cf83cf84cebfcf85cf82 cf83cebacebfcebdceb9cf83cebcceadcebdcebfcf85cf82 ceb4cf81cf8ccebccebfcf85cf82 cf84ceb7cf82 cebbceafcebbceb9

Δημήτρης Παπακωνσταντίνου, Δρόμοι στη σκόνη, Κουκκίδα, Αθήνα 2021.

Ποιος θα ’ναι –αλήθεια- αύριο ο δρόμος σου;
Πες μου· και ας είμαι από άλλο παραμύθι.
(ΘΙΑΣΟΙ)

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στην ποιητική του συλλογή Δρόμοι στη σκόνη (Κουκκίδα 2021) τραγουδά τον ανθρώπινο πόνο. Κοινωνικοί και φιλοσοφικοί στίχοι, με μετασυμβολικά και νεορομαντικά στοιχεία, που εγκολπώνουν τον καημό του ανθρώπου για τον θρυμματισμό των αιώνιων αξιών. Πρόκειται για μετασυμβολισμό και νεορομαντισμό χαμηλών τόνων, που καταφεύγει στη μνήμη και την ομορφιά για να κατευνάσει την κόπωση και τη μελαγχολία που δημιουργούν οι αλλεπάλληλες ματαιώσεις και απογοητεύσεις. Η ποίηση, το καταφύγιο που φθονούμε, όπως το είπε ο Καρυωτάκης, ο σημαντικότερος ποιητής του μεσοπολέμου, ο οποίος εξέφρασε και την έννοια του Spleen, τη γενικότερη αίσθηση του ανικανοποίητου και του αδιεξόδου.

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου βρίσκει τόνους αβρούς για να τραγουδήσει τη φθορά. Με εικόνες συγκεκριμένες και σύνταξη σαφή, με στίχους μοντέρνας τεχνοτροπίας, αλλά τόνους ιαμβικούς, διαμορφώνει μια λυρική, ενίοτε δηκτική ποίηση, που κραυγάζει απόγνωση και συγκροτείται γύρω από το όραμα μιας κοινωνίας χωρίς αντιθέσεις και ανέχεια, αποτελούμενης από ισότιμα μέλη. Ο λόγος καταπιάνεται με σύγχρονες, αλλά και διαχρονικές παθογένειες, ενώ τα νοήματα αισθητοποιούνται με τον τρόπο του συμβολισμού, μέσα από αντικείμενα και περιγραφές της φύσης.

Με φόντο τον κάμπο της Λάρισας, τα χωριά, τις θημωνιές, τον Πηνειό, με φόντο το εξωτερικό περιβάλλον, τις βατομουριές, τους φιδογυριστούς δρόμους, τις πέτρινες μάντρες, αλλά και τον αστικό ιστό, ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στη συλλογή Δρόμοι στη σκόνη μιλά για την αποξένωση και τον χρόνο που περνά. Αναφέρεται στα προσωπεία, τη στυφή και πικρή γεύση της μοναξιάς. Στους σκονισμένους δρόμους των πόλεων και των χωριών, συναντά ανθρώπους εξωστρεφείς, που δεν κοπίασαν, που τους χαρίστηκαν τα αγαθά στη ζωή. Συναντά ανθρώπινα τραύματα και παρατηρεί τη ζωή που χάνεται. Εκλιπαρεί για ζωογόνο ύδωρ, λίγη βροχή που με το ιαματικό νεράκι της θα ξεπλύνει την κακία και την ανέχεια, τις μάσκες και τα προσωπεία.

Η ζωή παρουσιάζεται σαν θέατρο, όπως στον ποιητή Λάμπρο Πορφύρα· εμείς ο θίασος. Ένα τσίρκο· εμείς οι κλόουν. Χωρατά και ρηχότητα. Πίσω όμως από τις μουσικές και τους χορούς, τα γέλια και τη χρυσόσκονη, παραμονεύει η υπαρξιακή μοναξιά και η θνητότητα. Κρύβουμε τα αληθινά μας πρόσωπα, συμβιβαζόμαστε, αλλά για να αντέξουμε, καταφεύγουμε στη ανάμνηση της παιδικής ηλικίας, που με το σφρίγος, τα όνειρα, τον έρωτα, την αθωότητα, παρέχει για λίγο τη γαλήνη. Οι παλιές και ξεχασμένες χαρές μάς μεταφέρουν στην ομορφιά και το άχρονο, που επιθυμούμε.

ΘΙΑΣΟΙ

Ποιος τάχα θα ’ναι αύριο ο δρόμος σου
ποια μάσκα θα φοράς, πώς θα σε λένε
θίασοι γύρω πάνε κι έρχονται αλλόκοτοι
με τις ολόλαμπρες στολές οι θεατρίνοι
-πώς ψευτοκλαίνε δες και πώς χειρονομούν-

σ’ άδεια σκηνή, δίχως κοινό, για πάντα μόνοι.

Γελούν και σέρνονται με χάχανα στα γόνατα
κι έπειτα κράζουν τους Θεούς τους και τη Μοίρα
με ουρλιαχτά ολονυχτίς με τόσα δάκρυα
μ’ ιδρώτα κι αίμα στα μαλλιά τους και στα χέρια.
Κι έπειτα πάλι ηρεμούν σιωπούν και χάνονται.
Τι να ’ναι απ’ όλα αληθινό κανείς δεν ξέρει.

Ποιος θα ’ναι –αλήθεια- αύριο ο δρόμος σου;
Πες μου· και ας είμαι από άλλο παραμύθι. (σελ. 28)

Το ποιητικό υποκείμενο καταδικάζει την ανέχεια και την απουσία ανθρωπιάς, τους επαγγελματίες πολιτικούς με την ψεύτικη ρητορεία, τους εχθρούς-λύκους που καραδοκούν με το μαχαίρι, την ανισότητα, την αστεγία, τη μετανάστευση. Προσδοκώντας το καλύτερο, επισημαίνει την προσωπική ευθύνη και την ανάγκη κινητοποίησης, ενώ κάνει έκκληση για τη χαμένη καλοσύνη και αγάπη.

ΑΝΑΚΩΧΗ ΙΙ

Να σ’ αγαπήσω αδελφέ μου ανυπόκριτα
με τη ζωή μου να στηρίξω τη ζωή σου
κι ας μη σε ξέρω, μα κι εσύ να γίνεις διάφανος
σαν το κρυστάλλινο νερό και σαν καθρέφτης
να βλέπω πάντοτε τα μάτια μου στα μάτια σου
να βλέπω πάντα τη σκιά σου στη σκιά μου
μήπως μπορέσουμε κι οι δυο μας να ριζώσουμε
σ’ αυτό το χώμα διπλανά χλωρά πλατάνια.

Για όλους φτάνει το νερό κι ο ήλιος πάντοτε
για όλους βγαίνει απ’ τα βουνά, μα να θυμάσαι:

Δυο μόνο ανάσες η ζωή κι έπειτα φεύγουμε
δυο μόνο ανάσες κι η αγάπη μόνο μένει. (σελ. 43)

Επισημαίνει τη σιωπή και τη μοναξιά πίσω από τις οθόνες του πληκτρολογίου και τα κοινωνικά δίκτυα, αλλά και την εφήμερη χαρά της χρηματοθηρίας που κατάντησε ασθένεια της εποχής.

ΑΠΟ ΧΑΡΤΙ

Τι κρίμα να ’ναι η χαρά σου από χαρτί
να που τη σκόρπισε μεμιάς κρύος ιδρώτας
και με τα χέρια αδειανά κι έρημα απόμεινες
να την κοιτάς να στροβιλίζεται στη σκόνη.

Τι κρίμα να ’ναι η ευτυχία σου ευάλωτη
μικρά χαρτάκια που φωτιά έχουνε πάρει
κι άντε στις φλόγες τους να βρεις παρηγοριά
κι άντε στη στάχτη τους να βρεις ξανά ελπίδα.

Τι κρίμα να ’ναι η ζωή σου μόνο χρήματα
και να ’σαι μέσα σου φτωχός, όσα κι αν έχεις. (σελ. 54)

Ο Δημήτρης Παπακωνσταντίνου στη συλλογή Δρόμοι στη σκόνη παρουσιάζει αφομοιωμένες επιδράσεις από τον Καβάφη και τον Βάρναλη, την ποίηση του μεσοπολέμου και τους κλασικούς. Οι στίχοι του, σκωπτικοί, τρυφεροί, ενίοτε αυτοαναφορικοί, αφηγηματικοί, είναι γεμάτοι ανθρωπιά και ιδεαλισμό, ενώ εκφράζουν αγωνία για το μέλλον.

ΧΟΡΟΣ

Το επόμενο ποίημα θα το γράψουμε στον δρόμο
πάνω σε μια τσαλακωμένη μας προκήρυξη
πάνω στη σκόνη των μαρμάρων με το δάχτυλο
σαν πέσουμε γονατιστοί στον Άγνωστο Στρατιώτη
και γύρω μας τουρίστες με φωνές
πολύχρωμο κοπάδι θα κοιτάζουν
που σαν χορός αρχαίου δράματος θα υψώνουμε
με οιμωγές τα χέρια στον αέρα

μήπως βρεθεί θεός κανείς να σπλαχνιστεί
μήπως βρεθεί θεός κανείς να συγχωρήσει
που αφήσαμε στους ξένους την πατρίδα μας
μες στα κουρέλια χρόνια τώρα ντροπιασμένη. (σελ. 66)

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Zωγραφική: Valve Janov. Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

tmp777665369

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *