κι εμένα κι ακόμα καλύτερα λέω πως παίζει κάποιος Μανωλόπουλος. Τότες ένας από την παρέα που μας είχανε τριγυρίσει εμένα και τον καθηγητή μού λέει: Εμείς, κύριε Σπαθάρη, τον Μανωλόπουλο τον ακούσαμε και δεν παίζει καλύτερα από σένα. Γιατί λέτε ψέματα; —Γιατί κι εγώ τον Μανωλόπουλο τον έχω ακούσει, τον εαυτό μου όχι. Τότες ο καθηγητής, αφού με κτύπησε στον ώμο, μου λέει δυνατά και ευχαριστημένα: Εύγε σου, μεγάλε Σπαθά­ρη. Ύστερα που το θέατρό μου πήγε στο Μουσείο Θεαμάτων, [έμαθα] πώς αυτός ο καθηγητής ήτανε ο Σβώλος.

Την άλλη μέρα ο Τσαρούχης με πήγε στο σπίτι του Συναδινού, του συγγραφέα, που ’τανε πρόεδρος του Μουσείου Θεαμάτων και μου είπε ο Συναδινός: Σπαθάρη, επειδής εμείς μες στο μουσείο μας έχουμε μικρές σκηνές απ’ όλα τα θεάματα, θέλουμε να βάλουμε και τον καραγκιόζη και να γράφει απάνω το όνομά σου, γιατί εχτές το βράδυ σε είδα να παίζεις και είσαι μεγάλος καλλιτέχνης. Και για να γίνει καλό αυτό το θέατρο του καραγκιόζη, πρέπει να το φιάξουνε τα χέρια σου. Πόσα λεπτά χρειάζεσαι, πες μου να σ’τα δώσω. Εγώ εδέχτηκα με οκτώ κατοστάρικα. Αφού εψώνισα αυτά που ’θελα, έκανα λογαριασμό πωώς θα το φιάξω και δούλεψα δύο βδομάδες.

Ο καραγκιόζης ήτανε έτοιμος, με δύο μπερντέδες. Ο ένας μπερντές έχει το φίδι ενώ βγαίνει απ’ τη σπηλιά του και ο Μέγας Αλέξανδρος το κτυπάει με το κοντάρι και ο Καραγκιόζης με το καταβρεχτήρι. Ο άλλος, ενώ ο Καραγκιόζης είναι ντυ­μένος πασάς και ξαπλωμένος στο θρόνο, ο Πασάς, η Πασοπούλα, ο υπασπιστής τού Πασά Ταχήρ και ο Βεληγκέκας τον χαιρετάνε. Όταν ανάψουνε τα λεκτρικά φώτα, φωτίζεται μόνο ο ένας μπερντές, γιατί ο άλλος κρύβεται κάτω, στην ποδιά της σκηνής. Όταν ανεβάσουμε τον άλλο, κρύβεται ο πρώτος, γιατί είναι δεμένοι με δύο σχοινάκια που μπαλατζάρουνε σε δύο καρούλια.

Απάνω το «αέριο» γράφει: Θέατρον Σκιών Σ. Σπαθάρη. Έχει ύψος 70 πόντους, μάκρος 110 και φάρδος 30 πόντους. Στην πόρτα τής σκηνής που ’ναι στο ένα πλαϊνό μέρος γράφει: Απαγορεύεται η είσοδος. Στο άλλο: Εδώ παίζει ο Σπαθάρης. Στην ποδιά είναι ζωγραφισμένος ο Κατσαντώνης που ορκίζει τα παλληκάρια του στο βουνό. Από την Κηφισιά για να την πάω στο Μουσείο με πήγε ένας φίλος μου με το φορτηγό αυτοκίνητό του, γιατί δε μ’ αφήνανε στη συγκοινωνία. Όταν το έβαλα στη θέση του, στο Μουσείο, όλοι μου ’πανε: Μπράβο, Σπαθάρη, για το έργο που ’φιαξες.

Σημείωση: Το «αέριο» είναι η φαρδιά οριζόντια λωρίδα πάνω από την οθόνη της σκηνής του καραγκιόζη, όπου γραφόταν το όνομα του καραγκιοζοπαίχτη ή ο τίτλος του θεάτρου του.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *