cf83cf84ceb9cf82 cf83cf84ceaccf87cf84ceb5cf82

Οι πρωτοφανείς πυρκαγιές φαίνεται πια να έχουν υποχωρήσει, αφού βέβαια πρώτα κατέκαψαν όλη σχεδόν τη βόρεια Εύβοια και τόσες άλλες περιοχές στην Αττική κυρίως και στην Πελοπόννησο. Ο πρωθυπουργός στο προχτεσινό διάγγελμά του ζήτησε συγγνώμη «για τις όποιες αδυναμίες» (που σημαίνει ότι μπορεί και να μην υπήρξαν αδυναμίες), οι πυρόπληκτοι μαζεύουν τα κομμάτια τους και θα προσπαθήσουν να ξαναχτίσουν τις καμένες ζωές τους, ήρθε η ώρα των απολογισμών και της άντλησης διδαγμάτων.

Αυτό βέβαια είναι μια κουβέντα. Και αν θα γίνει εδώ, θα γίνει στα σχόλιά σας. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε σήμερα θα λεξιλογήσουμε με τη λέξη του τίτλου, τη στάχτη, που κυριαρχεί στα καμένα, εκεί όπου σπίτια, δέντρα, ζώα, όνειρα, κόποι, σχέδια, έχουν όλα γίνει στάχτη.

kamena 4

Στάχτη, και να την πιάσουμε από την αρχή.

Η σημερινή λέξη προέρχεται από το μεσαιωνικό «στάκτη», το οποίο με τη σειρά του προέρχεται από το ελληνιστικό «στακτή κονία», που ήταν το σταχτόνερο, η αλισίβα, άρα από το επίθετο «στακτός» και από το ρήμα στάζω. (Η αρχαία λέξη για τη στάχτη είναι τέφρα, που επίσης έχει επιβιώσει στη σημερινή γλώσσα -ίσως αξίζει ειδικό άρθρο).

Στα κείμενα του Γαληνού και των άλλων μεγάλων Ελλήνων γιατρών της ελληνιστικής εποχής και της ύστερης αρχαιότητας υπάρχουν πολλές αναφορές στη «στακτή κονία», σε διάφορα γιατροσόφια και συνταγές, π.χ. «τῶν μὲν οὖν ὑγρῶν ἡ στακτὴ καλουμένη κονία τοιαύτην ἔχει δύναμιν».

Όπως συχνά συμβαίνει, κι όπως το νεαρόν ύδωρ έγινε νηρόν και νερό ή το κινητό τηλέφωνο έγινε κινητό, έτσι και στη στακτή κονία το ουσιαστικό μαράθηκε κι έπεσε και το επίθετο ουσιαστικοποιήθηκε: η στακτή, και με ανέβασμα του τόνου (όπως π.χ. στο λευκή –> λεύκη) έγινε «στάκτη», και η λέξη πήρε πια τη σημερινή σημασία σε μεσαιωνικά κείμενα.

Η τροπή κτ–>χτ ήταν αναμενόμενη. Ο τύπος στάχτη, ο σημερινός, εμφανίζεται σε κείμενα του 16ου-17ου αιώνα, στον κρητικό Ζήνωνα (Γιατί τ’ ἀστροπελέκια του δὲ ρίχνει νὰ μὲ κάψει,/ κι ἀπείτις στάχτη κάμει με, τὴ μάνητα νὰ πάψει) ή στο Χρονικό του Γαλαξιδιού (εξαναχτίσασι στα σπίτια του Γαλαξειδίου, που ήτανε όλο στάχτη και ερείπια).

Η λέξη «στάχτη» είναι πολύ παραγωγική στη γλώσσα μας. Έδωσε το όνομα του χρώματος «σταχτί» και το επίθετο «σταχτής», δηλαδή γκρίζος. Έτσι, όταν έχουμε σύνθετη λέξη με πρώτο συνθετικό σταχτο-, μπορεί να αναφέρεται στη στάχτη αλλά μπορεί να προέρχεται και από το σταχτί χρώμα.

Σαν παραδείγματα της δεύτερης κατηγορίας, έχουμε ονόματα χρωμάτων, π.χ. σταχτοκίτρινος, σταχτοπράσινος, αλλά και ζώων ή φυτών, ιδίως για πουλιά, π.χ. σταχτοκουρούνα, σταχτοσουσουράδα, ή το δέντρο σταχτοϊτιά.

Στην πρώτη κατηγορία έχουμε το σταχτόνερο, που ήδη το αναφέραμε, και που είχε πολλές και ποικίλες χρήσεις στο αγροτικό σπίτι, όχι μόνο για το πλύσιμο. Είναι και το σταχτόπανο, που το είχαν για το σούρωμα της αλισίβας. Επίσης, τη σταχτοκουλούρα, που βέβαια δεν είναι κουλούρα από στάχτη, αλλά κουλούρα που έχει ψηθεί στη στάχτη. Έχουμε βεβαίως το σταχτοδοχείο (βέβαια με την απαγόρευση του καπνίσματος περιορίζεται η κάποτε πανταχού παρουσία του), αλλά και κάποιες παλιότερες λέξεις που συνδέονται με το τζάκι, την εποχή που ήταν απαραίτητο και στο πιο φτωχικό χωριάτικο σπίτι και όχι διακοσμητικό στοιχείο, για παράδειγμα ο σταχτολόγος, σύνεργο για να μαζεύεις τη στάχτη από το τζάκι.

Και βέβαια, έχουμε και τη Σταχτοπούτα του παραμυθιού, που κάποτε θα πρέπει να γράψουμε άρθρο και για το όνομα και για το παραμύθι, που δεν είναι Σταχτομπούτα, όπως πολύ λογικά την παρονομάζουν τα περισσότερα παιδιά που σκέφτονται ότι της έπεφταν οι στάχτες στα μπούτια, όπως έκανε δουλειές στο τζάκι. Είναι δάνειο από το γερμανικό Aschenputtel, από το Aschen που είναι οι στάχτες, και puttel που είναι το κοριτσάκι, η κοπέλα. Αλλά είπαμε, για τη Τσενερέντολα χρωστάμε άρθρο.

Έχουμε και κάμποσα φρασεολογικά με τη στάχτη. Ας πούμε, τον φοίνικα που ξαναγεννιέται από τις στάχτες του (ή, πιο λόγια, αναγεννάται εκ της τέφρας του), και γενικότερα τη φράση «από τις στάχτες….» που δείχνει μιαν αναγέννηση ύστερα από ολοσχερή καταστροφή.

Έχουμε έπειτα τη φράση «έγινε στάχτη και μπούρμπερη», για κάτι που καταστράφηκε ολοσχερώς από τη φωτιά, αλλά και σαν έκφραση αδιαφορίας: Στάχτη και μπούρμπερη να γίνουν όλα, δηλαδή «γαία πυρί μειχθήτω». Μπούρμπερη είναι η σκόνη ή το μπαρούτι, αλλά στην έκφραση αυτή, και στο ευφυές λογοπαίγνιο «στάχτη και Burberry», έχουμε αφιερώσει ειδικό άρθρο παλιότερα.

Ακόμα πιο συχνή είναι η έκφραση «ρίχνω στάχτη στα μάτια» δηλ. προσπαθώ να παραπλανήσω κάποιον κρύβοντας τις πραγματικές μου προθέσεις, προσπαθώ με κινήσεις αντιπερισπασμού να τραβήξω αλλού την προσοχή του ώστε να μη διαγνώσει το σκοπό μου. Υπάρχει και ως σκόνη στα μάτια· αυτή η μορφή απαντά και στα γαλλικά· οι ερανιστές του 17ου αι. θεωρούσαν αφετηρία της έκφρασης τους Ολυμπιακούς αγώνες της αρχαιότητας, όπου ο προπορευόμενος δρομέας σήκωνε σκόνη στο στίβο, που έπεφτε στα μάτια των επομένων.

Το βρίσκουμε και χωρίς το ρήμα, π.χ. «οι υποσχέσεις της κυβέρνησης είναι στάχτη στα μάτια».

Και βέβαια, με τη στάχτη δηλώνουμε την ολοκληρωτική καταστροφή, από τη φωτιά καταρχήν, αλλά και μεταφορικά. Συχνό μοτίβο στην ποίηση και σε τραγούδια, π.χ. «Πριν από λίγο, μου’πες να φύγω, και γίναν στάχτη οι Κυριακές» στο τραγούδι Το ξέρω πια δεν μ’αγαπάς του Ζαμπέτα (στίχοι Λευτέρη Παπαδόπουλου βεβαίως).

Αλλά στην Εύβοια και στην Πελοπόννησο και στην Βαρυμπόμπη έγιναν στάχτη και τα σπίτια, και τα δάση, και οι περιουσίες, και τα χτήματα, και οι ζωές των πυρόπληκτων. Θα ξαναγεννηθούν;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *