cf80cebfcebbcebbceae ceb6ceadcf83cf84ceb7

… και πώς να γράψεις άρθρο; Ή μάλλον, πώς να διαβάσεις και, κυρίως, πώς να σχολιάσεις, σήμερα που κορυφώνεται ο καύσωνας με τον οποίο μπήκε ο Αύγουστος. Βεβαια, αυτά ισχύουν για την Αθήνα πιο πολύ, ή έστω για την Ελλάδα· εδώ όπου βρίσκομαι εγώ το θερμόμετρο προς το παρόν κινείται σε ανεκτά επίπεδα, δεν έχει «χτυπήσει κόκκινο» σύμφωνα με ένα από τ’ αγαπημένα κλισέ των δημοσιογράφων.

zestiΤο κλισέ το βλέπουμε κι εδώ, στον τίτλο άρθρου, που δεν είναι φετινό, αλλά, αν θυμάμαι καλά, προπέρσινο -αλλά έτσι είναι τα κλισέ, διαχρονικά.

Πρόπερσι λοιπόν, περίπου τέτοιες μέρες, που είχαμε περάσει επίσης έναν γερό καύσωνα, είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο, όχι για πρώτη φορά, ένα άρθρο για τα λεξιλογικά του καύσωνα. Σκέφτηκα προς στιγμή να επικαλεστώ ακριβώς την κάλμα λόγω καύματος (δείτε το άρθρο για τη σχέση των δυο λέξεων) για να παρακάμψω την υποχρέωση της καθημερινής αρθρογραφίας, αλλ’ αντιστάθηκα στον πειρασμό.

Είπα μετά να αναδημοσιεύσω έναν κατάλογο λέξεων και εκφράσεων από τη Λεξιλογία, τις Λέξεις για την (πολλή…) ζέστη, αλλά μετά παρατήρησα ότι τόσον καιρό δεν έχω γράψει τίποτα για τη λέξη «ζέστη», οπότε αποφάσισα το σημερινό αρθράκι να καλύψει αυτό το κενό.

Η ζέστη λοιπόν, ως λέξη, είναι λέξη μεσαιωνική. Προηγήθηκε το επίθετο «ζεστός», που είναι της ελληνιστικής εποχής, αλλά που δεν σήμαινε ό,τι ακριβώς και σήμερα. Ο ζεστός ήταν ρηματικό επίθετο του ρήματος «ζέω» (δηλ. βράζω) και σήμαινε, αρχικά, «βραστός». Για παράδειγμα, ο Αππιανός σε κάποιο σημείο μιλάει για «κρέα ζεστά και οπτά», δηλαδή κρέατα βραστά και ψητά.

Όμως, το ζεστόν υδωρ, το βραστό δηλαδή, είναι και καυτό, κι έτσι η σημασία μετατοπίστηκε, και η λέξη έφτασε να σημαίνει «καυτός». Και πάλι υπάρχει διαφορά από τα σημερινά, όπου ο ζεστός έχει θερμοκρασία απλώς μεγαλύτερη από το αναμενόμενο ή από τον μέσο όρο. Ο Κύριλλος ο Ιεροσολυμίτης, ας πούμε, τον 4ο αι. μΧ, μιλώντας με παραβολές, αναφέρεται στην κατεργασία του σιδήρου με τη φωτιά και λέει «καὶ ὁ ψυχρὸς γίνεται ζεστός, καὶ ὁ μέλας γίνεται ἐκλάμπων». Ε, το πυρωμένο σίδερο σήμερα δεν είναι απλώς «ζεστό».

Να θυμηθούμε εδώ και το διάσημο απόσπασμα από την Αποκάλυψη:

Οἶδά σου τὰ ἔργα, ὅτι οὔτε ψυχρὸς εἶ οὔτε ζεστός. ὄφελον ψυχρὸς ἦς ἢ ζεστός. οὕτως, ὅτι χλιαρὸς εἶ καὶ οὔτε ζεστὸς οὔτε ψυχρός, μέλλω σε ἐμέσαι ἐκ τοῦ στόματός μου.

Από το ίδιο ρήμα ζέω προέρχεται και η αρχαία ζέσις, που σήμαινε τον βρασμό, και η νεότερη ζέση που έχει πια κυρίως μεταφορική σημασία και σημαινει τον ζήλο, τη θέρμη αν θέλετε.

Στα μεσαιωνικά χρόνια, όπως είπαμε, εμφανίζεται και η ζέστη (ή ζέστα). «Ζέστη πώς είναι μπορετό το χιόνι να γεννήσει;» αναρωτιέται ο Πανάρετος στην αρχή της Ερωφίλης του Χορτάτση. Εμφανίζονται επίσης οι μεταφορικές σημασίες της λέξης «ζεστός» π.χ. έντονος, ζωηρός. Στο Χρονικό του Μορέως: «την μάχην άρχασε ζεστήν».

Στα σημερινά χρόνια, ζεστός δεν σημαίνει βέβαια τον βραστό, ούτε καν τον καυτό, αλλά μια ζώνη θερμοκρασιών που είναι μεν πάνω από τον μέσο όρο αλλά μένει σαφώς στα όρια του ανεκτού.

Παρομοίως, η ζέστη δηλώνει απλώς την υψηλή θερμοκρασία, όχι την ακραία, εκτός αν συνοδεύεται από επίθετο, όπως αφόρητη, ανυπόφορη κτλ. Η ζέστη, με άλλα λόγια, μπορεί να είναι και ευχάριστη, ενώ ο καύσωνας δεν είναι ποτέ. Ακόμα πιο θετική χροιά έχει η ζεστασιά, που είναι πάντοτε επιθυμητή. «Θα κάτσω στη ζεστασιά μου, πού να τρέχω μέσα στο κρύο».

Στον πληθυντικό, βέβαια, το θερμόμετρο κάπως ανεβαίνει. Λέγοντας «οι ζέστες» εννοούμε ειδικά τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού -σαν κι αυτές που περνάμε τώρα. Κι όταν κορυφώνεται ο καύσωνας, λέμε «έσφιξαν οι ζέστες». Κι όταν κάποιος παραλογίζεται και λέει παλαβά πράγματα, συνηθίζεται να λέμε «και πού να σφίξουν οι ζέστες» -υπονοώντας ότι με τον καύσωνα είναι αναμενόμενο ν’ αρχίσει κάποιος να παραληρεί.

Όταν αδιαφορούμε για κάτι, όταν μας είναι αδιάφορη η έκβαση μιας κατάστασης, λέμε «ούτε κρύο μου κάνει ούτε ζέστη». Από την άλλη, όταν κάποιος δείχνει ενδιαφέρον για κάτι, όταν αρχίσει μια δουλειά με ζήλο, με όρεξη, μπορεί να πούμε «το πήρε στα ζεστά».

Γενικά η ζέστη έχει θετικές μεταφορικές συμπαραδηλώσεις, συνδέεται με συναισθήματα φιλίας, στοργής, με θερμή υποδοχή, ας πούμε «ζεστή ατμόσφαιρα», «ζεστό χαμόγελο», «ζεστός άνθρωπος». Κάποτε παίζουμε με την κυριολεξία και τη μεταφορά, όπως «Κρύα χέρια, ζεστή καρδιά» ενώ αλλες φορές δίνουμε σημασίες στις θερμοκρασιακές διαφορές: κρύα χέρια ερωτευμένα και ζεστά βασανισμένα.

Όταν λέμε ότι ζεστάθηκε η ατμόσφαιρα σε μια συναναστροφή εννοούμε ότι επικράτησε οικειότητα, κλίμα φιλίας και συνεννόησης -το καλό κρασί ζέστανε γρήγορα την ατμόσφαιρα, ας πούμε. Ή, ο καλός του λόγος μού ζέστανε την καρδιά.

Υπάρχει βέβαια και το ουδέτερο ζέσταμα, η προθέρμανση των αθλητών, ή το ζέσταμα του φαγητού, με τη μεταφορική μειωτική σημασία για το ξαναζεσταμένο φαγητό. Να θυμηθούμε και την παροιμιώδη φράση για το φίδι που ζεσταίναμε στον κόρφο μας, που ανάγεται, αν δεν κάνω λάθος, σε αισώπειο μύθο.

Αλλά η ζέστη είναι επιθυμητή και ευχάριστη όταν λείπει, όταν κάνει κρύο -τότε που ο ήλιος ζεσταίνει και δεν καίει. Προς το παρόν, όμως, κάνει πολλή, πολλή ζέστη….

ΥΓ Και βέβαια με τόση ζέστη που κάνει, μην περιμένετε να αγγίξω ακανθώδη ζητήματα, όπως αν κάνει «πολλή ζέστη» ή «πολύ ζέστη». Εγώ γράφω το πρώτο, αλλά το σχετικο άρθρο θα το γράψω, αν το γράψω, σε λιγότερο ζεστές εποχές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *