cf80ceb5cf81ceaf ceb1cebdceaccf83cf84ceb1cf83ceb7cf82 cebdceb5cebacf81cf8ecebd ceb3cebbcf89cf83cf83cf8ecebd cebaceb1ceb9 ceb1cf80cf8c

Το σημερινό άρθρο το είχα σκοπό να το παρουσιάσω (ως αναδημοσίευση) στο ιστολόγιο τότε που ήταν επίκαιρο, δηλαδή τότε που ανακοινώθηκε η είδηση ότι ο οργανισμός LanguageCert αρχίζει να προσφέρει εξετάσεις πιστοποίησης γλωσσομάθειας για τα αρχαία ελληνικά (σχετική είδηση). Κάπως έγινε και δεν το δημοσίευσα τότε, οπότε το παρουσιάζω τώρα, μια και το θέμα εξακολουθεί να ενδιαφέρει πάρα πολύ το ιστολόγιο. Η αρχική δημοσίευση βρίσκεται εδώ.

Βέβαια, η πιστοποίηση γλωσσομάθειας, έστω και μόνο στα επίπεδα Α1 και Α2, για μια γλώσσα που δεν έχει φυσικούς ομιλητές ακούγεται σαν κάτι οξύμωρο, και πολλοί σκέφτηκαν ότι η κίνηση του οργανισμού ήταν περισσότερο εμπορική. Πάντως, όπως θα δείτε από τον ιστότοπο του οργανισμού, όπου υπάρχουν και τεστ για εξάσκηση, εύκολα θα μπορούσαμε να πάρουμε την πιστοποίηση, εννοώ όσους με διαβάζετε, και να καμαρώνουμε.

Προχωράω όμως στο άρθρο της γλωσσολόγου Μαρίνας Τζακώστα, που περιέχει αρκετά ενδιαφέροντα για τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Δεν πρόκειται για συνέντευξη, παρόλο που υπάρχουν ερωτήσεις με έντονους χαρακτήρες -ειναι, ας πούμε, ρητορικές ή επέχουν θέση τίτλων για τις επιμέρους ενότητες. Τότε που είχε δημοσιευτεί το άρθρο, κάποιοι στο Φέισμπουκ είχαν ειρωνευτεί το «χοντρό λάθος» στον τίτλο του άρθρου, εννοώντας ότι αφού είναι «γλωσσών» έπρεπε να είναι και «ζωσών». Αλλά οταν λέμε για «ανάσταση νεκρών» το εννοούμε στο αρσενικό, άρα το δεύτερο σκέλος έπρεπε κι αυτό να είναι στο αρσενικό, πριν μπουν οι παρενθέσεις.Τέλος πάντων, δεν έχει μεγάλη σημασία.

Θα διορθώσω πάντως μιαν ανακρίβεια του άρθρου. Οι επίσημες γλώσσες της ΕΕ είναι πράγματι 24 αλλά τα κράτη μέλη της ΕΕ είναι 27. Υπάρχουν 4 κράτη μέλη που δεν έχουν «δική τους» γλώσσα (Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Αυστρία, Κύπρος) ενώ, μετά το Μπρέξιτ, υπάρχει μία γλώσσα, τα αγγλικά, που δεν είναι πρώτη επίσημη γλώσσα κανενός κράτους μέλους (είναι επίσημη γλώσσα στην Ιρλανδία και τη Μάλτα, μαζί με τα ιρλανδικά και τα μαλτέζικα). Αλλά για το θέμα αυτό έχουμε γράψει και μάλλον θα ξαναγράψουμε.

Περί ανάστασης νεκρών (γλωσσών) και (απόπειρας) δολοφονίας των ζώντων

της Μαρίνας Τζακώστα, καθηγήτριας γλωσσικής ανάπτυξης και αγωγής – Σχολή Επιστημών Αγωγής, Πανεπιστήμιο Κρήτης

tzakostaΠρόσφατα και με μεγάλη έκπληξη διάβασα ότι ξεκινά μια επιχείρηση χορήγησης πιστοποίησης της γνώσης της «Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας» από διεθνή οργανισμό εμπλεκόμενο σε πιστοποιήσεις γλωσσομάθειας. Η κίνηση χαιρετίστηκε από πολλούς, συμπεριλαμβανομένων πανεπιστημιακών δασκάλων, με πολύ ενθουσιασμό. Η αλήθεια είναι ότι η ανθρώπινη ευρηματικότητα είναι ανεξάντλητη. Το βασικό όμως ερώτημα που δημιουργείται (ή που θα έπρεπε να δημιουργείται) στο άκουσμα μιας τέτοιας είδησης είναι:

 Είναι δυνατόν να πιστοποιηθεί η γνώση της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας;

Για να ξεκινήσει μια συζήτηση για την επιστημονική ορθότητα της προσπάθειας καλό είναι να διευκρινήσουμε δύο πράγματα:

Πρώτον, ότι η χρήση του όρου «Αρχαία Ελληνική Γλώσσα» (στο εξής ΑΕΓ) είναι καταχρηστική. Με τον ίδιο καταχρηστικό τρόπο θα την χρησιμοποιήσω και στο παρόν κείμενο. Αυτό που (νομίζουμε ότι) μαθαίνουμε στο σχολείο δεν είναι αρχαία ελληνικά γενικώς και αορίστως. Είναι ψήγματα της αττικοϊωνικής διαλέκτου και μάλιστα όπως αυτή εμφανίζεται σε γραπτά κείμενα περίπου μεταξύ του 6ου και του 3ου αιώνα π.Χ. Φυσικά, μικρή ιδέα έχουμε για το πώς αυτή η διάλεκτος πραγματικά μιλήθηκε. Παρόλο που υπάρχουν αξιόλογες απόπειρες ανασύνθεσης της προφορικής της υπόστασης (βλ. Allen [1968] 1987, μεταξύ άλλων), ελλείψει ηχητικών γλωσσικών δεδομένων παραμένουν απλώς απόπειρες. Επίσης, καμία ή ελάχιστη αναφορά γίνεται στο σχολείο στις υπόλοιπες αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, την αιολική, την αρκαδοκυπριακή και την δωρική, οι οποίες συνιστούν αυτό που ονομάζουμε Ελληνική Γλώσσα στην αρχαιότητα και από τις οποίες προέκυψαν -ύστερα από πολλές ζυμώσεις- οι νεοελληνικές διάλεκτοι. Επομένως, καταρχάς δεν τίθεται θέμα πιστοποίησης της ΑΕΓ συνολικά, αλλά μιας περιορισμένης διάστασής της.

Δεύτερον, οι γλώσσες που μπορούν να πιστοποιηθούν είναι μόνο οι ζωντανές ομιλούμενες γλώσσες. Διότι η επάρκεια γνώσης μιας γλώσσας πιστοποιείται συνολικά όχι μόνο σε επίπεδο γραπτής εκφοράς αλλά και σε επίπεδο προφορικής γλωσσικής πραγμάτωσης. Αξιολόγηση της προφορικής γλωσσικής πραγμάτωσης είναι αδύνατη για την ΑΕΓ ελλείψει των ομιλητών που την χρησιμοποιούν ως φυσική/ μητρική γλώσσα και οι οποίοι δημιουργούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο η γλώσσα μπορεί να γίνει αντικείμενο εκμάθησης με τον φυσικότερο δυνατό τρόπο.Γεννιούνται και κάποια ακόμη ερωτήματα:

 Πότε μια γλώσσα είναι ζωντανή;

Μια γλώσσα είναι ζωντανή όταν διαθέτει φυσικούς ομιλητές. Επομένως μια γλώσσα είναι νεκρή όταν δεν διαθέτει φυσικούς ομιλητές. Ποιος είναι όμως ο φυσικός ομιλητής; Φυσικός ομιλητής είναι αυτός που μιλά μια γλώσσα στην συγχρονία της, δηλαδή στο ‘σήμερα’ και το ‘τώρα’. Η ΑΕΓ είχε φυσικούς ομιλητές στο παρελθόν, όχι στο παρόν. Η Νεοελληνική (στο εξής ΝΕ) διαθέτει φυσικούς ομιλητές στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Είναι (μάλλον) βέβαιο ότι, αν υπήρχε η δυνατότητα να συνευρεθούν φυσικοί ομιλητές της ΑΕΓ και της ΝΕ σήμερα, δεν θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους παρά τις φαινομενικά πολλές, κυρίως σε επίπεδο λεξιλογίου και ετυμολογίας, ομοιότητες των δύο αυτών γλωσσικών συστημάτων. Ας μην ξεχνούμε ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα σύνθετο κανονιστικό σύστημα αλλά και ένα σύστημα που τίθεται σε χρήση από διαφορετικές ομάδες ομιλητών. Χρήση σημαίνει ποικιλότητα, εξέλιξη, αλλαγή.

 Πώς πιστοποιείται η γλωσσομάθεια σε μια γλώσσα;

Σύμφωνα με το Κοινό Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Αναφοράς για τις Γλώσσες (ΚΕΠΑ), η γλωσσομάθεια ελέγχεται, εξετάζεται, αξιολογείται και πιστοποιείται βάσει 2 αξόνων σε 4 επίπεδα. Οι πρώτος άξονας πιστοποίησης είναι η αντίληψη/ κατανόηση/ επεξεργασία της γλώσσας και αξιολογείται σε επίπεδο κατανόησης γραπτού και προφορικού λόγου. Σε αυτόν τον άξονα αξιολογείται η ικανότητα των εξεταζόμενων στην κατανόηση γραπτών και προφορικών κειμένων (ακρόαση). Ο δεύτερος άξονας αφορά την παραγωγή της γλώσσας σε επίπεδο γραπτού και προφορικού λόγου (Συμβούλιο της Ευρώπης 2001).

Θεμελιώδης στόχος της γλωσσικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής ΕΕ) είναι η καλλιέργεια της πολυγλωσσίας και της πολλαπλογλωσσίας. Η πολυγλωσσία ορίζεται ως η γνώση πολλών γλωσσών που βρίσκονται σε χρήση, ενώ η πολλαπλογλωσσία ορίζεται ως η γνώση και χρήση γλωσσών σε διαφορετικά πολιτισμικά περικείμενα (μέρος των οποίων είναι και η κατανόηση και η επεξεργασία κειμένων). Στην ΕΕ υπάρχουν  αυτήν την στιγμή 24 επίσημες, άρα και ισότιμες γλώσσες, όσες δηλαδή και τα κράτη – μέλη της. Ο αριθμός αυτός μπορεί να αλλάξει εφόσον εντάσσονται νέα κράτη-μέλη στην ΕΕ (Συμβούλιο της Ευρώπης 2001). Όλες αυτές οι γλώσσες είναι δυνάμει πιστοποιούμενες γλώσσες ως προς την γνώση τους από αλλόγλωσσους – κατά βάση – ομιλητές. Σε όλα αυτά τα κράτη-μέλη είναι πολύ πιθανό να μιλιούνται πολλές περισσότερες γλώσσες, για παράδειγμα,

  • μειονοτικές (στην Ελλάδα, για παράδειγμα, μιλιούνται η Τουρκική, η Πομακική, η Αρμενική, η Λαντίνο, η Ρομανική, η Αρβανίτικη, η Βλάχικη, η Σλαβομακεδονική),
  • τοπικές/ εθνικές (όπως είναι οι διάλεκτοι και τα ιδιώματα),
  • γλώσσες υπό εξαφάνιση (τέτοιες είναι οι γλώσσες ιθαγενών στην Βόρεια και Νότια Αμερική, την εγγύς Ανατολή ή την Νότια Ευρώπη οι οποίες μετρούν από μερικές δεκάδες μέχρι μερικά εκατομμύρια ομιλητών),
  • γλώσσες κληρονομιάς (όπως είναι οι γλώσσες των προσφύγων και μεταναστών, τέτοια γλώσσα είναι η ελληνική για τους Αμερικανούς πολίτες ελληνικής καταγωγής).

Όλες αυτές είναι ζωντανές ομιλούμενες γλώσσες οι οποίες καλούνται να καλύψουν την ανάγκη της (σύγχρονης) επικοινωνίας πολλών διαφορετικών λαών σε πολλές διαφορετικές περιστάσεις.

 Με βάση τα παραπάνω, η ΑΕΓ είναι ζωντανή ή νεκρή γλώσσα;

 Η ΑΕΓ είναι ξεκάθαρα μια νεκρή γλώσσα. Δεν αρκεί μια γλώσσα να «συνεχίζει να παράγει αναγνωστική εμπειρία μέσα από το αποθεματικό κεφάλαιο των κειμένων» (βλ. Θεοδωρόπουλος 2016) για να χαρακτηρισθεί ζωντανή. Πρέπει να έχει φυσικούς ομιλητές. Πρέπει πρωτίστως κάποιος να μπορεί να την γράφει και να την μιλά με πλήρη ευχέρεια με διαφορετικές ομάδες ομιλητών, σε διαφορετικούς χώρους (γεωγραφικούς και κοινωνικούς), υπό διαφορετικές συνθήκες, σε διαφορετικές συγκείμενα και περικείμενα χωρίς να αναζητά εκβιαστικές σχέσεις της ΑΕΓ με την ΝΕ βασιζόμενος σε σποραδικές ή αποσπασματικές λεξιλογικές/ ετυμολογικές (και λιγότερο δομικές) ομοιότητες.

Η ΑΕΓ δεν διαθέτει φυσικούς ομιλητές – όσο κι αν κάποιοι διατείνονται ότι οι ίδιοι είναι ή ότι μπορούν να δημιουργήσουν νέους φυσικούς ομιλητές – και είναι τόσο νεκρή, όσο νεκρή είναι η Λατινική, η Σανσκριτική ή η Αρχαία Θιβετιανή Γλώσσα. Ως νεκρή γλώσσα δεν μπορεί να θεωρείται εθνική, επίσημη ή να έχει οποιονδήποτε ζωτικό ρόλο στο γλωσσικό γίγνεσθαι του ‘σήμερα’. Φυσικά, όπως οι πρόγονοί μας αφήνουν τα ‘σημάδια’ τους πάνω μας μέσω του γενετικού τους υλικού, έτσι και οι προηγούμενες μορφές μιας γλώσσας αφήνουν τα σημάδια τους στις νεότερες μορφές της, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εμπεριέχονται ή ενσωματώνονται πλήρως σε αυτές.

Με δεδομένα λοιπόν ότι η ΑΕΓ είναι νεκρή γλώσσα και διδασκόμαστε ή εξοικειωνόμαστε με ένα πολύ μικρό μέρος του εκφραστικού και δομικού της οπλοστασίου δεν είναι δυνατόν η γνώση της να πιστοποιηθεί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο οργανισμός που διατείνεται ότι ‘παρέχει’ πιστοποίηση γνώσης της ΑΕΓ το κάνει αυτό μόνο για τα επίπεδα Α1 και Α2 του πρώιμου/ βασικού χρήστη.  Πολύ λογικό. Πώς θα μπορούσε κανείς να εξετάσει τα επίπεδα γνώσης της ΑΕΓ χωρίς την ύπαρξη φυσικών ομιλητών με τους οποίους θα απαιτούνταν από τον επαρκή (εξεταζόμενο) χρήστη να αλληλεπιδράσει; Ποιοι φυσικοί ομιλητές-αξιολογητές της ΑΕΓ θα μπορούσαν να εξετάσουν τα υψηλά επίπεδα γλωσσικής κατανόησης και γλωσσικής παραγωγής τα οποία απαιτείται να έχει ένας επαρκής χρήστης;

Υπάρχουν, ωστόσο, (τουλάχιστον) δυο ενστάσεις.Επικεντρώνομαι στις, κατά την γνώμη μου, πιο σημαντικές:

 Αν η ΑΕΓ γλώσσα είναι νεκρή γιατί οι ‘ξένοι’ ενδιαφέρονται τόσο να την μάθουν; Κατ’ επέκταση, γιατί οι ‘κλασικές σπουδές’ ανθούν στο εξωτερικό και οι σπουδαιότερες κριτικές εκδόσεις της αρχαίας ελληνικής γραμματείας γίνονται από εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού;

 Η απάντηση είναι πολύ απλή. Διότι οι ‘ξένοι’ έχουν αναπτύξει ιδιαίτερη διδακτική μεθοδολογία των κλασικών γλωσσών, δεν τις αντιμετωπίζουν ως ζωντανές δεύτερες γλώσσες, αλλά ως νεκρές ξένες γλώσσες.Φυσικά και αναμενόμενα, η διδασκαλία εστιάζεται στην ενασχόληση με την γραμματειακή παραγωγή και όχι με τοεπικοινωνιακό σκέλος της γλώσσας. Η εκμάθηση της ΑΕΓ στο εξωτερικό είναι το μέσο για να εξοικειωθεί ο μαθητής με το αρχαίο ελληνικό πολιτισμό στον οποίο σε μεγάλο βαθμό στηρίχτηκε ο λεγόμενος δυτικός πολιτισμός. Εξάλλου, η διδασκαλία των κλασικών γλωσσών είναι ένας από τους στόχους της γλωσσικής πολιτικής της ΕΕ. Δεν γίνεται, όμως, αυτοσκοπός στείρας αποστήθισης γραμματικών και συντακτικών τύπων που μόνο δυσφορία προκαλούν στους μαθητές, ούτε, βέβαια, σκοπό έχει να δημιουργήσει ενεργούς χρήστες της γλώσσας.

 Αντίστροφα, γιατί οι ελληνόφωνοι μαθητές σημειώνουν χαμηλές επιδόσεις στην ΑΕΓ και το ενδιαφέρον των μαθητών για την ΑΕΓ φθίνει ολοένα και περισσότερο;

Κι εδώ η απάντηση είναι πολύ απλή. Στην Ελλάδα εφαρμόζουμε διδακτική μεθοδολογία της ΑΕΓ η οποία στην πραγματικότητα αφορά ζωντανές και όχι νεκρές γλώσσες. Είναι κοινή πεποίθηση για πολλούς ότι μαθαίνοντας τη ΑΕΓ μαθαίνουμε σωστά και καταλαβαίνουμε καλύτερα τα νέα ελληνικά. Ένα τέτοιο επιχείρημα είναι εντελώς αυθαίρετο, αν αναλογιστεί κανείς ότι η εισαγωγή της ΑΕΓ στο Γυμνάσιο όχι μόνο δεν βελτίωσε τις επιδόσεις των μαθητών σ’ αυτήν, αντιθέτως τις καταβαράθρωσε. Ένα μεγάλο μέρος αυτής της κατάστασης οφείλεται στο ότι η ΝΕ είναι ιδωμένη κατά βάση μέσα από το πρίσμα του νεκρού προγόνου της, με άλλα λόγια, η ΝΕ διδάσκεται μέσα από την ΑΕΓ, κατά συνέπεια, υποτιμάται ως επαρκές/ πλήρες εργαλείο επικοινωνίας και δεν υιοθετείται μια μεθοδολογικά ορθή προσέγγιση στην διδασκαλία της.

Θεωρώ πως θα ήταν πολύ λογικότερο και πρακτικά χρησιμότερο να πιστοποιείται η γνώση μας στις ζωντανές ομιλούμενες γλώσσες συμπεριλαμβανομένων των γλωσσικών ποικιλιών (γεωγραφικών και κοινωνικών), των μειονοτικών γλωσσών, των τοπικών/ εθνικών γλωσσών, των γλωσσών υπό εξαφάνιση, των γλωσσών των προσφύγων και των μεταναστών,των γλωσσών κληρονομιάς. Με αυτόν τον τρόπο θα ενισχύαμε το κύρος όλων αυτών των γλωσσών, θα δίνονταν κίνητρα στους χρήστες τους ώστε νατις χρησιμοποιούν συστηματικά και η κοινωνική ενσωμάτωση των χρηστώνθα ήταν αμεσότερη και ευκολότερη. Απομένει να απαντήσουμε το ερώτημα

 Ακόμη κι αν δεν είναι δυνατό να πιστοποιηθεί η γνώση της ΑΕΓ, έχει θέση στην εκπαίδευση;

Φυσικά και έχει και μάλιστα πολύ σημαντική. Όχι όμως κεντρική. Στο κέντρο της γλωσσικής διδασκαλίας βρίσκονται (ή πρέπει να βρίσκονται) οι ζωντανές ομιλούμενες γλώσσες. Αυτό επιτάσσουν όλα τα εκπαιδευτικά αναλυτικά προγράμματα σε όλον τον κόσμο.Η συσχετιστική μελέτη της ΑΕΓ και της ΝΕ μέσα από αυθεντικά κείμενα θα αναδείξει τις ομοιότητες και τις διαφορές των δύο γλωσσών και θα απαντήσει σε ερωτήματα που έχουν οι μαθητές  όπως «πώς, γιατί και πόσο αλλάζουν οι γλώσσες». Ας προσπαθήσουμε να σκεφτούμε μια γλωσσική διδασκαλία στο πλαίσιο της οποίας θα μελετούσαμε συγκριτικά τις γλώσσες του Ομήρου, της Σαπφώς, του Ισοκράτη, του Θουκυδίδη, του Αριστοτέλη, του Πτωχοπρόδρομου, των Ευαγγελίων, του Κορνάρου, του Σολωμού, του Παλαμά, του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ρίτσου, της Δημουλά, της Αγγελάκη – Ρουκ, θα καταλογογραφούσαμε ομοιότητες, διαφορές, αλλαγές και γλωσσικές μεταλλάξεις και ταυτόχρονα θα αντιλαμβανόμασταν το αν, το πώς και το γιατί αλλάζουν οι προτεραιότητες στις ζωές των ανθρώπων, άρα, πώς μετασχηματίζεται ο ιστορικός βίος. Δεν θα ήταν πολύ χρησιμότερο ένα τέτοιο μοντέλο διδασκαλίας από μια στείρα φορμαλιστική τυπολατρία χωρίς καμιά πρακτική χρησιμότητα; Εγώ, πάντως, είχα έναν δάσκαλο που μ’ έμαθε να διδάσκω έτσι.

 *Το κείμενό μου είναι αφιερωμένο στην μνήμη του αγαπημένου μου δασκάλου Δημήτρη Αρχοντάκη ο οποίος μελέτησε με αγάπη και σεβασμό την αρχαία ελληνική γλώσσα, υπήρξε δεινός χρήστης και χειριστής της Νεοελληνικής, αγωνίστηκε με πάθος για την διάσωση της κρητικής γλώσσας, της γλώσσας του λαού του νησιού του και δικής του, και απέδωσε σε όλες αυτές τις γλώσσες την θέση που τους αξίζει.

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Allen, W.S. [1968] 1987. Vox Graeca: A guide to the pronunciation of classical Greek. Cambridge: Cambridge University Press.

Browning, R. 1969. Ηελληνικήγλώσσα, μεσαιωνικήκαινέα (Μτφρ. Δ. Σωτηρόπουλος). Αθήνα: Παπαδήμας.

European Centre for Modern Languages of the Council of Europe.https://www.ecml.at/Home/tabid/59/language/en-GB/Default.aspx

Θεοδωρόπουλος, Τ. 2016. Γιατί χρειάζονται τα αρχαία ελληνικά. Καθημερινή (5.6.2016). Ανακτήθηκε από https://www.kathimerini.gr/opinion/862522/giati-chreiazontai-ta-archaia-ellinika/

Ladefoged, P. 2001. Vowels and consonants: An introduction to the sounds of languages. Oxford: Blackwell.

Πετρούνιας, Ε. 2001α. Η προφορά της αρχαίας ελληνικής. Τεκμήρια και υποθέσεις. Στο Χριστίδης, Α.-Φ. 2001 (επιμ.). 410-420.

Πετρούνιας, Ε. 2001β. Η προφορά της κλασικής ελληνικής. Στο Χριστίδης, Α.-Φ. 2001 (επιμ.). 402-409.

Πετρούνιας, Ε. 2001γ. Εξέλιξη της προφοράς κατά την ελληνιστική εποχή. Στο Χριστίδης, Α.-Φ. 2001 (επιμ.). 442-450.

Πετρούνιας, Ε. 2001δ. Η προφορά της αρχαίας ελληνικής στους νεότερους χρόνους. Στο Χριστίδης, Α.-Φ. 2001 (επιμ.). 947-957.

Συμβούλιο της Ευρώπης. 2001. Κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο αναφοράς για τη γλώσσα: εκμάθηση, διδασκαλία, αξιολόγηση. Ανακτήθηκε από

http://www.pi-schools.gr/lessons/english/pdf/cef_gr.pdf.

Χριστίδης, Α.-Φ. (επιμ.) 2001. Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: Από τις αρχές ως την ύστερη αρχαιότητα. Θεσσαλονίκη: Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας & Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *