cebfceb9 cf80cf8ccebbceb5ceb9cf82 cf84cebfcf85 cebdceb5ceb1cf81cebfcf8d cebcceafcebaceb7 ceb1cf80cf8ccf83cf80ceb1cf83cebcceb1 ceb1cf80

dromoiΚαθώς τιμούμε ακόμα τον μεγάλο Μίκη Θεοδωράκη, σκέφτηκα για σήμερα, στο καθιερωμένο λογοτεχνικό μας κυριακάτικο άρθρο, να δημοσιεύσω ένα δικό του κείμενο. Από το δίτομο αυτοβιογραφικό του έργο «Οι δρόμοι του Αρχάγγελου», που είχε κυκλοφορήσει στα μέσα της δεκαετίας του 1980 από τον Κέδρο, διάλεξα ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από την αρχή (σελίδες 15-25 του πρώτου τόμου). Σημειώνω ότι έχει κυκλοφορήσει και δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση της αυτοβιογραφίας του Μίκη, από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, αλλά δεν ξέρω κατά πόσον υπάρχουν σημαντικές αλλαγές στο απόσπασμα που δημοσιεύω εδώ.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο απόσπασμα αυτό διηγείται τις επαρχιακές πόλεις που γνώρισε στα παιδικά του χρόνια και τα ταξίδια που έκανε με το πλοίο, καθώς, επειδή ο πατέρας του ήταν ανώτερος υπάλληλος, είχαν αλλάξει πολλές φορές τόπο διαμονής στις δεκαετίες του 20 και του 30.

Οι απόψεις για την καθυστέρηση και την κακή εικόνα που παρουσίαζαν οι επαρχιακές πόλεις του μεσοπολέμου ίσως φανούν υπερβολικές, διασταυρώνονται όμως από άλλα κείμενα της εποχής και αφηγήσεις άλλων παρατηρητών, το ίδιο και η άποψη για τα πιο πολιτισμένα Επτάνησα.

Σημειώνω ακόμα ότι ο Γιαννάκης, ο αδελφός του συνθέτη, δηλαδή ο δημοσιογράφος Γιάννης Θεοδωράκης, που έχει γράψει μερικούς εξαιρετικούς στίχους τραγουδιών του Μίκη, ήταν επτά χρόνια νεότερος.

Μετέτρεψα σε μονοτονικό αλλά άφησα ως επί το πλείστον την ορθογραφία του πρωτοτύπου. Όλο και κάποιο λαθάκι θα έχει ξεφύγει όμως, το κείμενο είναι μεγάλο.

Ας μην ξεγελιόμαστε… Από κείνο που λέμε «μουσική υποδομή», η Ελλάδα, ιδιαίτερα εδώ και μισό αιώνα, δεν είχε ίχνος… Συμφωνικές ορχήστρες. Χορωδίες. Συναυλίες. Ωδεία. Μουσικές εκδόσεις. Όλ’ αυτά, πράγματα άγνωστα στην ελληνική επαρχία.

Ούτε φυσικά υπήρχε και ραδιόφωνο, για να έχεις, όπως σήμερα, διάφορα μουσικά ακούσματα. Kι εγώ υπήρξα γέννημα θρέμμα αυτής της άγνωστης γης, της μυθικής χώρας, που λέγεται ελληνική επαρχία. Δείτε πίνακα πόλεων και ημερομηνιών για να καταλάβετε καλύτερα: Γεννήθηκα στη Χίο. Έτος 1925. Μετά: Μυτιλήνη, 1925-1928. Σύρος και Αθήνα, 1929. Γιάννενα, 1930-32. Αργοστόλι, 1933-36. Πάτρα, 1937-38. Πύργος, 1938-39. Τρίπολη, 1939-43. Αθήνα, 1943.

Mόνο σ’ ένα καπρίτσιο -να πρόσθετα τη φράση «παρά φύσιν»;- θα μπορούσε να αποδοθεί το γεγονός, ότι ένα παιδί, που έζησε από τη Χίο έως την Αθήνα τα πρώτα του δεκαοχτώ χρονιά, οδηγήθηκε στη μουσική… Επομένως, συμπέρασμα πρώτον: η περίπτωσή μου παρουσιάζει κοινωνιολογικό ενδιαφερον… Εμείς, απ’ όπου περάσαμε, δεν είχαμε σχέση ούτε με τις «κομ­πανίες», που έπαιζαν «λαϊκή μουσική» — ο Θεός ξέρει ποιος τις ήξερε τότε – δεν ξέραμε τα λαϊκά όργανα, μπουζούκι, μπαγλα­μά ή βιολί. Συμφωνικές ορχήστρες, ναι, είδαμε στα 1942, στο πανί του κινηματογράφου και τότε «αλλάξαμε ζωή» — αλλά αυτά για αργότερα. Με τα σημερινά μέτρα, δεν υπάρχει ελληνι­κό χωριό να συγκριθεί με την ελληνική πόλη του 1930 ή του 1940… Μόνο στην Αφρική, στην Ασία και στη Νότια Αμερική θα βρούμε σήμερα απομακρυσμένα χωριά, που να μοιάζουν με τα Γιάννενα του 1932 ή με την Τρίπολη του 1942…

Όταν πρωτομπήκα στο δημοτικό στα Γιάννενα, όλα τα παιδιά ήταν ξυπόλυτα και παρ’ ότι τα κεφάλια τους περασμένα με την «ψιλή», οι ψείρες έτρεχαν λεφούσια. Οι τούρκικοι μαχαλάδες, ή τα καντούνια, είχαν λάσπες χαρμάνι με κατρουλιά, γιατί φυσι­κά υπόνομοι και τέτοια ήταν άγνωστα πράγματα για την εποχή. Φαντάσου τι ήταν τότε το ελληνικό χωριό. Ο πατέρας μου, Γενικός Γραμματέας στη Γενική Διοίκηση Ηπείρου, περνούσε τον πιο πολύ καιρό του στην ύπαιθρο. Συναισθηματικός, καλόψυ­χος που λέμε, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να κάνει δρόμους «για να πάει ο πολιτισμός», να φτιάξει υδραγωγεία και γενικώς αρδευτικά έργα και, σε καμιά ακραία περίπτωση, να πάει και το ηλεκτρικό. Μ’ έπαιρνε μαζί του στη Βήσσανη, στην Παραμυθιά, στο Μέτσοβο, με το μοναδικό αυτοκίνητο, κουπέ Φορντ, που υπήρχε τότε σε όλη την Ήπειρο, με σοφέρ το Βάνια, κι όταν σταματάγαμε στην πλατεία, μια βαθιά σιωπή έπεφτε στο χωριό. Οι μεγάλοι γουρλώνανε τα μάτια τους και τα παιδιά τρέχανε να κρυφτούνε. Τί θηρίο ήταν αύτό! Όπως μια κοπέλα που πήραμε στην Πάτρα —ως δεκαπέντε χρονών έβοσκε γίδια- και μόλις είδε πλοίο στη θάλασσα, έβαλε τις φωνές… Μιλάμε δηλαδή για τερατώδη γεγονότα, Ας μη λέμε λοιπόν εξυπνάδες…

Από τη Χίο έως την Πάτρα, όσο κι αν ψάξω μέσα στο «αρχείο της μνήμης» μου, δε θα βρω τίποτε άλλο, έξω από τους βρώμι­κους μαχαλάδες και την ακίνητη ζωή, κρεμασμένη σαν άπλυτο ρούχο, πάνω από τη σκοτεινή πόλη. Εκεί στο Αργοστόλι τα πράγματα φωτίσανε κάπως. Ήμουν οχτώ με δέκα χρονών. Η πόλη χτισμένη πλάι στη θάλασσα. Η φύση γύρω πανέμορφη. Οι δρόμοι οι κεντρικοί λιθόστρωτοι, οι άλλοι καθαροί. Το σχο­λείο μας, το Α’ Δημοτικό, στη ρίζα του λόφου, πάνω από την πόλη, σχεδόν καινούργιο κι απέναντι το στοιχειωμένο σπίτι με τον παραδείσιο κήπο. Πριν δυο χρονιά έκοψα μια κουκουνάρα από το ίδιο πεύκο, που βρίσκεται στη γωνία της μάντρας. Το σπίτι στη θέση του κι ας βούλιαξε όλο το Αργοστόλι από το σεισμό. Αυτό 0α πει στοιχειωμένο!

Το καλοκαίρι, τα μπάνια στην πλα­τεία του Μέτελα. Οι ξύλινες μπανιέρες —αριστερά των ανδρών, δεξιά των γυναικών— βρωμούσαν σάπιο ξύλο. Έπαιρνα τον πα­τέρα μου από τη Νομαρχία το μεσημεράκι και πιάναμε πάντα την ίδια καμπίνα —την τελευταία δεξιά. Καθώς γδυνόμαστε, μου ’δειχνε πρώτα την ουλή ψηλά στο στήθος και μετά γύριζε να μου δείξει το μέρος που βγήκε η σφαίρα, από τον πισινό του, Κάποτε σκέφτηκα: «Κι αν μπήκε από πίσω και βγήκε από μπρος;» Σαν να διάβαζε την κακή σκέψη, έλεγε και ξανάλεγε πάντα την ίδια ιστορία: «Ξαφνικά βλέπω τον Τούρκο πάνω απ’ το κεφάλι μου. Πριν προλάβω να κρυφτώ, νιώθω τη σφαίρα να μπαίνει στο στήθος. Έπεσα κάτω… Ήμουν σαν νεκρός. Ευτυ­χώς, γιατί οι Τούρκοι πυροβολούσαν τους τραυματίες… Αργό­τερα, ήρθαν οι δικοί μας και με πήγαν με κάρο στην Πρέβεζα…». Μετά βγαίναμε στη στενή εξέδρα. Ο πατέρας μου βουτούσε πάντα με τον κώλο. Έπιανε τη μύτη και πλαφ, άνοιγε τη θάλασσα, φτιάχνοντας γύρω γύρω πελώρια κύματα. Μα θα ζύ­γιζε τότε πάνω από 100 κιλά… Χωνεύοντας καθημερινά το μάθημα πατριδογνωσίας, βουτούσα κι εγώ κανονικά, με το κεφάλι… Κολυμπούσα πλάι του κι ένιωθα σβέλτος και χαρούμενος. Όταν βρισκόμαστε μακριά, σχεδόν κοντά στο φάρο, τότε κάναμε βουτιές και άλλα παιχνίδια. Λόγου χάρη κάθονταν ο ένας πάνω στον άλλο και τον κλωτσούσε να πάει στον πάτο. Άνοιγα τα μάτια μου κι έβλεπα το γυάλινο κόσμο… Την άμμο και τα χόρτα στο βυθό. Κανένα ψάρι. Και ψηλά τη σκιά του πατέρα, που με περίμενε να τον σπρώξω κι εγώ με τη σειρά μου.

Όταν καθόμαστε στο σπίτι του κυρίου Ολυμπίδη, προς του Φαραώ, ο δρόμος ήταν μακρύς. Σχεδόν μισή ώρα. Ο πατέρας μου ήταν πολύ τακτικός. Όταν έφευγε από το γραφείο, τακτοποιούσε τα αντικείμενα και τα χαρτιά πάντα στην ίδια τάξη. Με μικρές, σπαστικές κινήσεις, διόρθωνε πολλές φορές τη θέση της πένας, του μολυβιού, του χάρακα, του ταμπόν —ιδιαίτερα το ταμπόν- να έχουνε ακριβώς κάθετη ή οριζόντια θέση… Έτσι, όταν πηγαίναμε προς στο σπίτι, περνούσαμε από τα ίδια μέρη, τα ίδια μαγαζιά. Επειδή είχε δυο καλά μπακάλικα -του Koυνάδη και του Πεφάνη- ψωνίζαμε πάντα μια μέρα από το ένα, την άλλη από το άλλο. Ο πατέρας μου δοκίμαζε το τυρί και τις σαρδέλες. Παράγγελνε πάντα το ίδιο βάρος. Μια οκά — πεντακόσια δράμια- έβγαζε το τεφτέρι να του τα γράψουνε κι έφευγε με χίλιες δυο τσιριμόνιες. Γενικά, του άρεσε να σκορπίζει τον καλό λόγο γύρω του. «Σήμερα είσθε ωραιότερη από ποτέ» στις γυναίκες, ή «Τι θαυμάσιο χρώμα πού έχεις!» στους άντρες, ιδιαίτερα τους φιλάσθενους και τους κιτρινιάρηδες. Και φυσικά «ο καιρός θαυμάσιος» – «η θάλασσα υπέροχη» — «πόσο σας πηγαίνουν τα λευκά» — «πόσο σάς πηγαίνουν τα πράσινα!» — όλα στον υπερθετικό – όλα προς το αισιόδοξο. Κι από μέσα, όλο και λίγη ειρωνεία, όπως το συνηθίζουν στο Γαλατά της Κρήτης, εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε…

Μετά τα παντοπωλεία, πιάναμε το λιθόστρωτο. Αγοράζαμε ψαράκι ψιλό, φρεσκότατο, μαρίδα ή σαρδέλα, ο ψαράς το τύλιγε στην εφημερίδα-χωνάκι, μια δραχμή η οκά, και λίγο πριν τη Μητρόπολη, παίρναμε, στα δεξιά μας, τον άλλο λιθόστρωτο, τον ανηφορικό – τόση ανηφόρα, να σου βγει η ψυχή στο στόμα! Ο πατέρας μου, χοντρός και φορτωμένος, φούσκωνε και ξεφούσκωνε, χωρίς όμως να σταματά να μου διηγείται ιστορίες. Κάτι για τη γιαγιά του, κάτι για την κρητική επανάσταση, και πάλι στο Μπιζάνι και μετά στά Βουρλά, που γνώρισε τη μαμά μου, που ήταν στρουμπουλή και ξανθωπή -τη γύρεψε αμέσως από τον αδελφό της, το θείο Αντώνη, που υπηρετούσε διευθυντής Ταμείου Βουρλών. Ο ίδιος ήταν βοηθός Αρμοστού! Μόνο τη λέξη Βενιζέλος δε μου ’λεγε τότε… Ίσως γιατί ένιωθε να πλησιάζουν τα σύννεφα της δικτατορίας και φοβόταν. Στη γωνία του δρόμου της βιβλιοθήκης του Βαλιάνου, στο μανάβικο, διάλεγε το καρπούζι. Το ύψωνε πλάι στ’ αυτί του και το ζουλούσε. «Πρέπει να κάνει κρακ για να είναι γλυκό…» Από κει είχαμε ακόμα εκατό διακόσια μέτρα ανηφόρα. Δεξιά, ήταν το σπίτι μας και συνήθως στην ταράτσα μάς περίμενε ο αδελφός μου, ο Γιαννάκης, που ήταν δεν ήταν τριών χρονών.

Από κάτω από τη σκάλα, άρχιζαν τα κομπλιμέντα, τα ερωτόλογα και τα τραγούδια για τη μάνα μου. Αν είχε πιει μάλιστα στο μπακάλικο μια δυο ρομπόλες, θα ’λεγε οπωσδήποτε το «Άμε να πεις της μάνας σου, να κάνει κι άλλη γέννα». Κι η μάνα μου τον μάλωνε με νάζι, λες και είναι ερωτευμένη δεκάξι χρονών. Και μετά αρχίζανε οι μυρουδιές από την κουζίνα. Οι φωνές του Γιαννάκη, καθώς ο πατέρας τον σήκωνε ψηλά κι όλα τα υπόλοιπα, έως ότου πλαγιάσουμε όλοι μαζί στρωματσάδα. Αυτό φαίνεται ήταν μικρασιάτικο έθιμο, γιατί όσα καλοκαίρια έτυχε να τα περάσω στη Χίο, εκεί οι θειες μου, οι πρόσφυγες, στρώνανε το μεσημέρι κουβέρτες και σεντόνια κατάχαμα, στο πάτωμα, για να ναι δροσερά, κι έτσι πλαγιάζαμε στη σειρά όλοι μαζί, φύρδην μίγδην. Από τα τέσσερα καλοκαίρια —που ζήσαμε στο Αργοστόλι— τα δυο τα πέρασα με τη μητέρα και τον αδελφό μου στη Χίο. Εκεί ζούσε η μανα της, η αδελφή της Φρόσω, παντρεμένη με το Μάνο Μαστρομανώλη, και οι αδελφές της μάνας της, ανύπαντρες, το Μαριγακι και η Ερωφίλη, που ήταν δασκάλα, όμως τα ’χε αφήσει, γιατί έπασχε από καρκίνο και είχε πολλούς πόνους.

Μόλις έκλεινε το σχολείο, ο πατέρας μάς έβαζε στο «φορτακι», κι αυτό μοναδικό σ’ όλη την Κεφαλονιά, μαζί με τις βαλίτσες και τα κοφίνια, και ξεκινούσαμε για τη Σάμη. Εκεί περιμέναμε στην παραλία να ρθει το πλοίο της γραμμής, από την Πρέβεζα. Και τις δυο φορές που ταξίδεψα, θυμάμαι τη θάλασσα αγριεμένη και πάνω της να σκαμπανεβάζουν φορτωμένες οι μαούνες και οι βάρκες με τους επιβάτες και τις αποσκευές τους. Άλλες πάλι, ξεφόρτωτες, περίμεναν ανοιχτά να παραλάβουν το φορτίο τους από το πλοίο. Καθόμαστε στο καφενεδάκι της παραλίας και παραγγέλναμε συνήθως από ένα υποβρύχιο, δηλαδή βανίλια γλυκό. Ο πατέρας μου, ως διευθυντής της Νομαρχίας, εδικαιούτο της καλύτερης βάρκας, με τον πιο έμπειρο βαρκάρη, που έχαιρε της εμπιστοσύνης των τοπικών αρχών! Μόλις το πλοίο αγκυροβολούσε στ’ ανοιχτά, σφυρίζοντας χαρούμενα και ξεφυσώντας σαν θεριό καπνό από το φουγάρο, που ήταν ολόισιο, ψηλό και λεπτό, ο βαρκάρης μάς βοηθούσε να μπούμε στη βάρκα. Το πρόβλημα ήταν η μάνα μου, που έτρεμε τη θάλασσα, και φυσικά ο Γιαννάκης, που έπρεπε κάποιος να τον κρατά στα χέρια.

Για μένα όλ’ αυτά ήταν ένα ωραίο παιχνίδι. Μ’ άρεσε η θάλασσα, οι βάρκες, η τρικυμία, μα προ παντός είχα λατρεία για τα πλοία. Δεν ξέρω, αλλά ακόμα και τώρα, όταν τα βλέπω, ιδιαίτερα εκείνα τα παλιά, νιώθω κάτι μέσα μου, ένα σκίρτημα, λες και κάνουν μάγια στην ψυχή μου. Άλλοι ερωτεύονται τις νεράιδες των παραμυθιών. Εγώ είχα ερωτευθεί τα πλοία της γραμμής, με τις άσπρες γέφυρες, τα χρωματιστά φουγάρα, τους εξαεριστήρες, τα στρογγυλά παραθυράκια στις καμπίνες, τα βίντσια και τα κατάρτια, με τα λευκά συρμάτινα σχοινιά… Μικρός όλο τέτοια πλοία ζωγράφιζα και γι’ αυτό πήγα σ’ ένα αντρόγυνο στο Αργοστόλι, που δίδασκε σε παιδιά ζωγραφική. Γιατί ο άντρας ζωγράφιζε μονάχα πλοία της γραμμής. Όμως, για κακή μου τύχη, εμένα με παρέλαβε η γυναίκα του, που με έβαλε να αντιγράφω τοπία ευρωπαϊκά. Μου ’μεινε όμως -από κείνο το εργαστήρι- η μαγεία της μυρουδιάς των χρωμάτων. Θα ’λεγα πως δε ζωγράφιζα, αλλά μύριζα. Και να δεις πως κάθε σωληνάριο είχε τη δική του μυρουδιά. Με κλειστά μάτια μπορούσα να διακρίνω το σκούρο μπλε από το κίτρινο ή το άσπρο.

Έτσι λοιπόν, καθώς πλησιάζαμε το μυθικό πλοίο, έξω από το Λιμάνι της Σάμης, είχα κιόλας ξεχάσει τον πατέρα μου, που μας αποχαιρετούσε όρθιος στην παραλία. Έπειτα, ήταν τούτο το άλλο, που το έχω ακόμα. Η μανία μου να φεύγω. Το ταξίδι, που με τραβάει σαν μαγνήτης. Κι άκου εκεί να δεις! Χαιρόμουνα όταν, στα 1947 και 1948, μάς «ταξιδεύανε», με το έτσι θέλω, για να μας στείλουν στην εξορία. Στην παραλία θρηνούσαν οι δικοί μου κι εγώ μετά βίας, αν και δεμένος με χειροπέδες, να κρύβω το κύμα της χαράς, πού φούντωνε μέσα μου, γιατί σε λίγο θα σαλπάραμε με στόχο να τρυπήσουμε τον ορίζοντα —το ταξίδι! Κοίταζα λοιπόν το πλοίο. Εμείς να ανεβοκατεβαίνουμε σαν καρυδότσουφλο και κείνο σιδερένιο, μυστηριακό, περήφανο, απόκοσμο, να μένει ακίνητο, σαν να κοροϊδεύει τη θάλασσα που το έγλειφε γύρω γύρω, θα ’λεγες θυμωμένη που την περιφρονούν. Κάποτε γυρνούσα το κεφάλι κι έβλεπα το νησί, ν’ ανεβαίνει κάθετα προς τον ουρανό. Ο πατέρας μου, μια κουκκίδα. Και ξαφνικά, στριγκλιές και ξεφωνητά, καθώς οι βαρκάρηδες προσπαθούσαν να βγάλουν τη ζωντανή τους πραμάτεια στη σκάλα του πλοίου. Όταν και η βάρκα μας έπαιρνε θέση, κοντά στη μαύρη λαμαρίνα, τότε έβλεπες το ξύλινο κεφαλόσκαλο, με τα μικρά τετραγωνάκια, μια φορά δυο μέτρα πάνω και μια φορά δυο μέτρα κάτω από το κεφάλι σου. Η καημένη η μάνα μου να σφίγγει στην αγκαλιά της το Γιαννάκη, να μου φωνάζει: «Πρόσεχε, θα πνιγείς» και να την πιάνουν τρεις μαζί, για να την πετάξουν στη σκάλα… Για μένα όλ’ αυτά ήταν παιχνιδάκι. Έδινα έναν πήδο και μετά σκαρφάλωνα με την καρδιά να σπάσει από τη συγκίνηση, για ό,τι θαυμαστό έμελλε να δω! Το σαλόνι του πλοίου, η εσωτερική σκάλα, η καμπίνα με το φινιστρίνι, το δοχείο του εμετού και οι κουκέτες η μία πάνω στην άλλη. Αμέσως η μάνα μου έπεφτε πτώμα στο κάτω κρεβάτι και πριν ξεκινήσει το πλοίο είχε κάνει τουλάχιστον δυο εμετούς. Ο Γιαννάκης κοντά της, είτε γελούσε είτε έκλαιγε. Κι εγώ πανευτυχής και ελεύθερος, ξεκινούσα την εξερεύνηση του πλοίου.

Αφήναμε τη Σάμη πίσω μας. Αριστερά η Ιθάκη και μόλις το πλοίο ξεμπουκάριζε, μετά το τελευταίο ακρωτήριο της Κεφαλονιάς, ερχόταν εκείνος ο άνεμος του πελάγους, ο καθαρός, ο φρέ­σκος, ο δυνατός, και μονομιάς το πλοίο άρχιζε το πάνω κάτω και το αριστερά δεξιά. Η θάλασσα έπαιρνε την εκδίκησή της, που ίσως πιο πολύ απ’ όλους, την πλήρωνε η καημένη η μητέρα μου, που αγκομαχούσε στην καμπίνα. Πιάναμε νύχτα την Πάτρα και δε θυμάμαι πιά παρά τα φώτα —πολλά και παράξενα, για έναν που, όπως εγώ, έζησε σέ μικρές πολιτείες με λιγοστά φανάρια στους δρόμους. Μετά κοιμόμουνα. Δεν είχα δει και στις δυο φορές που περάσαμε τον Ισθμό. Ξυπνούσαμε πια στον Πειραιά. Αυτό το καταλαβαίναμε ευθύς στην καμπίνα, από τη μεγάλη γαλήνη και τον ήσυχο ήχο της μηχανής. Έτρεχα στο κατάστρωμα να δω το μεγάλο λιμάνι. Με ζάλιζαν τα πολλά πλοία, oι βάρκες, οι μαού­νες, τα σφυρίγματα… Και κείνη η απέραντη η προκυμαία, με τα πελώρια χτίρια, το ρολόι, τα τραμ, τα λεωφορεία, τα αυτοκίνη­τα, τις άμαξες, τα κάρα, τον κόσμο πού προχωρούσε βιαστικός στα πεζοδρόμια, σαν μυρμήγκια.

Το πλοίο πλεύριζε και μεις περιμέναμε στο σαλόνι, να ρθει να μας πάρει ο θείος Αντώνης ο Πουλάκης, αδελφός της μάνας μου, που ήταν ανώτερος υπάλληλος στο Λογιστήριο του Κρά­τους. Είχε μαζί του δυο τρεις χαμάληδες και στην προκυμαία μάς περίμενε το ταξί. «Φαντάσου, Στάσα, θα ’λεγε το μεσημέρι στη γυναίκα του, σε μια στιγμή, ο σοφέρ πάτησε τα πενήντα!»

Η διαδρομή Πειραιάς-Αθήνα, από την οδό Πειραιώς, ήταν για μένα συναρπαστική. Το ταξί μας γλιστρούσε σαν φίδι, ανάμεσα σε κάρα, λεωφορεία, πεζούς, μουλάρια, αχθοφορους και τραμ. Όλα φύρδην μίγδην, και θα πρέπει, μετά το Σύνταγμα, να καθάρισε ο δρόμος, για να πιάσουμε σαν βολίδα τα 50 χιλιόμετρα την ώρα! Τότε χτιζότανε η μονοκατοικία τους στη Νέα Σμύρνη και γι’ αυτό οι Πουλάκηδες έμεναν στου αδελφού της θείας Στάσας, το Γιάννη Ισηγόνη, πολιτικό μηχανικό, που δούλευε στην Εθνική Τράπεζα. Το σπίτι του, ολομόναχο μέσα στα χωράφια, εκεί που σήμερα βρίσκεται η Φιλοθέη. Μπροστά του περνούσε το θηρίο, δηλαδή το  τρένο που έκανε τη γραμμή Σταθμός Λαυρίου- Kηφισιά. Άλλο πράγμα η αθηναϊκή βίλα, σε σχέση με τα τουρκόσπιτα της επαρχίας! Έτσι είδα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπάνιο, ψυγείο, παρκέ και άλλες πολυτέλειες, που με έκαναν να ντρέπομαι και να  πιάνομαι από τα φουστάνια της μανας μου. Δεν αισθανόμουνα καλά. Ήμουν έξω από τα νερά μου και γι’ αυτό γινόμουν πιο ανυπάκουος, πιο άταχτος. Γύριζα ξυπολυτος στα γύρω χωράφια κι έτρωγα το φαγητό μου ανόρεχτα, λες και τα ακριβά σερβίτσια να μού ψιθύριζαν: «Δεν είμαστε για σένα, βρώμικε επαρχιώτη…». Έτσι ένιωθα ανακούφιση, όταν ύστερα από λίγες μερες —όταν η μάνα μου είχε κάπως συνέρθει— παίρναμε το δρόμο για τον Πειραιά.

Από τα πλοία της γραμμής εκείνης της εποχής θυμάμαι το Αλμπέρτα. Πάντως τα βαπόρια που πήγαιναν Χίο-Μυτιλήνη ήταν σαφώς μεγαλύτερα από κείνα της Κεφαλονιάς. Ίσως γιατί είχαν να αντιμετωπίσουν δυσκολότερους καιρούς, καθώς έσχιζαν ένα ολόκληρο πέλαγος —το Αιγαίο! Ανεβαίναμε στο πλοίο όλοι μαζί και καθόμαστε στο σαλόνι. Σε λίγο περνούσε ο ναύτης με το καμπανάκι, που προειδοποιούσε τους επισκέπτες να κατέβουν. Όταν οι θείοι έφευγαν, πηγαίναμε στην καμπίνα, όπου αμέσως η μητέρα πλάγιαζε. Το πλοίο ξεκινούσε μαλακά. Έβγαζε τρεις χαρούμενες σφυριξιές. Χαιρετούσε. Το χαιρε­τούσαν. Μετά ο τρανταγμός δυνάμωνε. Οι μηχανές δούλευαν φουλαριστά. Είχαμε βγει στο Σαρωνικό. Ακόμα τίποτα το ση­μαντικό. Η μάνα μου μου ’λεγε τότε να ταΐσω το μικρό και να φάω κι εγώ. Τρόφιμα είχε στο καλάθι. Πίναμε νερό από  την κανάτα της καμπίνας. Πήγαινα το Γιαννάκη στην τουαλέτα και κατουρούσαμε. Μετά ανεβαίναμε κι οι δυο μας στην απάνω κου­κέτα κι εγώ περίμενα να κοιμηθούν για να το σκάσω. Ανέβαινα στο σαλόνι και έβγαινα στο κατάστρωμα. Πλησίαζα το φουγά­ρο, που το ’νιωθα μυστηριακό, λες και δεν ήταν αντικείμενο, μα κάποιος θεός η δράκος. Έβαζα το κεφάλι μου πάνω από το μηχανοστάσιο. Έβλεπα τους εργάτες, σχεδόν γυμνούς, γυαλιστερούς από  τον ίδρωτα, να ρίχνουν κάρβουνο στο φούρνο, κάτω από το καζάνι. Μετά έτρεχα στην πλώρη να κρατηθώ γερά από την κουπαστή, και να βλέπω μια τη θάλασσα και μια τον ουρανό. Έπαιρνα το ρυθμό του καραβιού, καθώς έσχιζε τα μεγάλα κύματα, μια πάνω μια κάτω, και έλεγα μέσα μου ότι είμαι εγώ που το οδηγώ, όπως ο καβαλάρης το άλογό του. Ποιος ξέρει τι άλ­λες σκέψεις γέμιζαν τότε το μυαλό μου. Και, ξαφνικά, να τος και πάλι ο Μεγάλος Άνεμος, ο φρέσκος, ο γρήγορος, ο παντοδύναμος! Είχαμε σκάσει μούρη, επιτέλους, στο Αιγαίο. Ό Καβοντόρος, ο ξακουστός, χόρευε το «Αλμπέρτα» σαν καρυδότσουφλο. Μ’ είχανε πιάσει πολλές φορές οι ναύτες και μου τις βρέξανε. Κάποια φορά, η δύστυχη μάνα μου αναγκάστηκε ν’ ανεβεί στο σαλόνι, μέσα στα μαύρα της τα χάλια, και να φωνάξει, πριν κάνει εμετό: «Σώστε το παιδί μου». Τότε έτρεχαν τσούρμο οι μούτσοι να με βρουν και να με κλείσουν στην καμπίνα, δίνοντας μου συγχρόνως και τα σχετικά σκονάκια…

Ταξιδεύαμε νύχτα, μετά μάς έπιανε η μέρα στην καρδιά του Αιγαίου, για να φτάσουμε απογεματάκι στη Χίο. Θεέ μου, τι ωραίο λιμάνι! Μιλιούνια τα καΐκια, χρωματιστά. Πλοία της γραμμής, ποστάλια, αλλά και φορτηγά, με πελώρια βίντσια. Το «Αλμπέρτα» άραζε με την πρύμη στην παραλία και βάζανε σκάλα. Κόσμος, κόσμος πολύς. Μαγαζιά, καφενεία, πλανόδιοι πουλητές. Σωστή γιορτή… Στην προκυμαία περίμεναν τσούρμο οι συγγενείς. Φιλιά, αγκαλιές, φωνούλες: «Πόσο μεγάλωσε», «πόσο ομόρφυνε». Μπαίναμε στις άμαξες, με το ένα η με τα δυο άλογα, που ένιωθες στο σκληρό κάθισμα την υπερφυσική τους δύναμη. Και μετά, το μεγάλο παλιό σπίτι. Τα γλυκά του κου­ταλιού. Το πλούσιο γεύμα. Τα φρούτα και η μεσημεριάτικη στρωματσάδα. Στη Χίο μέναμε δυο μήνες. Μου ’χανε αγοράσει και πατίνι και ήμουν πιο πολύ περήφανος παρά ευτυχισμένος, γιατί ξεχώριζα μέσα στα παιδιά του μαχαλά. Άλλωστε ήμουνα ο «ξένος». Ο Ταξιδεμένος. Αυτός που είχε δει την Αθήνα. Που είχε μπει και σε αυτοκίνητο και σε πλοίο…

Από  όλα τα μέρη της Χίου περισσότερο μ’ άρεζε το λιμάνι. Ιδιαίτερα το καρνάγιο. Ένα πελώριο κόκκινο σκαρί τελείωνε εκείνο τον καιρό και μείς, ένα τσούρμο παιδιά, παρακολουθούσαμε τις τελευταίες εργασίες. Πόσο γλυκομύριζε η πίσσα και τα άλλα υλικά πού έβαζαν πάνω στη μεγάλη φωτιά. Και πόσο το ζήλευα, αυτό το καΐκι, πού σέ λίγο θα αρμένιζε περήφανο και λεύτερο τα πελάγη. Το άλλο που μ’ άρεσε ήταν η μικρή μου ξαδέλφη, η Πόλη, κόρη της θείας Φρόσως, συνομήλικη του Γιαννάκη… Εμείς στο σπίτι ήμαστε δυο αγόρια κι όταν την είδα να κάνει τα τσίσια της, αισθάνθηκα κάτι περισσότερο από περιέργεια. Ήταν ακατανόητη, αλλά όμορφη η ταραχή μου, γι’ αυτό επεδίωκα να την πηγαίνω στον κήπο για κατούρημα. Μια μέρα όμως μάς είδε ο πατέρας της, ο θείος Μάνος, και με χτύπησε με τη ζώνη του και τότε συνειδητοποίησα, για πρώτη φορά, ότι το ευχάριστο συναίσθημα πρέπει να το ’χω κρυφό, γιατί είναι αμαρτία. Τον άλλο χρόνο, που λούζανε όλες οι γυναίκες το Γιαννάκη στη σκάφη και η Πόλη έβλεπε την τσουτσούνα του, της έριξα τη σκούπα στο κεφάλι. Παραλίγο να της βγάλω το μάτι. Και πάλι, ο θείος Μάνος μού τις έβρεξε με τη ζώνη. Όμως, γιατί η αμαρτία να είναι μόνο για τη μια πλευρά; ρωτούσα τον εαυτό μου, καθώς μετρούσα τις βουρδουλιές.

Στο σπίτι, μιλούσαν όλο για τον Τσεσμέ. Η θεία Ερωφίλη -όταν δεν ήταν στο κρεβάτι- ντυνόταν με ωραία μακριά φορέματα, που είχαν πάντα νταντέλες στο λαιμό. Λιγνή, ψηλή, με μάτια θλιμμένα, πάντα αυστηρή, κρατούσε τα κλειδιά του μπαούλου, όπου είχαν φυλαγμένα τα «χαρτιά». Καθόντουσαν τακτικά και οι πέντε γυναίκες γύρω γύρω και όταν η θεία Ερωφίλη το άνοιγε και έβγαζε έξω τους «τίτλους ιδιοκτησίας», τις έπιανε όλες μαζί ένα κλάμα σιγανό. Μοιρολογούσανε το χαμένο παράδεισο. Η μία έλεγε για το σπίτι, η άλλη για το μποστάνι κι η άλλη για την ωραία ζωή… Ύστερα ανοίγανε το παράθυ­ρο, που το είχανε πάντα κλειστό, και βλέπανε με τη σειρά τη Μικρασία, δυο βήματα από  τη Χίο και κάτω δεξιά ό Τσεσμές. «Μίκη, έλα να σου δείξω, μου ’λεγε η γιαγιά η Σταματία. Βλέπεις εκείνα τα σπίτια… Να, εκεί στην άκρη, είναι το σπίτι μας. Πάνω στη θάλασσα… Ποιος να ’χει τώρα τη βάρκα του παππού σου, του συγχωρεμένου…» Και τότε τσίριζε πιο πολύ η θεία Φρόσω, που ’χε φωνή σοπράνο. Κάνανε όλες μαζί το σταυρό τους. Η γιαγιά μου άρχιζε τις μετάνοιες, ως το πάτωμα. Έφερνε το Μαριγάκι το θυμιατό με το λιβάνι. Πήγαιναν κατά το εικονοστάσι και ανάμεσα στους θρήνους και στις στριγκλιές λέγανε και κανένα τροπάριο για την Παναγία… Παράξενα πράγματα, σκεφτόμουν. Ακατανόητα. Έβλεπα μια τις εικόνες, μια το μπαούλο με τα χαρτιά και μια τις πέντε γυναίκες, που κλαίγανε και ψάλλανε μαζί και κάπου κάπου από  το παράθυρο αντικρίζανε το σπίτι και τον μπαξέ τους, στην Τουρκία… Μια φορά που αρρώστησα, έμαθα την ιστορία της «θαυματουργού» εικόνας με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ. Την είχαν βρει, λένε, στα χρόνια της τούρκικης σκλαβιάς στο λιμάνι της Χίου. Θάμα! Ο Θεός τη φύλαξε και αυτός που την έσωσε πήρε την ευλογία του. Μες στον πυρετό μου, μ’ έβαζαν να φιλώ την εικόνα, που την είχαν συνέχεια κάτω από το προσκεφάλι μου. Έκτοτε, σέ κάθε αρρωστια, δε μ’ έσωζε ούτε ό γιατρός ούτε τα φάρμακα, αλλά ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, με τα χρυσά φτερά του και το βλέμμα το μελαγχολικό. Η θεία Μαριγάκι θα ’μενε μαζί μας, έως τα βαθιά της γεράματα, μαζί με τη γιαγιά Σταματία, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τα άλλα εικονίσματα. Επίσης θαυμα­τουργά. Όμως εμένα, με είχε αναλάβει αποκλειστικά ο συνονό­ματός μου. Έως και σήμερα ακόμα, που σας εξιστορώ, τον έχω στο τζάκι του σπιτιού μου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *