cf80ceb1cebdcf84ceadcf81cebcceb7 cebacf81ceaecf84ceb7 ceb4ceb9ceaeceb3ceb7cebcceb1 cf84cebfcf85 cebacf89cf83cf84ceae cf86cf81ceb1ceb3

Τις μέρες αυτές συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη Μάχη της Κρήτης (20 Μαΐου με 1 Ιουνίου 1941). Ο φίλος μας ο Antonislaw, λοιπόν, μου έστειλε το διηγημα που θα διαβάσετε σήμερα, γραμμένο από τον λαϊκό λογοτέχνη Κωστή Φραγκούλη, με θέμα τη Μάχη της Κρήτης. Πέρυσι είχαμε διαβάσει ένα άλλο διήγημα του Φραγκούλη για το ίδιο θέμα, τον Κοκοβιό, ενώ πριν από μερικά χρόνια ο φίλος μας ο Αντώνης μας είχε στείλει ένα άλλο σχετικό διήγημα, του Νίκου και της Αργυρώς Κοκοβλή.

Το σημερινό διήγημα έχει δύο ιδιαιτερότητες. Η πρώτη, ότι δεν περιγράφει τη Μάχη από κοντά. Αντίθετα, είναι ένα χρονικό για το πώς ζήσανε τη Μάχη της Κρήτης ή -όπως λέει ο Φραγκούλης- τον απόηχο της «Μάχης» αποκλεισμένοι στη Θήβα μια ομάδα κρητικών φαντάρων, τα απομεινάρια της 5ης Μεραρχίας Κρητών που επέστρεφε από το Αλβανικό και το Μακεδονικό μέτωπο μετά τη συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς. Η δεύτερη ιδιαιτερότητα είναι ότι, σε αντίθεση με άλλα διηγήματα του Φραγκούλη όπως το προηγούμενο που είχαμε δει, το σημερινό είναι γραμμένο όχι στο κρητικό ιδίωμα αλλά στην κοινή νεοελληνική.

Όπως θα δείτε, ο Φραγκούλης υποστηρίζει ότι σκοπίμως δεν τους επέτρεψαν να διαπεραιωθούν στην Κρήτη γιατί οι Γερμανοί δεν ήθελαν να ενισχυθεί καθώς ήταν το τελευταίο εναπομείναν τμήμα του ελληνικού κράτους-είχε ήδη μεταφερθεί εκεί η κυβέρνηση- και είχαν σκοπό να το προσβάλουν από αέρος και να το καταλάβουν κι αυτό. Υπάρχει και ένα νεοριζίτικο που αναφέρεται στο γεγονός της κατάληψης της Κρήτης από τους Γερμανούς επειδή το νησί ήταν «ξαρμάτωτο και λείπαν τα παιδιά της» («Χίτλερ να μην το καυχηθείς«,στίχοι-μουσική εκτέλεση του λαουτιέρη Γιώργη Κουτσουρέλη (1914-1994) βασισμένο σε παραδοσιακή μελωδία και τραγούδι Χρήστος Κορωνιωτάκης που δισκογραφήθηκε μεταπολεμικά, στίχοι:

Χίτλερ, να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύρηκες και λείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα επολεμούσανε πάνω στην Αλβανία,
μα πάλι επολεμήσανε

Ο φιλος μας ο Αντώνης λέει ότι το κείμενο δεν είναι από τα δυνατότερα του Φραγκούλη καθώς βρίθει από στερεότυπες -τυποποιημένες εκφράσεις, κυρίως σχετικά με την περιγραφή των Γερμανών αλλά και της γενναιότητας των Ελλήνων και ιδιαίτερα των Κρητικών. Επίσης το κείμενο θυμίζει σε κάποια σημεία του και αντίστοιχους πανηγυρικούς λόγους με αφορμή την επέτειο της Μάχης της Κρήτης και είναι έντονα συναισθηματικά φορτισμένο.

Βέβαια θυμίζει περιγραφές ανθρώπων που είχαν ζήσει και πρωταγωνιστήσει στα γεγονότα και ίσως έχει αξία και σαν χρονικό αλλά και σαν ένα είδος λόγου και ύφος που πλέον δεν υπάρχει, που έφυγε καθώς έφυγαν σχεδόν όλοι οι πρωταγωνιστές των πολεμικών εκείνων γεγονότων.

battle of crete

ΠΑΝΤΕΡΜΗ ΚΡΗΤΗ

ΚΩΣΤΗ ΦΡΑΓΚΟΥΛΗ από τη συλλογή διηγημάτων «Κατσιφάρα»

Μάη έπεσε η πόλη. Μάη και η Κρήτη. Με πόλεμο η Βασιλεύουσα, με πόλεμο και το Θέμα της. Ο Μάης είναι μήνας «κάλλιστος πάντων». Στα βουνά βγαίνουν οι βοσκοί με τα κοπάδια τους κι οι χαράδρες αντιλαλούν λύρες, τραγούδια και γερακοκούδουνα. Οι πέρδικες πλουμίζουν τα πλάγια σύρνοντας τα πουλιά τους. Οι πετροκοτσυφοί σφυρίζουν ξένοιαστοι στα βράχια, και στις ρεματιές οι ποταμίδες έχουν μεθύσει και τραγουδούν και τις νύχτες ακόμη τον έρωτα και τη χαρά της ζωής.

Κάτω στη γης είναι στρωμένα μυριοπλούμιστα χιράμια και χαλιά για να περπατήσει πάνω τους η άνοιξη. Στον καταγάλανο ουρανό γυροφέρνουν χελιδόνια. Κι η θάλασσα κάτω μουρμουρίζει τον ασίγαστο καημό της… Όλος ο κόσμος πλέει μέσα σ’ ένα όνειρο, απαλό κολυμπά σε μια ποίηση που ομορφαίνει τη ζωή.

Όμως ξαφνικά το Μάη εκείνο, το σκηνικό άλλαξε. Ο ουρανός γέμισε πουλιά παράξενα, σιδερένια, που στρίγγλιζαν και σκορπούσαν το θάνατο στην ανθισμένη Κρητική γης. Χιλιάδες ακρίδες. Οι λύρες στα βουνά σώπασαν, το τραγούδι των πουλιών έπαψε κι οι αγαθοί ξωμάχοι, που είχαν ακονίσει τα δρεπάνια για το θέρος σαν ελούφαξαν για λίγο από τ’ αναπάντεχο, ξεχύθηκαν ύστερα κινημένοι από μιαν αόρατη δύναμη στον κάμπο ν’ αφανίσουν την ακρίδα. Κι’ άρχισαν άλλο θέρο. Να θερίζουν τα κορμιά των εχθρών που έπεφταν σαν βροχή για να πατήσουν την απάτητη Κρήτη.

Κείνες τις μέρες βρισκόμουν μαζί με κάτι λείψανα της Μεραρχίας Κρητών στη Θήβα, γιατί το Γερμανικό Στρατηγείο δεν μας άφησε ούτε στην Αθήνα να φτάσωμε. Μας γύρισε πίσω από τα Μέγαρα. Η Κρήτη έπρεπε να βρεθεί χωρίς τα νέα, τα στρατευμένα παιδιά της που είχαν γυρίσει από το Αλβανικό έπος για να είναι ευκολώτερη, τόπος πιο ευάλωτος στη μπότα τους. Τους γέρους και τα παιδιά και τις γυναίκες που είχαν μείνει, ποιος τους λογάριαζε…

Όμορφο μέρος η Θήβα. Τρεχούμενα νερά στους δρόμους, θεώρατα πλατάνια και λεύκες να συμπλέκονται καταπράσινες αψίδες αποπάνω σου. Ήμεροι άνθρωποι, αγαθοί, δουλευτάδες, έμποροι και μαγαζατόροι, ξωμάχοι κι ακούραστη αργατιά. Και γης καρπερή, καλογέννα, παχειά.

Κάτω στον κάμπο, απλώνεται ξεραμένη τώρα η λιπαρή κοίτη της Κωπαΐδας, γεμάτη μποστάνια, νερά τρεχούμενα και δάσο τα δέντρα στις παρυφές της.

Σε μιαν άκρη, τρέχει θλιμμένη λες η βρύση της τραγικής μητέρας της Νιόβης που προκάλεσε τη ζήλεια της φιλέκδικης Ήρας και της κεραύνωσε τα παιδιά της.

Στ’αρχαία τείχη…

Στη βρύση της Νιόβης εκεί πέρα στην άκρη της λεωφόρου έπαψε λες να κλαίει τα δώδεκα παιδιά της και θρηνεί τώρα καθώς βλέπει τα στίφη του Χίτλερ να βιάζουν ξεδιάντροπα την πανέμορφη ελληνική λευτεριά, μπρος στα σβυσμένα από το κλάμα της μάτια.

Όπως σ’όλη την Ελλάδα, ο Μάης είναι όμορφος κι εδώ, ίσως πιο πολύ κι από άλλους τόπους. Γιατί το μέρος έχει δυο πρόσωπα. Το ένα σκεπασμένο από πλούσια βλάστηση και τ’άλλο με κιτρινισμένα πρώιμα σπαρτά. Η παχιά Βοιωτική πεδιάδα είναι μια θάλασσα χρυσά στάχυα που κυματίζει κάτω από τη μαγιάτικη αύρα και περιμένει το γυαλιστερό δρεπάνι και το τραγούδι του θεριστή.

Όμως το δρεπάνι μαρμάρωσε ανάερα καθώς έπαιξε στα χέρια των θεριστάδων και το τραγούδι πάγωσε μισοειπωμένο στα στόματά τους. Τα εύχυμα παρθενικά χείλη των κοριτσιών που πήγαν για θέρο ξεράθηκαν από αγωνία καθώς άκουσαν το στριγγό ήχο των γερμανικών στούκας να περνούν κατά κύματα πάνω από τα εράσμια νεανικά κεφάλια τους και να φεύγουν βιαστικά για το νότο.

— Πού πάνε; ρωτούσαν μεταξύ τους.

— Πού πάνε; ρωτούσε κι η ηχώ, που παραμόνευε κρυμμένη στους όχτους της ρεματιάς.

— Πού πάνε;

— Στην Κρήτη, απάντησαν οι σιγανοί αγέρηδες του κάμπου…

— Στην Κρήτη!

Εκεί κάτω είχε λουφάξει αφού έδωσε σκληρή μάχη με τον επιδρομέα η Λευτεριά, η Τιμή, η Αξιοπρέπεια όχι μόνο η Ελληνική αλλά και της Ευρώπης ολόκληρης. Η μόνη ελεύθερη κι αμόλευτη άκρη του αιώνιου Ευρωπαϊκού χώρου ήταν η Κρητική γης. Κι εκεί κάτω πήγαιναν τώρα μαύρα τα χαλύβδινα πουλιά.

— Στην Κρήτη! είπαν σιγανά μεταξύ τους κι οι πολίτες καθώς έβλεπαν κι αραίωναν οι πυκνοί βιγλατόροι της Θήβας τραβώντας κι αυτοί κατά το νότο… Και περίμεναν, συνηθισμένοι, από την ορμητική προέλαση που είχαν κάμει σε άλλους τόπους οι Ναζήδες, με κομμένη ανάσα ν’ ακούσουν την άλλη μέρα πως κι η Κρήτη πατήθηκε, η Κρήτη έπεσε.

Όμως την άλλη μέρα το βρούχος των αεροπλάνων ήταν δυνατότερο. Τα χαλύβδινα πουλιά περισσότερα…

— Πού πάνε τόσα πουλιά; είπαν.

— Στην Κρήτη!

— Μα δεν πατήθηκε λοιπόν ακόμη η Κρήτη;

— Όχι δεν πατήθηκε, βαστά! Μάχεται…

Κοιτάχτηκαν με απορία μεταξύ τους οι αγαθοί ανθρώποι. Αυτό που άκουσαν ήταν απίστευτο.

— Βαστά το λοιπόν; επανέλαβαν σα να μην το πίστευαν.

— Βαστά! ξαναείπε η φωνή…

— Ώστε δεν είναι ανίκητος ο Γερμανός;

— Όχι, δεν είναι! απάντησε μια οργισμένη φωνή από τις Κρητικές Μαδάρες.

Οι ψυχές σφίχτηκαν τότε με αγωνία κι ο νους των Θηβαίων πέταξε ανάλαφρος προς τα κάτω κι ήρθε στην Κρήτη που πάλευε. Οι πιο πολλοί πριν δεν την ήξεραν πρά σαν τόπο μακρινό, νησί καταμεσίς του φουρτουνιασμένου πελάγου, ένα βράχο ξερό που πάνω του τελειώνει η Ελλάδα. Μόνο η Ελλάδα; Η Δύση, η Ευρώπη, ο κόσμος ο πολιτισμένος, ο παλιός, των μύθων, των θρύλων, της ιστορίας, από ‘δώ ξεκίνησε κι εδώ τελεύει… Μια σπίθα ελπίδας έλαμψε στα σκοτεινά, τα θλιμμένα μάτια των ανθρώπων.

— Η Κρήτη βαστά το λοιπόν, ξαναείπαν. Κι ανάσαναν βαθιά την ελπίδα στα στήθη τους.

Πέραση κι η δεύτερη μέρα κι η τρίτη, μέσα σ’ ένα χρυσομαγιάτικο φως, που σκέπαζε την αγωνία του κόσμου. Ήρθε η τέταρτη κι οι λίγοι Γερμανοί σκυθρώπαζαν πιο πολύ, τα οχήματα στρίγγλιζαν πιο δυνατά. Ο αέρας λες κι έγινε ξαφνικά πιο βαρύς και τον ανάσαιναν σαν ασθματικοί που ανεβαίνουν ορθό ανήφορο…

Στον ουρανό ξαναφάνηκαν άλλα σιδερένια πουλιά, κοπάδια όρνια, να τραβούν στο δρόμο των άλλων που πέρασαν χτες αντιπροχτές, κουβαλώντας καινούργια θύματα για τον Κρητικό Μινώταυρο, που ξύπνησε φοβερός κι ανελέητος από τα βάθη της ιστορίας. Και πεινασμένος για εχθρικά κορμιά.

— Πού πάνε, πάλι;

— Στην Κρήτη!

— Δεν έπεσε το λοιπόν;

— Όχι, δεν έπεσε, ξαναείπε η φωνή.

Τότε κατάλαβαν πως η Κρήτη δεν ήταν σαν την άλλη γης που πάτησαν οι εχθροί. Το χώμα, οι πέτρες, το νερό της, ο αγέρας, οι άνθρωποί της, τα νεύρα της, η ιστορία της, το σήκωναν το μολύβι και τη φωτιά που τους έριχνε αδιάκοπα ο Γερμανός από πάνω τους.

— Η Κρήτη παλεύει!

— Η Κρήτη μάχεται!

Σηκώθηκε τότε μια φωνή από χιλιάδες στήθη. Κι οι πολίτες κι αγρότες κι οι ξωμάχοι κοίταζαν εμάς τους Κρητικούς κι έβγαζαν τα καπέλα τους. Άπλωναν τα χέρια και μας άγγιζαν με περιέργεια, με σεβασμό να δουν αν είμαστε άνθρωποι σαν κι αυτούς. Μας έσφιγγαν πιο ζεστά τώρα το χέρι από πριν και μας έλεγαν σιγανά:

— Μπράβο σας Κρητικοί.

— Να ζήσ’ η Κρήτη!

Κι εμείς νιώθαμε σα να σφετεριζόμαστε τη δόξα για τα κατορθώματα των δικών μας κάτω, γιατί δεν μας άφησαν αλλά μας κράτησαν αλλάργο από τη δόξα και τις δάφνες που ξαναβλάστησαν από τις παλιές ρίζες της πολύχυμης κρητικής γης να την σκεπάσουν άλλη μια φορά…

Στα χωράφια και στα μποστάνια, τα μαγαζιά και τα καλυβόσπιτα οι άνθρωποι δεν μιλούσαν παρά για τα πυκνά «περάσματα» των στούκας και τη μάχη που γινόταν στην Κρήτη. Σιγανά, χαμηλόφωνα μα με φτερωμένη καρδιά, λες κι η μάχη που έδιναν εκεί στο νότο οι Κρητικοί να ήταν λοστάρι και σήκωνε τη βαριά ταφόπετρα και ξεπλάκωνε την ψυχή τους.

— Η Κρήτη πολεμά, δεν παραδίδεται! ακούστηκε πάλι μια φωνή…

Και τότες όλες οι καρδιές γέμισαν Κρήτη. Όλα τα μάτια καθρέφτιζαν Κρήτη, όλα τα μέτωπα έγραφαν Κρήτη, όλα τα χείλη πρόφεραν Κρήτη.

Κι ο αγέρας κι ο ήχος του ποταμού κι οι μπαμπακόμυλοι στο ρέμα κι οι φυλλωσιές στα δέντρα και τα πουλιά, που φώλιαζαν κλωσσισμένα, και τα κερκίνια στις τρυποθυρίδες του αρχαίου τείχους, όλα φώναζαν: Κρήτη!… Κρήτη!… Κρήτη! Κι ο αντίλαλος σκέπαζε όλη την Βοιωτική πεδιάδα…

Ξαφνιασμένοι κι εμείς οι ίδιοι περιφέραμε την έκπληξή μας με σεμνή έπαρση καθώς περνούσαμε τους δρόμους της Θήβας και τις γειτονιές της κι ο κόσμος μας έδειχνε κι έλεγε:

— Περνούν οι Κρητικοί. Και μας καμάρωναν.

Όπως λίγες μέρες πριν όταν περνούσαμε γυρίζοντας από την Αλβανία το Ευηνοχώρι μια σεβάσμια κι αρχοντική γυναίκα μαζί με τρεις εγγονές της χαριτωμένες σαν ανοιξιάτικο πρωινό μάς έρραιναν με ροδοπέταλα κι άνθη, έτσι κι εδώ τα κορίτσια μάς πρόσφεραν λουλούδια κι οι μητέρες τους, πιο ξεθαρρεμένες αυτές, μας προσκαλούσαν να μας κεράσουν γλυκό, να μας πλύνουν κάτι, να μιλήσουν με Κρητικούς και να μας κάμουν να ξεχάσωμε την ταλαιπωρία της Αλβανικής μάχης. Να μας δώσουν αυτό που λείπει σε κάθε στρατιώτη: τη θαλπωρή του σπιτιού, τη χαρά της οικογένειας.

Τα βράδια με το ηλιοβασίλεμα τα κορφοβούνια πέρα ρόδιζαν μα οι άνθρωποι θαρρούσαν πως ήταν οι ανταύγειες από τη μάχη που δινόταν κάτω στην Κρήτη. Έστηναν αυτί κι ακροάζονταν ν’ ακούσουν λες τον αχό της. Οι πιο ευφάνταστοι νόμιζαν πως τον άκουαν κι έλεγαν:

— Η Κρήτη μάχεται ακόμη, δεν πέφτει, βαστά!

— Έξι μέρες και βαστά; Η Γαλλία έπεσε μόνο σε τρεις!

— Βαστά ξαναείπαν. Δεν γονατίζει, δεν γονάτισε ποτέ.

Κι αλήθεια η Κρήτη πάλευε όπως πάντα της, αφότου στάθηκε μέσα στο κύμα, οργισμένη, ορθή, απροσκύνητη. Οι Θερμοπύλες έφυγαν από τα στενά τους κι ήρθαν στην Κρήτη. Κι ο Λεωνίδας έγινε κι αυτός Κρητικός και παλεύει με το Διγενή μαζί τους Μήδους κάτω από τον ίσκιο χιλιάδων αεροπλάνων, όπως άλλοτε στην ιστορική μάχη κάτω από τα βέλη του Ξέρξη που εκάλυπταν τον ήλιο με το πλήθος τους.

— Οι βάρβαροι δεν θα περάσουν! Αυτή την επιταγή της ιστορίας εκτελούσαν τώρα οι Κρητικοί. Και όπου βρέθηκε ο καθένας, στον κάμπο, στο βουνό, στη θάλασσα, έτρεξε να στοιχηθεί στη φάλαγγα του χρέους.

— Παντέρμη Κρήτη! Πάλι σε σένα έλαχε ο κλήρος της ιστορίας να κάμεις ό,τι δεν μπόρεσαν να κάμουν λαοί πλούσιοι, πάνοπλοι, μυριάδες μυριάδων περισσότεροι. Κι αφήκαν να περάσουν οι βάρβαροι άλλοι δίχως μάχη κι άλλοι προσφέροντας «γην και ύδωρ».

Εσύ, αντρειωμένη κι ασυνήθιστη σε προσκυνήματα, τους έριξες το πηγάδι, όπως οι Σπαρτιάτες την Πρεσβεία του Ξέρξη που τους ζήτησαν τα σημάδια της υποταγής. Και τους προσκάλεσες με τη φράση του Λεωνίδα «Μολών λαβέ» προτάσσοντας στα σύγχρονα και φοβερά όπλα τους την άοπλη, τη γυμνή αλλά σιδερένια κι ακατάβλητη ψυχή σου… Ο Δαβίδ θα παλέψει άλλη μια φορά με τον πάνοπλο Γολιάθ. Η σφεντόνη θα μετρηθεί με την ακονισμένη μάχαιρα και το μακρύ ξίφος…

Ο κόσμος στην όμορφη τούτη Βοιωτική Πολιτεία, την κοιτίδα αυτή των θρύλων και της ιστορίας, παρακολουθούσε με κομμένη ανάσα τη γιγαντομαχία των Κρητικών με τις σιδερόφρακτες ορδές των Ναζήδων. Οι Γερμανοί γινότανε κάθε μέρα πιο σκυθρωποί, πιο νευρικοί, πιο τραχείς. Και τις νύχτες έφταναν νοσοκομειακά οχήματα γεμάτα πληγωμένους στρατιώτες σημάδι πως η Κρήτη βαστά γερά.

— Η Κρήτη μάχεται, δεν γονατίζει!

— Παντέρμη Κρήτη!…

Η Φήβα, όπως τη λένε τη Θήβα οι χωρικοί, που μαζί με τη δική μας γλώσσα μιλούν κι Αρβανίτικα, είναι, όπως είπα, πνιγμένη στο πράσινο. Πλατάνια πανύψηλα και λεύκες υψικάρινες ορθώνονται πάνω από τη σκεπή των σπιτιών, που είναι- ήταν τότες το 1941- σκεπασμένα με κόκκινα κεραμίδια.

Κάτω απ’ αυτά καθώς και στις θυρίδες των τειχών του Κάδμου που σώθηκαν από την άγρια κατεδάφιση των Σπαρτιατών του Αγησίλαου, φωλιάζουν πολυθόρυβα κερκίνια, μικρά γερακόμορφα πουλιά, όπως σ’ εμάς εδώ τα σπουργίτια. Τώρα το Μάη μάλιστα που ζευγαρώνουν σκεπάζουν με τις φωνές τους και τα φτερουγίσματα όλη την πόλη και της δίνουν μια ξεχωριστή- αγροτική θα έλεγα- γραφικότητα. Ένα χρώμα που δεν το βρίσκετε σε άλλα αστικά κέντρα. Κι αυτό πυκνώνει τη γοητεία της.

Η θάλασσα είναι μακριά κι απροσπέλαστη για τη Βοιωτική πρωτεύουσα. Πολλοί χωρικοί δεν την είδαν, δεν την ξέρουν ακόμη παρά την άκουσαν ή την διάβασαν στο μικρό χάρτη του σχολείου τους. Ή την πρωτοείδαν πηγαίνοντας στο στρατό. Γι’ αυτούς όλους του απλοϊκούς κι άπραγους από αλμυρό νερό, άγευστους από την Κίρκη την κυματούσα, που μια να σε πάρει στην αγκαλιά της δεν σ’αφήνει πια να της ξεφύγεις, εμείς οι Κρητικοί λογαριαζόμαστε θαλασσινοί.

— Κατά πού πέφτ’ η Κρήτη, ρωτούσαν, όταν έμαθαν πως εκεί κάτω γινόταν μέρες τώρα μια μάχη που δεν ήταν σαν τις άλλες, που δεν χτυπιόταν στρατός με στρατό, τουφέκι με τουφέκι, μαχαίρι με μαχαίρι, αλλά χτυπιόταν μολύβι με το γυμνό στήθος, τ’ οπλισμένο χέρι με τ’ άοπλο, το μυριόσφαιρο πολυβόλο με την αξίνα, το ατσάλι με την στραβόβεργα, τα φλογοβόλα με το προγονικό μονοντούφεκο και το σκουριασμένο σισανέ.

— Κατά κει που πάνε τ’ αεροπλάνα, τους απαντούσαν.

— Κατά την Αθήνα;

— Πιο κάτου ακόμη καταμεσίς του πελάγου.

Έβαλαν τότες αντήλιο τις χοντρές ροζιασμένες παλάμες τους και κοίταζαν τον ουρανό που έσκιζαν την αιθρία του τα σιδερένια όρνια τραβώντας έβδομη μέρα στη σειρά κατά το νοτιά.

— Πολεμά η Κρήτη το λοιπόν ακόμη;

— Πολεμά!…

Στο μικρό εκκλησάκι τ’ Άη Δημήτρη, που φιλοξένησε μια ομάδα Κρητικούς τις πρώτες μέρες που πήγαμε στη Βοιωτία, ερχόταν σαν κατανυκτική λιτανεία οι απλοϊκές γυναίκες της Φήβας ν’ ανάψουν ένα κεράκι στην εικόνα του. Έκαναν το σταυρό τους, φιλούσαν τα πόδια του στρατιώτη που άγιασε και τον παρακαλούσαν ψιθυριστά.

— Τι του ζητάτε; ρώτησε κάποιος μια γυναίκα ψηλή, μαυροφορεμένη, με σεμνό περπάτημα και σεμνότερο βλέμμα.

— Να τρέξει στην Κρήτη, σαν δεν μπορούμε να πάμ’ εμείς…

— Να σκοτώσει τον καινούργιο δράκο, που πήγε να καταπιεί την Κρήτη, απάντησε μια δεύτερη, το ίδιο αντρογυναίκα κι όμορφη σαν την πρώτη, σαν όλες τις συμπατριώτισσες της Ιοκάστης.

Μικροί-μεγάλοι, αστοί και χωριάτες, γυναίκες κι άντρες, είχαν κάμει συνείδηση τους την κραταιή μάχη που γινόταν στο τελευταίο τούτο φρούριο του πολιτισμένου κόσμου. Η Κρήτη κείνες τις μέρες ξανάγινε το άπαρτο κάστρο, καθώς ήταν πάντα, για κάθε αφέντη.

Και μαζί τους κρατούσε την αναπνιά της από κατάπληξη και δέος όλ’ η Ευρώπη, όλος ο ελεύθερος κόσμος που δεν βρισκόταν ακόμη κάτω από τη μπότα του στυγνού κατακτητή. Που μπορούσε ν’ αναπνέει ελεύθερος έξω από τα κρεματόρια του Νταχάου και δεν είχε γίνει ακόμη σαπούνι και λίπασμα για τα μποστάνια και τα χωράφια του τρίτου Ράιχ… Ο κόσμος που στεκόταν έξω από τη δίνη της φρίκης των Ναζήδων.

Μα κι ο σκλαβωμένος, ο ξεπνοϊσμένος από τα μαρτύρια και την πείνα. Γιατί η Κρήτη ρεζίλεψε με την μάχη της το γόητρο του Άξονα κι έδινε θάρρος κι ελπίδα λευτεριάς στον κόσμο.

Ο ήλιος της ελευθερίας που πλαταίνει το νου και φωτίζει την καρδιά, που ζεσταίνει τις ψυχές και βλασταίνει κι ανθίζει τη γης, πήγαινε να δύσει εκεί κάτω στην έσχατη γωνιά της Ευρώπης. Κι η Κρήτη πάλευε μονάχη να διώξει την παγωνιά και τα σύννεφα που κατέβαιναν από το βορά βαστώντας τον κεραυνό και την καταιγίδα, να μην την σκεπάσει.

Έβαζε το κορμί της ανάχωμα να σταματήσει την πλημμύρα του Ρήνου. Την ψυχή της μετερίζι, το κορμί της φράγμα να μην περάσει ο Ναζισμός από πάνω της.

Τα κεράκια που έφεγγαν ιλαρά μπροστά στην εικόνα τ’ Άη Δημήτρη και στις άπειρες άλλες εκκλησίες της Φήβας ίσως ήταν πιο πολλά παρά οι Κρητικοί πολεμιστάδες. Όμως κι οι λίγοι αυτοί δεν φοβήθηκαν τον αριθμό, δεν δείλιασαν το ατσάλι, δεν λογάριασαν το αίμα παρά μόνο την τιμή της Κρήτης, την ανθρωπιά της Κρήτης, την ιστορία της Κρήτης. Τη Λευτεριά της Κρήτης- τη λευτεριά του κόσμου όλου.

Και δεν υπέκυψε, δεν εγονάτισε, δεν επροσκύνησε. Αντιστάθηκε, πάλαιψε, κι έδωσε τη Μεγαλύτερη Μάχη και την πιο πρωτότυπη που δόθηκε ποτέ στα χρονικά των πολέμων. Και νίκησε. Γιατί, μέσ’από τα αίματα και τον κουρνιαχτό της Μάχης της Κρήτης, πέταξε τ’ ασπροφτέρουγο περιστέρι της Νίκης για να φέρει το μέγα μήνυμα στον κόσμο: Πως τα νερά του κατακλυσμού σταμάτησαν στο μεγάλο ανάχωμα που έκαμαν οι Κρητικοί με τα κορμιά τους, με την ψυχή τους, με την καρδιά τους και η Κρήτη έγινε το Θαβώρ για τους απελπισμένους και πλημμυρισμένους λαούς.

Η αρχή του τέλους του Ναζισμού είχε γίνει από τ’ αγιασμένα χώματά της. Το νησί πατήθηκε, μα δεν εσυνθηκολόγησε. Απροσκύνητα έμειναν τα βουνά, ο Ψηλορείτης, οι Μαδάρες, Στεία- Γραμπούσα κι οι ψυχές των Κρητικών αλύγιστες, ορθές…

Τριάντα χρόνια έχουν περάσει από τότε κι η μνήμη ζωντανή και δυνατή πετά τις μέρες τούτες πάνω από τη θάλασσα, πάνω από τις στεριές για να φτάσει στην όμορφη βοιωτική πολιτεία της Θήβας. Να δροσιστεί κάτω από τα σκιερά πλατάνια της, ν’ακούσει τον ψίθυρο που κάνουν οι λεύκες τα βράδια, να συναντήσει δροσερά, νεανικά πρόσωπα, να σφίξει φιλικά χέρια, να δει φλογισμένα μάτια και ν’ ανασάνει εκείνο τον αέρα που ερχόταν ως εκεί πάνω ζεστός, φλογισμένος, από τη Μάχη που έδιναν οι δικοί μας εδώ κάτω.

Και θέλω να προσθέσω ακόμη, προτού κλείσω το μέγα θέμα για το πώς ζήσαμε τον απόηχο της «Μάχης» κλεισμένοι στα μακρινά τείχη του Κάδμου της Θήβας. Ωχρή μονάχα εικόνα έδωσα με το σύντομο χρονικό που γράφω τριάντα χρόνια μετά [σημ. 1974 γράφτηκε] τη συγκλονιστική εκείνη αναμέτρηση της ψυχής με το ατσάλι. Κι όμως η συγκίνηση εκείνη, η αγωνία, η περηφάνεια, η έπαρση για όσα πρωτάκουστα γινόταν εδώ κάτω είναι ζωντανή, ακατάλυτη, ακμαία σα να ήταν χτες.

Δεν μας άφησαν να περάσωμε κάτω και να γυρίσωμε στα σπίτια μας, όπως οι άλλοι στρατιώτες με το τέλος του πολέμου. Και άοπλοι ακόμη, γυμνοί, με την ψυχή μόνο σαν όπλο, είμαστε γι’ αυτούς επικίνδυνοι κι έπρεπε να κρατηθούμε μακριά. Γιατί, ποιος ξέρει, ίσως αν είχαμε φτάσει λίγο νωρίτερα, η Κρήτη θα βαστούσε μέχρι τέλους, δε θά’πεφτε. Κι ο Γερμανός θα πετιώταν ντροπιασμένος, για πρώτη φορά στην ιστορία του, στην άγρια Κρητική θάλασσα. Δεν θα περνούσε.

Έτσι κρατηθήκαμε όχι μόνο πριν αλλά και μετά τη «Μάχη», που δεν τέλειωσε βέβαια ποτέ παρά μόνο σαν ήρθε η Λευτεριά πίσω στην κοιτίδα της, κι οι Ναζήδες έμειναν απάνθρωπη μνήμη και η Κατοχή σκληρή εμπειρία.

Δεν τέλειωσε η «Μάχη», μικρή μόνο ανάπαυλα έκαμε. Γιατί, όταν η Κρήτη ποντίστηκε, όπως και όλη η Ευρώπη, μέσα στη φοβερή παλίρροια του Χίτλερισμού, τα βουνά της τ’ αγέρωχα, οι μαδάρες της, οι περήφανες, ύψωναν τις κορφές τους πάνω από το μαύρο νερό του κατακλυσμού σαν σωσίβια. Κι άνοιξαν τις λαγκαδιές τους, έδωσαν τα φαράγγια τους, πρόσφεραν τα λημέρια τους να δεχτούν και ζεστάνουν και να εμψυχώσουν τους πρώτους Χαΐνηδες. Τους πρώτους αντάρτες, που θα πλήθαιναν ύστερα, θα πυκνώνονταν για να γίνουν πληγή αγιάτρευτη, πόνος θανάσιμος στα στήθη του σιδερόφρακτου κατακτητή.

Φανερά εκεί πάνω στις απάτητες κι απροσκύνητες κορφές και κρυφά, συνωμοτικά στις πολιτείες και τα χωριά του κάμπου, οι Κρητικοί οργάνωσαν την αντίστασή τους. «Του Έλληνος ο τράχηλος ζυγόν δεν υποφέρει». Του Κρητικού από τη φύση του, την παράδοση, ατζούμπαλος κι ανυπόταχτος, ένα παραπάνω…

Έσκυψε η ψυχή της Κρήτης κάτω από το βαρύ όγκο του εχθρού, τον ασήκωτο, μα δεν ελύγισε, δεν έσπασε. Κι έτρεξε στα γνώριμα, τα πατρογονικά λημέρια, τα αιώνια, στην υπερήφανη Ρίζα, στα Θεόκτιστα κάστρα της Κρήτης να συνεχίσει από κει πάνω τη «Μάχη» της.

Οι φωτιές των παλιών ξεσηκωμών που έδιωξαν τον άλλα προαιώνιο εχθρό του Γένους- τον Τούρκο- δεν είχαν σβήσει ακόμη. Οι εστίες ήταν ζεστές, και κάτω από την τέφρα των καιρών οι σπίθες, λες από τη μοίρα κρυμμένες, περίμεναν τα χέρια που θα τις άναβαν. Και σε λίγο, «η Κρήτη από φλόγες ζωσμένη», Γραμπουσα, Κάβο Σίδερο, ήταν μια φωτιά που φλόγιζε και καμίνευε τον ουρανό και τις καρδιές για να βγει από μέσα ο Φοίνικας της Λευτεριάς που θ’ άπλωνε τα φτερά του σ’ όλο τον απελπισμένο, τον αλυσοδεμένο, το μελλοθάνατο κόσμο. Ένα νέο Αρκάδι με την απόφαση της Θυσίας είχε γίνει μονομιάς όλο το Νησί.

Οι μέρες λοιπόν κι οι μήνες περνούσαν κι εμείς είχαμε ξεχαστεί εκεί την όμορφη τη γραφική Φήβα, που μας αγάπησε και μας υιοθέτησε σαν πραγματικά παιδιά της. Μάταια περιμέναμε μια είδηση, ένα μήνυμα, ένα μαντάτο, μια παραγγελία, μια διαταγή τέλος πάντων για να φύγωμε.

Ο δήμαρχος Γιάννης Κτιστάκης, δικηγόρος- καλή του ώρα αν ζει ακόμη- Κρητικός από τη γειτονική μας Ρογδιά, καθώς κι ο δήμαρχος Μεγαρέων κ. Μαυρικάκης, Κρητικός κι αυτός, από το Κάτω Μεραμπέλλο- που είχε την ευθύνη μας γιατί δεν υπήρχε άλλη πολιτική αρχή ακόμη να μας επιτηρεί, μας έλεγε:

— Πού βιάζεστε να πάτε; Καλά θα περάσωμε ‘δω, η Θήβα είναι πλούσιος τόπος και δεν θα πεινάσετε…

Ο λόγος του δεν ήταν άδειος, γιατί κείνες τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού άρχισε να φανερώνεται ο δίδυμος αδερφός του Ναζισμού, η πείνα. Τα είδη άρχισαν να σπανίζουν, τα λεφτά να χάνουν τη δύναμή τους και η μαύρη αγορά να ρουφά σαν μυθικό τέρας το αίμα του φτωχού λαού που βρέθηκε στις πολιτείες χωρίς ψωμί, χωρίς λάδι, χωρίς απαντοχή…

Στα πλούσια χωριά του βοιωτικού κάμπου ερχόταν κιόλας από την πεινασμένη Αθήνα τω πρώτα καραβάνια των αυτοκινήτων ζητώντας να βρουν τρόφιμα όσο-όσο, κουβαλώντας μαζί με τα πληθωρικά λεφτά τους και τις πρώτες μαύρες ειδήσεις για το λιμό που είχε πέσει στο αττικό λεκανοπέδιο.

Μια σιγουριά λοιπόν ήταν η Θήβα για μας τους αναγκαστικά ξενιτεμένους, τούτη τη δύσκολη ώρα, γιατί πραγματικά ο τόπος ήταν καρπερός, οι άνθρωποι καλοί κι ο λιμός δε θά’ μπαινε ποτέ στην πολιτεία. Θα τον απέκρουε όπως στ’ αρχαία χρόνια τους ξένους καταδρομείς. Τ’ αλώνια γύρω κι ο κάμπος της Κωπαΐδας την έκαναν απόρθητη.

Όμως, δεν ήταν να μείνωμε για πολύ στην όμορφη τούτη και φιλόξενη γωνιά. Σιγά-σιγά, ένας-ένας γλιστρούσε κι έφευγε στην Αθήνα. Κατέβαινε ύστερα στον Πειραιά κι από εκεί, μαζί με άλλους, εύρισκαν ακριβοπληρωμένα καΐκια και ξεμπάρκαραν στις έρημες κι αφύλαχτες ακρογιαλιές της Κρήτης.

Είχαν κινδύνους τα ταξίδια αυτά, γιατί γινότανε «κατσιρμά», κρυφά δηλαδή, και τ’ αεροπλάνα και τα πλοία του εχθρού σάρωναν κάθε τόσο τη στενή θάλασσα. Ο πόθος όμως να γυρίσωμε πίσω στα σπίτια μας, όχι νομίζω μικρότερος από νόστο που δοκίμασαν οι Μύριοι με τον Ξενοφώντα στην ιστορική Κάθοδό τους, μας έκανε να μην τους παίρνωμε στα σοβαρά.

Και μπαίναμε στη θάλασσα σπρωγμένοι από τ’ όραμα της Κρήτης και τον πόθο να βρεθούμε πάλι κοντά στους δικούς μας. Στις εστίες μας, ανάμεσα στους γέρους πατεράδες, τις στοργικές μάνες, να τους δώσωμε τη χαρά του γυρισμού μας προτού κλείσουν τα μάτια. Στις γυναίκες μας, που σαν τις πιστές Πηνελόπες του καιρού μας καρτερούσαν μ’ αγωνία τον Οδυσσέα τους από μιαν άλλη τραχειά Τροία. Στα μικρά παιδιά μας, που ξέχασαν το πρόσωπό μας και μονάχα τ’ όνομά μας ήξεραν από τις μητέρες τους και ξαφνιάζονταν για τον «ξένο» που ήρθε κι έκαναν πίσω και κρύβονταν στην ποδιά της μανούλας όταν μπαίναμε αξύριστοι, άγνωστοι, λιοψημένοι, τραχείς, στο μικρό χαμηλοτάβανο σπίτι. Κι έκλαιγαν καθώς τρέχαμε ν’ αγκαλιάσωμε τη μητέρα τους γιατί νόμιζαν πως θα τους την πάρωμε…

Φύγαμε, λοιπόν, αφήνοντας τη φιλόξενη, τη θετή γη της Θήβας, μα βρήκαμε πολλούς να λείπουν. Πολλούς που σκοτώθηκαν στη «Μάχη», πολλούς που βρήκαν το θάνατο στη φωτιά και το σίδερο που ξερνούσαν οι ουρανοί. Πολλούς που τους θέρισε το εκτελεστικό απόσπασμα, πολλούς που τους είχαν πάρει στην Ομηρία, πολλούς που δεν ήξεραν πού βρίσκονται, αν ζουν ή πέθαναν.

Τάφους και σταυρούς πολλούς κι ερείπια και χαλάσματα και μια θανάσιμη σκιά φόβου βρήκαμε. Και μαύρα πουκάμισα, μαύρα τσεμπέρια κατεβασμένα και μάτια θλιμμένα, πολλά μάτια. Άλλα γεροντικά σβυσμένα κι άλλα νεανικά που είχαν γεννηθεί να γελούν και να παίζουν ερωτικά, μάτια παρθενικά που καθρέφτιζαν όνειρα, βουτηγμένα όλα στα δάκρυα.

Η Κρήτη όλη, Γραμπούσα- Στεία, ήταν ένας πόνος, μια φρίκη, μια πληγή, μια ματωμένη σάρκα. Μα και μια μεγάλη απόφαση: Ν’αντισταθεί. Να ξεσηκωθεί. Να πεθάνει, παρά ν’ αφήσει το Γερμανό στα χώματά της. Να βγει στα βουνά, καθώς οι Λιάπηδες κι οι Χαΐνηδες, που δεν άφησαν μήτε κι άλλο δυνάστη να φάει γλυκό ψωμί, να δει μιαν άσπρη μέρα, να κοιμηθεί και να χορτάσει όνειρα κι ύπνο μιαν ήσυχη νύχτα.

Με την απόφαση αυτή του θανάτου πολέμησε πέντε χρόνια η Κρήτη κι υποχρέωσε την ιστορία να γράψει μια ξεχωριστή σελίδα που όμοιά της δεν βρίσκεται σε κανένα βιβλίο αφ’ ότου στάθηκε ο κόσμος και βρήκε τη γραφή και την ανάγνωση…

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *