Ο Θάνατος των Νοικοκυραίων

Όλα σωστά
τα είχα κάνει
Κύριε Χάρη.

Τις λέξεις
πρόφερε με ταραχή
ο Κυρ-Σταμάτης,
μα δίχως κάποιο ίχνος ενοχής.

Αχ, νοικοκύρης ήμουνα
με σπίτια για τις κόρες μου
και όλα τα καλά.

Τα μάτια του
θαμπά και σκοτεινά.
Τα χείλη
ζαρωμένα και στεγνά,
όλος μια θλίψη.

Ήμουνα πάντα
ένας ήσυχος πολίτης.
Δεν πήρα στη ζωή μου,
έστω μια κλήση.
Και τώρα
μου τα πήραν όλα.
Το βιος μου
έγινε καπνός.

Τον κοίταξα στα μάτια
με θυμό.

Σαράντα χρόνια
σε γνωρίζω
κυρ-Σταμάτη.

Κόμπαζες
που είχες βολευτεί.
Χλεύαζες
όσους έλιωναν παπούτσια
στις πορείες.

Για ιδεολογία
είχες τη βολή σου.
Τ’ αυθαίρετο σου
να τακτοποιήσουν,
κάθε λογής πολιτευτές,
δουλειά στις κόρες σου να βρουν.

Αλλά και τώρα
που σου παίρνουν
ότι πήρες
εσύ στον καναπέ σου
κλαψουρίζεις αραχτός.

Παπούτσια
σου απόμειναν να λιώσεις
Κυρ-Σταμάτη.
Εγγόνια έχεις.
Τους χρωστάς.
Μια τίμια ζωή.