cebf cf84cf8ccf80cebfcf82 cf84ceb7cf82 cf80cebfceafceb7cf83ceb7cf82 ceb3cf81ceaccf86ceb5ceb9 ceb7 ceb5cf85cf83cf84ceb1ceb8ceaf

Νίκος Κατσαλίδας, Το ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών, Εισαγωγή: Άννα Αφεντουλίδου, εκδ. Νίκας, Αθήνα 2020.

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Νίκου Κατσαλίδα, που έρχεται έπειτα από μία μακρά και γόνιμη πορεία του ποιητή στη νέα ελληνική ποίηση, εισέρχεται στο σύγχρονο ποιητικό πεδίο έχοντας ως ιδιαίτερο γνώρισμα και ειδοποιό χαρακτηριστικό την εμφανή και έντονη, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, ρυθμικότητα των στίχων, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, ώστε να μπορεί εύλογα να θεωρήσει κανείς δεδομένη και στενή τη σχέση τους με το τραγούδι και, πιο συγκεκριμένα, το δημοτικό τραγούδι, όπως αυτό διαμορφώθηκε μέσα στην ιστορική και λογοτεχνική συνέχεια του ελληνισμού, παράλληλα και ταυτόχρονα με την λεγόμενη «προσωπική» ποίηση. Δεν είναι μόνο η επιλογή και η σταθερή, κατά κύριο λόγο, προσήλωση στη φόρμα ως τρόπο και μέθοδο ποιητικής σύνθεσης. Είναι, πολύ περισσότερο και από τη μορφή, το ίδιο το περιεχόμενο των ποιημάτων, το γνωστό ως «σημαινόμενο», οι αφορμές και οι αφορμήσεις της ποιητικής έμπνευσης, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνονται και αποδίδονται ποιητικά τα διάφορα ερεθίσματα από τα οποία εκκινεί και τα οποία μεταπλάθει ποιητικά ο δημιουργός. Τα ερεθίσματα αυτά συμπίπτουν και ταυτίζονται, σε μεγάλο βαθμό, με τα αντίστοιχα του λαϊκού, ανώνυμου δημιουργού, τεχνουργώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα νήμα ή, καλύτερα, ένα είδος συγκοινωνούντων δοχείων ανάμεσα στον επώνυμο ποιητή και τον λαϊκό βάρδο: Του φεγγαριού μη του μιλάς γιατί ’ναι υπνοβάτης./ Υπνοβατεί και κρέμεται μες στην πορτοκαλιά της.// Του φεγγαριού μη του μιλάς, ξυπνάει πέφτει κάτω./ Βγάζει τις βλεφαρίδες του, χάνει την παρθενιά του («Του φεγγαριού»).

Αυτή ακριβώς η επισήμανση έχει ιδιαίτερη αξία και σημασία. Γιατί, διαβάζοντας κανείς τα ποιήματα και μένοντας σε ένα πρώτο, επιφανειακό επίπεδο θα μπορούσε ίσως να υποθέσει ότι βρίσκεται μπροστά στο ποιητικό έργο ενός επιγόνου, ενός άξιου μιμητή ή επιτυχώς ασκούμενου στον ποιητικό τρόπο του δημοτικού τραγουδιού, ότι, με άλλα λόγια, διαβάζει δημοτική ποίηση καμωμένη απλώς από έναν καλό γνώστη και (ανα)παραγωγό του είδους. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτή είναι η πρώτη, βιαστική και βεβιασμένη εντύπωση. Διότι παραβλέπει εντελώς το γεγονός ότι η ποιητική παραγωγή εξελίσσεται και προχωρεί ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα και πολλές κατευθύνσεις. Από την άποψη αυτή, το συγκεκριμένο εγχείρημα δεν αποτελεί μία νέα εκδοχή του παρελθόντος, αλλά μία νέα πρόταση που εγείρει τις δικιές της αξιώσεις προσοχής και επιτυχίας. Ο Κατσαλίδας, δηλαδή, δεν προβαίνει σε μία επιδέξια τεχνουργημένη, αλλά δοκιμασμένη και επαναλαμβανόμενη συνταγή. Το ακριβώς αντίθετο. Το βιβλίο του, ιδιαίτερα μεγάλο σε έκταση σε σύγκριση και με άλλες ποιητικές απόπειρες, διαθέτει μία φρεσκάδα και μία πρωτοτυπία που – το κυριότερο – απορρέει και πηγάζει από ένα γνήσιο ποιητικό αίσθημα και από μια αληθινή και ανόθευτη σχέση με τον ρυθμό της γλώσσας, όπως αυτή αναπαράγεται μέσα από τη σχέση που αναπτύσσει ο ποιητής με τον περιβάλλοντα κόσμο: Παχύρευστες οι καταχνιές, χανόντανε τα δάση./ Πού, ηλιαχτίδα ορθρινή, για να τα ξεσκεπάσει; («Καταχνιές»).

Αυτή ακριβώς είναι η συμβολή και η συμβουλή που δίνει ο ποιητής – έστω και χωρίς να το θέλει αφού, κατ’ ουσίαν, κάθε ποιητική απόπειρα αποτελεί και μία θέση, μία πρόταση για τον δρόμο που θα πρέπει να χαράξει και να ακολουθήσει η σύγχρονη ποιητική δημιουργία – ήδη από τον τίτλο της συλλογής του, Το ξύπνημα των κοιμωμένων οφθαλμών. Πρόκειται για τον εναγκαλισμό του κόσμου στην αγνή και γνήσια μορφή του, στις αγνές και γνήσιες εκδηλώσεις και εκφάνσεις του και για την απελευθέρωση του ποιητικού ενστίκτου, για την όραση, πρωτίστως, και, δευτερευόντως, την ενόραση ως μέθοδο και μεθόδευση της ποιητικής διαδικασίας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό και με αυτούς τους όρους ο ρυθμός των ποιημάτων, είτε αυτός υπηρετείται και αναδεικνύεται ευθέως από τις προκαθορισμένες, κληροδοτημένες από την παράδοση μορφές και φόρμες, είτε ενυπάρχει και εμποτίζει ποιήματα που δεν είναι διοχετευμένα σε σταθερές δομικές συνθέσεις, αλλά μπορεί να είναι ακόμα και πεζόμορφα, μοιάζει αναπόφευκτος και στενά συνυφασμένος με την ανάγκη και την αναγκαιότητα της έκφρασης: Παιδί της πόλης, είμαι, λέει, μακριά από κοτσύφια κι από δέντρα. Φίλε Γιάννη, λέω, άσε τα σε μένα τα κοτσύφια και τα δέντρα, κάμε ένα καλό κι εσύ τουλάχιστον για τις μουριές μας. Δεν τις βλέπεις κλαδεμένες και κουτσουρεμένες, κορμιά αποκεφαλισμένα, θα ξυπνήσουν σύντομα, οι κοιμώμενοι οφθαλμοί θ’ ανθοφορήσουν, βγάλε το κουλουριασμένο σου κασκόλ φιδοπουκάμισο δεντρογαλιάς χειμώνα καλοκαίρι στο λαιμό σου, ξεκουλούριασε το για να τις τυλίξεις. («Το κασκόλ»).

Το ξύπνημα, λοιπόν, των κοιμωμένων οφθαλμών δεν είναι παρά η αφύπνιση του γλωσσικού αισθητηρίου και του ρυθμικού βαδίσματος της γλώσσας, όχι με την έννοια και τη σημασία της αναβίωσης, όσο με αυτήν αναγνώρισης των κατευθυντήριων αρχών και ιδεών που πρέπει να διέπουν την ποιητική και την εν γένει καλλιτεχνική δημιουργία και που εντοπίζονται ακριβώς στο σημείο αυτό στο οποίο η τέχνη συναντά την εγκόσμια πραγματικότητα και που δεν είναι άλλο από τον ρυθμό ο οποίος βασίζεται και προκύπτει, κατά βάση, από την επανάληψη, την επανάληψη των όμοιων συνθηκών και καταστάσεων στον κόσμο – τη διαδοχή της ημέρας από την νύχτα, την ακολουθία των μηνών και των εποχών, τον ρυθμό της αναπνοής και της καρδιακής λειτουργίας του ανθρώπου – την επανάληψη των όμοιων ήχων στο λόγο. Πράγματι, η ηχητική επανάληψη έχει κυρίαρχη θέση στην ποίηση του Κατσαλίδα και παρουσιάζεται ή εκδηλώνεται, κυρίως, με τη μορφή της ομοιοκαταληξίας. Οι ομοιοκαταληξίες που τεχνουργεί ο ποιητής, τις περισσότερες φορές ζευγαρωτές, υπηρετούν αυτήν ακριβώς την πρόθεση για την αποτύπωση του ρυθμού του κόσμου μέσα στον ποιητικό λόγο, για το αντικαθρέφτισμά τους και για την αναγνώριση της ρυθμικότητας ως της μήτρας εκείνης στην οποία κυοφορείται και ο κόσμος και ο (ποιητικός) λόγος: Γονυπετής ξεδίπλωσα το πράσινο υφάδι./ Η χλόη άχνισε χαλί στρωμένο με αλφάδι. («Δέηση») Γι’ αυτό και η ποίηση του Κατσαλίδα μοιάζει τόσο ελάχιστα επεξεργασμένη, τόσο πηγαία, πλούσια και χειμαρρώδης, ενώ αυτός, ίσως, είναι και ο λόγος για τον μεγάλο αριθμό και την ποικιλία των στιχουργημάτων του βιβλίου.

 

FAaT96HVcAo7UbC
Francesco del Cossa, Saint Lucy (λεπτομέρεια), 1473/1474

Οι πυρήνες των ποιημάτων, παρά το γεγονός ότι ο ρυθμός προεξάρχει και δίνει τον παλμό και τον τόνο, είναι αρκετά συμπαγείς και, όπως επισημαίνει η Άννα Αφεντουλίδου στον κατατοπιστικό της πρόλογο ο οποίος εκτείνεται και καλύπτει πέρα από το συγκεκριμένο βιβλίο, το σύνολο της ποιητικής παραγωγής του Κατσαλίδα, αφορούν σε μεγάλο βαθμό τον γενέθλιο τόπο, την Βόρεια Ήπειρο, και τη σχέση – σχεδόν μεταφυσική – του ποιητή με αυτόν. Έτσι, η ποίηση καθίσταται το όχημα όχι μόνο για τα μπορέσει ο ποιητής να επιστρέψει στον τόπο του, αλλά στην κυριολεξία να τον αναπλάσει με τους όρους που η ίδια η τέχνη του λόγου θέτει. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα, το ποίημα, συμπίπτει και ταυτίζεται με την πρόθεση, το δυνάμει ποίημα, με τέτοιον τρόπο ώστε η ίδια η αντίληψη του ποιητή, αντίληψη όχι μόνο νοητική, αλλά, κυρίως, αισθητηριακή, να ταυτίζεται με την ποιητική πράξη, να την εμπεριέχει και να την αποτυπώνει. Ο Κατσαλίδας αναζητώντας τον τόπο του, τις μυρωδιές, τις εικόνες, τα έμψυχα και άψυχα όντα που τον κατοικούν, αναζητά τον (ρυθμικό) του βηματισμό μέσα στην τέχνη και υιοθετεί έναν καθαρά δικό του ύφος και ήθος που αποδεικνύει πως η ποίηση, για να υπάρξει ως τέτοια, πρέπει να έχει γερά πατήματα, πρέπει, όμως, να έχει και γερά πετάγματα.

⸙⸙⸙

[Πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ. Δείτε τα περιεχόμενα του τέταρτου ηλεκτρονικού μας τεύχους εδώ.]

b2ap3 amp new portrait template 1.jpgnikos

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *