cf83cf84ceb5ceb9cebbceb5cf8ccf82 ceb7 cebbceadcebeceb7 cf84ceb7cf82 ceb5ceb2ceb4cebfcebcceacceb4ceb1cf82

Χτες είχαμε την ανασκόπηση των λέξεων του 2021, οπότε από σήμερα περνάμε σε καινούργια λεξιλογική χρονιά. Ταιριάζει λοιπόν να την εγκαινιάσουμε με ένα άρθρο λεξιλογικό, αφιερωμένο στη λέξη που έχει κερδίσει, αυτές τις μέρες, το παροιμιώδες δεκαπεντάλεπτο της διασημότητας.

Εννοώ τη λέξη «στειλεός», αν και τη βρίσκουμε γραμμένη πολύ συχνά και με ύψιλον, στυλεός δηλαδή, ενώ εδώ κι εκεί βλέπει κανείς κι άλλες παραλλαγές, όπως στην οθονιά:

stylaios

Ο στειλεός λοιπόν είναι το εργαλείο εκείνο, σαν μικρό ραβδάκι, ή μαραφέτι αν προτιμάτε τον ακριβή όρο, με το οποίο γίνονται τα τεστ για τον κορονοϊό, και σαν λέξη εκτοξεύτηκε στην επικαιρότητα έπειτα από μια τηλεοπτική εμφάνιση του Θ. Βασιλακόπουλου (εδώ ρεπορτάζ και βίντεο) ο οποίος υποστήριξε:

«Το self test γίνεται rapid αν βάλουμε βαθιά το στ*λεό στη μύτη μας και κάνουμε καλή δειγματοληψία».

Η φράση αυτή έδωσε λαβή για κάμποσα έξυπνα αστεία στα σόσιαλ, όπως ας πούμε ότι αν βάλουμε πιο βαθιά τον στειλεό επαναφέρουμε τις εργοστασιακές ρυθμίσεις ή κάνουμε γαστροσκόπηση (ίνα μη τι χείρον είπω), ενώ χάρη σε αυτή την τηλεοπτική εμφάνιση πολύς κόσμος συνειδητοποίησε ότι υπάρχει αυτή η λέξη και ότι αυτό το πραματάκι (το μαραφέτι, το μαντζαφλάρι, το καβλιτζέκι) που βάζουμε ή που μας βάζουν στη μύτη λέγεται, επισήμως, στειλεός (άλλο τώρα το πώς γράφεται).

Ένας φίλος στο Τουίτερ με ρώτησε: «Πρέπει να θεωρώ τον εαυτό μου άσχετο που πρώτη φορά σήμερα άκουσα αυτή τη λέξη;» κι ένας άλλος του υπέδειξε να διαβάσει τη συσκευασία των αυτοτέστ. (Εδώ δεν είμαι αρμοδιος, διότι τα αυτοτέστ που έχω πρόχειρα είναι από αυτά που μας μοιράζουν στο Δουκάτο κι έτσι δεν έχουν οδηγίες στα ελληνικά).

Για την ουσία της τοποθέτησης του κ. Βασιλακόπουλου, ας μιλήσουν άλλοι -μπορεί να είναι και έτσι που τα λέει, αυτοτέστ και ταχυτέστ δεν έχουν διαφορά στην ουσία αλλά στη διαδικασία. Εμείς εδώ λεξιλογούμε, οπότε θα λεξιλογήσουμε για τον στειλεό.

Τη λέξη την έχουν τα σύγχρονα μεγάλα λεξικά μας σε λήμμα, εκτός από του Μπαμπινιώτη (μιλώ για τη δεύτερη έκδοση που έχω πρόχειρη -αν κάποιος έχει την πέμπτη έκδοση ας μας πει). Ωστόσο, με τους ορισμούς υπάρχει πρόβλημα. Σύμφωνα με το ΛΚΝ, στειλεός είναι λόγια λέξη για το στειλιάρι. Και το ΜΗΛΝΕΓ θεωρεί τον στειλεό συνώνυμο του στειλιαριού, και τον ορίζει ως «στενόμακρο κομμάτι ξύλου, κυλινδρικού ή κυλινδροειδούς σχήματος, που χρησιμοποιείται ως λαβή διαφόρων εργαλείων όπως ο πέλεκυς ή κατ’ επέκταση ραβδί αυτού του σχήματος».

Αλλά βέβαια ο στειλεός που μας ενδιαφέρει και που βάζουμε στη μύτη μας δεν είναι τέτοια γκουμούτσα. Το Χρηστικό Λεξικό, που είναι πολύ καλό στην επιστημονική ορολογία έχει τον ακριβή ορισμό: μικρή, λεπτή ράβδος με ποικίλες χρήσεις. Διότι βέβαια ο στειλεός υπήρχε και ήταν σε ευρεία χρήση στην ιατρική ορολογία από παλιότερα, δεν ήρθε τώρα με τον κορονοϊό. Δίνει και σύμπλοκους όρους το Χρηστικό λεξικό: Τηλεσκοπικός στειλεός, στειλεός βιοψίας, ενώ μας πληροφορεί ότι ο μηριαίος στειλεός είναι προέκταση οστού στην προσθετική.

Να σημειωθεί ότι το Χρηστικό Λεξικό είναι το μόνο που δίνει, ως δεύτερη επιλογή, την ορθογραφία στυλεός, καθώς έχει την τακτική να αναγνωρίζει διτυπίες.

Ο στειλεός κανονικά δεν γράφεται με ύψιλον διότι δεν έχει σχέση με τον στύλο ή τον στυλογράφο (που άλλωστε κανονικά γράφεται «στιλογράφος», αλλά αυτό το αφήνουμε για άλλο άρθρο). Γράφεται με ει, στειλεός, όπως στα αρχαία. Η έλξη όμως είναι πανίσχυρο πράγμα, οπότε πολύς κόσμος γράφει «στυλεός».

Η λέξη, όπως είπαμε, είναι αρχαία. Στα αρχαία είχαμε «στελεά» και «στειλεά», και «στελεός» και «στειλεός», μια λέξη που σήμαινε, ακριβώς, την ξύλινη λαβη εργαλείων όπως η αξίνα. Η λέξη ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια του ρήματος «στέλλω» (το οποίο αρχικά σήμαινε «τακτοποιώ, τοποθετώ») και συνδέεται με τη λέξη «στέλεχος».

Ο αρχαίος στελεός ή στειλεός (ή και στειλειός) λοιπόν ήταν μια ξύλινη λαβή για διάφορες χρήσεις -και μερικές απροσδόκητες, αφού στη Σούδα διαβάζουμε ότι στην αρχαιότητα, όταν ήθελαν να τιμωρήσουν κάποιον μοιχό, που η καθιερωμένη τιμωρία ήταν, θα το ξέρετε ίσως από τον Λουκιανό, να του χώνουν ένα ραπάνι από πίσω, αν τυχόν δεν είχαν ραφανίδες, όπως τις λέγανε, «καὶ στελεοῖς δὲ ἐχρῶντο μὴ παρουσῶν τούτων».

Τέλος πάντων, αυτά είναι καλό να μη γίνονται. Πάντως από τον τύπο «στειλειός» εμφανίζεται στα μεσαιωνικά χρόνια το μεσαιωνικό «στειλειάριον», απ’ όπου το σημερινό στειλιάρι, το οποίο ακριβώς για τον λόγο αυτό γράφεται «στειλειάρι» από τα λεξικά Μπαμπινιώτη, ενώ στειλιάρι από τα άλλα. Βλέπουμε δηλαδή ότι ενώ ο σημερινός στειλεός είναι ένα τόσο δα πραματάκι, υποκοριστικό του στειλιαριού, από ετυμολογική άποψη το στειλιάρι είναι υποκοριστικό του στειλεού!

Πάντως, το εργαλείο με το οποίο γίνονται τα αυτοτέστ έχω ακούσει να το λένε και μπατονέτα. Θα μπορούσε βέβαια να πει κανείς ότι η κοινή μπατονέτα, αυτή που χρησιμοποιείται για το καθάρισμα των αυτιών, είναι πιο κοντή και πιο παχιά από τον στειλεό, και έχει μπαμπάκι και από τις δύο άκρες της, αλλά νομίζω πως δεν πέφτουμε πολύ έξω αν πούμε «μπατονέτα» τον στειλεό των τεστ.

Η οποία μπατονέτα είναι βεβαίως δάνειο από τα γαλλικά (bâtonette) αλλά πιθανόν να έχει και ελληνικές ριζες. Διότι το γαλλικό bâton, το μπαστούνι ας πούμε, ανάγεται σε υστερολατινικο bastum, το οποίο σύμφωνα με τα λεξικά μπορεί να είναι δάνειο από το ελληνικό βαστάζειν, άρα πιθανώς έχουμε αντιδάνειο.

Όπως επίσης (πιθανό) αντιδάνειο είναι ο μεγάλος ξάδερφος της μπατονέτας, το μπαστούνι, μόνο που αυτό δεν μας ήρθε μέσω γαλλικών αλλά από το ιταλικό bastone κι έτσι διατήρησε μεγαλύτερη ομοιότητα με τους προγόνους του.

Τώρα λοιπόν που έχουμε ενδείξεις ότι μετέχει και η μπατονέτα της ελληνικής παιδείας, μπορούμε να λέμε έτσι τον στειλεό των τεστ -αν μη τι άλλο δεν θα έχουμε αμφιβολίες πώς γράφεται!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *