cebfceb9 ceaccf86ceb1cebdcf84cebfceb9 cf83ceb9ceb1cebcceadceb6cebfceb9 ceb1cf83cf84cf85cebdcebfcebcceb9cebacf8c ceb4ceb9ceaeceb3ceb7

Την περασμένη Κυριακή παρουσίασα εδώ ένα παλιό μου κείμενο, που το είχα γράψει πριν από 30+ χρόνια, όταν είχα μεταφράσει το Γεράκι της Μάλτας, του Ντάσιελ Χάμετ, για τη Σύγχρονη Εποχή. Από τη συζήτηση μού άνοιξε η όρεξη κι έτσι έπιασα ένα διήγημα του Χάμετ, που το έχω σε μια συλλογή του 1950, αλλά που αρχικά γράφτηκε το 1926 και δημοσιεύτηκε στο λαϊκό (pulp) περιοδικό Black Mask.

creeping 1Το μετέφρασα λοιπόν και το παρουσιάζω σήμερα. Η μετάφραση είναι λιγάκι πρίμα βίστα, οπότε ας θεωρηθεί under construction, αλλά θα αναφερθώ σε καναδυό σημεία. Το διήγημα έχει μια περίεργη ομοιότητα με την υπόθεση που απασχολεί αυτές τις μέρες την κοινή γνώμη -και εδώ έχουμε κάποιους μυστηριώδεις ξένους να διαπράττουν ληστεία- οπότε διάλεξα να το παρουσιάσω σήμερα κι ας μην έχω χτενίσει τη μετάφραση όσο θα ήθελα.

Το διήγημα έχει μεταφραστεί στα ελληνικά, αλλά δεν έχω δει αυτή την παλιά μετάφραση, που πρέπει να έγινε το 1988-9, τότε που μόλις είχα φύγει για έξω. Ο ελληνικός τίτλος ήταν, νομίζω, «Ο έρπων Σιαμαίος», με τον οποίο διαφωνώ σε όλες τις λέξεις. Ο αγγλικός, το βλέπετε, The Creeping Siamese.

Καταρχάς, δεν μου αρέσει ο Σιαμαίος, διότι στα ελληνικά σιαμαίοι είναι οι δίδυμοι που γεννιούνται με τα σώματά τους ενωμένα. Εδώ έχουμε κάποιον ή κάποιους από το Σιάμ, άρα θα πούμε Σιαμέζος/Σιαμέζοι (και όχι Ταϊλανδός που θα λέγαμε σήμερα). Έπειτα, χρειάζεται πληθυντικός -αφού οι Σιαμέζοι είναι πολλοί.

Και τέλος γιατί «έρπων»; Εννοώ, αρχικά, γιατί τόση καθαρεύουσα. Θα προτιμούσα «σερνάμενος». Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι ο Χάμετ χρησιμοποιεί διαφορετικά τη λέξη. Δεν θέλω να σποϊλάρω, αλλά στο διήγημα δεν υπάρχει κανείς που να έρπει ή να σέρνεται ή να σκύβει. Η φράση creeping Siamese εμφανίζεται μόνο μια φορά στο τέλος, τη λέει ο αστυνομικός προς τον Ρίχτερ. Οπότε, σκέφτηκα ότι εδώ χρησιμοποιείται σαν συνώνυμο του elusive γι αυτό και διάλεξα «άφαντος» αν και μπορώ να αλλάξω γνώμη αν με πείσετε. Στα ισπανικά, ο τίτλος έχει μεταφραστεί Los siameses escurridizos, που είναι περίπου ίδιος με τον δικό μου. (Η γαλλική μετάφραση, Rats de Siam, είναι πιο ελεύθερη).

creeping 2Το διήγημα είναι χαρακτηριστικό της σκληροτράχηλης σχολής που εισηγήθηκε ο Χάμετ και δείχνει με αρκετή πειστικότητα τον τρόπο δουλειάς του ιδιωτικού ντετέκτιβ, του Κοντινένταλ Οπ, του ανώνυμου ντετέκτιβ του Ηπειρωτικού Πρακτορείου, που πρωταγωνιστεί σε πολλά έργα του Χάμετ. Η δράση διαδραματίζεται στο Σαν Φρανσίσκο και στην έκδοση του 1950 υπάρχει στο οπισθόφυλλο και χάρτης της πόλης που δείχνει πού βρίσκονται τα γραφεία του Ηπειρωτικού και το σπίτι του Ρίχτερ, όπως και άλλα σημεία που σχετίζονται με τα άλλα διηγήματα της συλλογής (ανάμεσά τους και ένα ανύπαρκτο βαλκανικό κράτος, η Στεφανία, που θα το βρούμε στη νουβέλα This King Business, που έχει εκδοθεί και στα ελληνικά  με τον ελαφρώς παραπλανητικό τίτλο Αχ, αυτές οι βασιλικές μπίζνες).

Παραθέτω λοιπόν την (αχτένιστη, το ξαναλέω) μετάφραση που έκανα στους Σιαμέζους του Χάμετ και στο τέλος αναφέρω ένα ακόμα μεταφραστικό.

Οι άφαντοι Σιαμέζοι

Στεκόμουν στο γκισέ του ταμείου στα κεντρικά γραφεία του Ηπειρωτικού Πρακτορείου Ντετέκτιβ στο Σαν Φρανσίσκο και παρακολουθούσα τον Πόρτερ που έλεγχε τον λογαριασμό των εξόδων μου, όταν μπήκε μέσα εκείνος. Ήταν ένας ψηλός άντρας, με σκληρή έκφραση στο οστεώδες πρόσωπό του. Το γκρίζο κουστούμι του κρεμόταν σακουλιασμένο από τους πλατιούς ώμους του. Στο φως του σούρουπου που έμπαινε από τα μισοκατεβασμενα στόρια, το δέρμα του είχε το χρώμα που έχουν τα καινούργια καφέ παπούτσια.

Άνοιξε απότομα την πόρτα και μετά έμεινε διστακτικός στην είσοδο, κρατώντας την πόρτα ανοιχτή, γυρίζοντας το πόμολο μπροστά και πίσω με το κοκαλιάρικο χέρι του. Το πρόσωπό του δεν έδειχνε αναποφάσιστο. Ήταν άσκημο και βλοσυρό και είχε την έκφραση κάποιου που θυμήθηκε κάτι δυσάρεστο.

Ο Τόμι Χάουντ, ο φακιδιάρης και πλακουτσομύτης νεαρός κλητήρας μας, σηκώθηκε από το γραφείο του και πήγε ως τη διαχωριστική γρίλια.

«Τι θέλ…» άρχισε να λέει ο Τόμι και τινάχτηκε προς τα πίσω.

Ο άντρας είχε αφήσει το πόμολο. Σταύρωσε τα μακριά χέρια του μπροστά στο στήθος του, πιάνοντας με κάθε παλάμη έναν ώμο. Το στόμα του άνοιξε διάπλατα, σ’ ένα χασμουρητό που κάθε άλλο παρά χαλάρωση έδειχνε. Έκλεισε το στόμα με θόρυβο. Ανασήκωσε τα χείλια φανερώνοντας σφιγμένα κίτρινα δόντια.

«Γαμώτο!» μούγκρισε, όλο αηδία και σωριάστηκε στο πάτωμα.

Πήδηξα πάνω από το χώρισμα, πέρασα πάνω από το σώμα του και βγήκα στον διάδρομο.

Τέσσερις πόρτες πιο πέρα, η Άγκνες Μπρέιντεν, μια στρουμπουλή τριανταπεντάρα που έχει ένα στενογραφείο για το κοινό, έμπαινε στο γραφείο της.

«Δεσποινίς Μπρέιντεν», της φώναξα· γύρισε και με περίμενε να πλησιάσω. «Μήπως είδατε τον άντρα που μόλις μπήκε στο γραφείο μας;»

«Ναι». Τα πράσινα μάτια της φωτίστηκαν από την περιέργεια. «Ένας ψηλός, που ήταν μαζί μου στο ασανσέρ. Γιατί ρωτάτε;»

«Ήταν μόνος του;»

«Ναι. Δηλαδή, εκείνος κι εγώ ήμασταν οι μόνοι που βγήκαμε στον όροφό μας. Γιατί;»

«Είδατε κανέναν άλλον κοντά του;»

«Όχι, αλλά δεν τον πρόσεξα όσο ήμασταν στο ασανσέρ. Γιατί ρωτάτε;»

«Το φέρσιμό του σας φάνηκε περίεργο;»

«Όχι, δεν αντιλήφθηκα τίποτε. Γιατί;»

«Σας ευχαριστώ. Θα περάσω αργότερα να σας πω».

Έκανα ένα γύρο από τους διαδρόμους του ορόφου μας χωρίς να μάθω τίποτα.

Όταν επέστρεψα στο γραφείο, ο κοκαλιάρης άντρας κειτόταν ακόμα στο πάτωμα, αλλά τον είχαν γυρίσει ανάσκελα. Όπως περίμενα, ήταν νεκρός. Ο Γέρος, που τον εξέταζε, σηκώθηκε όρθιος βλέποντάς με να μπαίνω. Ο Πόρτερ ήταν στο τηλέφωνο, προσπαθώντας να μιλήσει με την αστυνομία. Τα μάτια του Τόμι Χάουντ ήταν γαλανά μισοδόλαρα σε άσπρο πρόσωπο.

«Τίποτα στους διαδρόμους», είπα στον Γέρο. «Ανέβηκε με το ασανσέρ μαζί με την Άγκνες Μπρέιντεν, η οποία λέει ότι ήταν μόνος του και ότι δεν είδε κανέναν κοντά του».

«Ακριβώς αυτό». Η φωνή και το χαμόγελο του Γέρου ήταν μειλίχια και ευγενικά λες και το πτώμα στα πόδια του ήταν απλώς ένα μοτίβο πάνω στο χαλί. Πενήντα χρόνια ντετεκτιβίστικης δουλειάς τον είχαν κάνει πιο ασυγκίνητο κι από ενεχυροδανειστή. «Φαίνεται πως τον μαχαίρωσαν στο αριστερό στήθος, μια μάλλον μεγάλη πληγή· για να σταματήσει την αιμορραγία, είχε βάλει αυτό το μεταξένιο ύφασμα» -και με το πόδι του ακούμπησε μια τσαλακωμένη μπάλα από κόκκινο ύφασμα στο πάτωμα- «που όπως φαίνεται είναι ένα σαρόνγκ».

Για τον Γέρο, σήμερα δεν είναι Τρίτη. Φαίνεται να είναι Τρίτη.

«Πάνω του», συνέχισε, «βρήκα περίπου εννιακόσια δολάρια σε χαρτονομίσματα διαφόρων αξιών και μερικά ασημένια· ένα χρυσό ρολόι κι ένα σουγιά τσέπης βρετανικής κατασκευής· ένα γιαπωνέζικο ασημένιο νόμισμα των 50 σεν· καπνό, πίπα και σπίρτα· έναν πίνακα δρομολογίων της Σάουθερν Πασίφικ· δυο μαντίλια, χωρίς σημάδια από καθαριστήριο· στυλό και μερικά φύλλα άγραφο χαρτί· τέσσερα γραμματόσημα των δύο σεντς· κι ένα κλειδί που γράφει πάνω του Ξενοδοχείο Μοντγκόμερι, Δωμάτιο 540».

«Τα ρούχα του», συνέχισε, «φαίνονται καινούργια. Σίγουρα κάτι περισσότερο θα μάθουμε από αυτά όταν τα εξετάσουμε πιο επιστάμενα, κάτι που δεν θέλω να κάνω πριν έρθει η αστυνομία. Στο μεταξύ, δεν πας μέχρι το Μοντγκόμερι να δεις αν μπορείς να μάθεις τίποτε;»

Στο σαλόνι του ξενοδοχείου Μοντγκόμερι, ο πρώτος που συνάντησα ήταν αυτός που αναζητούσα: ο Πέντερσον, ο μπάτσος του ξενοδοχείου, ένας πρώην μπάρμαν με ξανθό μουστάκι, που από παρακολούθηση υπόπτων δεν σκαμπάζει περισσότερα απ’ όσα εγώ από σαξόφωνο, αλλά που ξέρει να κρίνει τους ανθρώπους και πώς να τους κουμαντάρει, πράγμα που είναι και αυτό που χρειάζεται στη δουλειά του.

«Καλώστον», με χαιρέτισε. «Έχεις κανένα σίγουρο;»

«Αύριο θα κερδίσουμε στο Σιάτλ, μπορείς να στοιχηματίσεις άφοβα. Ποιος κάθεται στο 540, Πιτ;»

«Αφού δεν παίζουμε στο Σιάτλ, ρε ψεύτη! Στο Πόρτλαντ παίζουμε. Απαράδεκτη έλλειψη συνείδησης, να μην ξέρεις που παίζει η ομάδ…»

«Κόφ’ το, Πιτ! Δεν έχω καιρό να χαζολογάω με τα παιδιάστικα χόμπι σου. Προ ολίγου κάποιος έπεσε νεκρός στο μαγαζί μας, και είχε στην τσέπη του ένα κλειδί δικού σας δωματίου: το 540».

Ο Πιτ ξαφνικά σταμάτησε να ενδιαφέρεται για τα αθλητικά.

«Το 540;» Σήκωσε τα μάτια στην οροφή. «Πρέπει να ’ναι αυτός ο Ράουντς. Έπεσε νεκρός, είπες;»

«Εντελώς. Σωριάστηκε καταμεσίς στο γραφείο, με μια μαχαιριά στο κορμί του. Ποιος είναι αυτός ο Ράουντς;»

«Έτσι πρόχειρα δεν μπορώ να σου πω πολλά. Ένας μεγαλόσωμος κοκαλιάρης, με καφετί χρώμα δέρματος. Δεν θα τον πρόσεχα καθόλου αν δεν είχε μονίμως αυτή την ξινή έκφραση».

«Αυτός είναι. Πάμε να τον ψάξουμε».

Στη ρεσεψιόν μάθαμε ότι ο τύπος είχε καταφθάσει την προηγουμένη, και είχε δώσει το όνομα Χ.Ρ.Ράουντς, Νέα Υόρκη· είχε πει στον ρεσεψιονίστα ότι σκόπευε να φύγει σε τρεις μέρες το πολύ. Δεν είχε λάβει γράμματα ούτε τηλεφωνήματα. Κανείς δεν ήξερε πότε είχε βγει, γιατί δεν είχε αφήσει το κλειδί του στη ρεσεψιόν. Ούτε τα παιδιά του ασανσέρ, ούτε οι γκρουμ είχαν να μας πουν κάτι.

Το δωμάτιό του δεν πρόσθεσε πολλά σε όσα ξέραμε. Οι αποσκευές του ήταν μια τσάντα από χοιρόδερμα, ταλαιπωρημένη και γεμάτη αμυχές, σκεπασμένη με σημάδια από ετικέτες που κάποιος τις είχε ξύσει και τις είχε αφαιρέσει. Ήταν κλειδωμένη, αλλά οι κλειδαριές των σακ βουαγιάζ δεν αξίζουν και πολλά πράγματα. Αυτή εκεί μάς αντιστάθηκε κανα πεντάλεπτο.

Τα ρούχα του Ράουντς -μερικά στη βαλίτσα, άλλα στη ντουλάπα- δεν ήταν ούτε πολλά, ούτε ακριβά, όμως ήταν όλα τους καινούργια. Τα ασπρόρουχα δεν είχαν σημάδια από καθαριστήριο. Όλα τους ήταν από γνωστές μάρκες, πολυδιαφημισμένες, που μπορεί κανείς να τις αγοράσει σε οποιαδήποτε πόλη της χώρας. Δεν βρήκαμε ούτε ένα κομμάτι χαρτί με κάτι γραμμένο πάνω του. Ούτε μια ετικέτα που να δηλώνει ταυτότητα. Τίποτα στο δωμάτιο δεν μπορούσε να μας πληροφορήσει από πού είχε έρθει ο Ράουντς ή γιατί.

Ο Πέντερσον είχε θυμώσει.

«Να δεις που αν δεν σκοτωνόταν, θα μας φέσωνε το νοίκι μιας εβδομάδας! Αυτοί οι τύποι που δεν έχουν πάνω τους τίποτα που να δηλώνει ταυτότητα και που δεν αφήνουν τα κλειδιά τους στη ρεσεψιόν όταν βγαίνουν, δεν είναι να τους εμπιστεύεσαι!».

Μόλις είχαμε τελειώσει την αναζήτησή μας, όταν ένας γκρουμ έφερε στο δωμάτιο τον ντετέκτιβ Ο’ Γκαρ, λοχία του τμήματος ανθρωποκτονιών της αστυνομίας.

«Πέρασες από το Πρακτορείο;» τον ρώτησα.

«Ναι, από εκεί έρχομαι».

«Κανένα νέο;»

Ο Ο’ Γκαρ έσπρωξε πίσω το πλατύγυρο μαύρο αστυνομικό καπέλο του και έξυσε το στρογγυλό κεφάλι του.

«Όχι πολλά. Ο γιατρός λέει ότι τον έσφαξαν με μια λεπίδα τουλάχιστον δεκαπέντε πόντους επί πέντε πόντους πλατιά, και ότι αποκλείεται να έζησε δυο ώρες μετά τον τραυματισμό -μάλλον όχι περισσότερο από μία ώρα. Δεν βρήκαμε κανένα νέο για το άτομό του. Εσείς τι βρήκατε;»

«Λέγεται Ράουντς. Γράφτηκε εδώ χτες, από Νέα Υόρκη. Τα πράγματά του είναι καινούργια και πάνω τους δεν υπάρχει τίποτα που να μας λέει το παραμικρό, εκτός από το ότι δεν ήθελε να αφήσει ίχνη. Ούτε γράμματα, ούτε σημειώματα, τίποτα. Ούτε αίμα, ούτε σημάδια από καβγά στο δωμάτιο».

Ο Ο’ Γκαρ στράφηκε στον Πέντερσον.

«Είχατε τίποτα μελαψούς στο ξενοδοχείο; Ινδούς και τα ρέστα;»

«Δεν είδα κανέναν», είπε ο ντετέκτιβ του ξενοδοχείου. «Θα το κοιτάξω».

«Οπότε το κόκκινο μεταξένιο ύφασμα ήταν σαρόνγκ;» ρώτησα.

«Και ακριβό μάλιστα», είπε ο αστυνομικός. «Τα τέσσερα χρόνια που έκανα στρατιώτης στα νησιά είδα κάμποσα, αλλά ποτέ μου ένα τόσο φίνο».

«Ποιοι τα φοράνε;»

«Άντρες και γυναίκες στις Φιλιππίνες, στο Βόρνεο, στην Ιάβα, στη Σουμάτρα, στη χερσόνησο της Μαλαισίας, σε περιοχές της Ινδίας».

«Δηλαδή λες ότι εκείνος που τον έσφαξε, όποιος και να ’ναι, έκανε φιγούρα κυκλοφορώντας στο δρόμο με κόκκινο μεσοφόρι;»

«Πολύ αστείος είσαι!» μου μούγκρισε. «Τα σαρόνγκ πολύ συχνά τα τυλίγουν ή τα στρίβουν σαν ζώνες ή ταινίες. Και πού ξέρω εγώ ότι τον μαχαίρωσαν στο δρόμο; Κι εδώ που τα λέμε, πού ξέρω ότι δεν τον μαχαίρωσαν στο μαγαζί σου;»

«Εμείς τα θύματά μας πάντοτε τα θάβουμε χωρίς να πούμε λέξη. Πάμε κάτω να βοηθήσουμε τον Πιτ που ψάχνει καφετιούς υπόπτους».

Η αναζήτηση αυτή δεν οδήγησε πουθενά. Αν τίποτα καφετιοί άντρες είχαν στήσει καρτέρι γύρω από το ξενοδοχείο, ήταν τόσο καλοί σ’ αυτό που δεν έγιναν αντιληπτοί.

Τηλεφώνησα στον Γέρο, του είπα τι είχα μάθει -δεν χάλασα και πολύ σάλιο- και μετά περάσαμε το υπόλοιπο βράδυ με τον Ο’ Γκαρ, κάνοντας διάφορες κρούσεις που καμιά τους δεν βρήκε τον στόχο. Ρωτήσαμε ταξιτζήδες, ρωτήσαμε τους τρεις Ράουντς που βρήκαμε στον τηλεφωνικό κατάλογο, αλλά στο τέλος η άγνοιά μας ήταν το ίδιο ολοκληρωτική όπως όταν είχαμε αρχίσει.

Οι πρωινές εφημερίδες, που κυκλοφόρησαν λίγο μετά τις οχτώ το βράδυ, δημοσίευαν την είδηση όπως την ξέραμε.

Στις 11 η ώρα είπαμε καληνύχτα με τον Ο’ Γκαρ και κατευθυνθήκαμε ο καθένας προς το κρεβάτι του.

Ο χωρισμός μας δεν κράτησε πολύ.

 

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, καθόμουν στο πλάι του κρεβατιού μου, στο θαμπό φως του φεγγαριού που μόλις ανέτελλε, ενώ το τηλέφωνο στο χέρι μου κουδούνιζε.

Η φωνή του Ο’Γκαρ: «1856 Μπροντγουέι! Εμπρός, ξεκίνα!»

«1856 Μπροντγουέι», επανέλαβα. Εκείνος το έκλεισε.

Ολοκλήρωσα το ξύπνημά μου ενώ τηλεφωνούσα για ταξί και μετά ντύθηκα κακήν κακώς. Καθώς κατέβαινα για να βγω έξω, το ρολόι μου με πληροφόρησε ότι ήταν 00.55. Δεν είχα συμπληρώσει τέταρτο της ώρας στο κρεβάτι.

Στη διεύθυνση 1856 Μπροντγουέι υπήρχε ένα τριώροφο σπίτι πίσω από έναν μικροσκοπικό κήπο, σε μια σειρά από παρόμοια σπίτια πίσω από παρόμοιους κήπους. Τα άλλα ήταν σκοτεινά. Το 1856 έριχνε φως από κάθε παράθυρο και από την ανοιχτή μπροστινή πόρτα. Ένας αστυνομικός στεκόταν στην είσοδο.

«Γεια σου Μακ! Ο Ο’ Γκαρ είναι μέσα;»

«Μόλις ήρθε».

Μπήκα σε ένα χολ με χρώματα καφέ και ωχροκίτρινο και είδα τον ντετέκτιβ να ανεβαίνει τις πλατιές σκάλες.

«Τι τρέχει;» τον ρώτησα πλησιάζοντάς τον.

«Δεν ξέρω».

Στον πρώτο όροφο στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε σε μια βιβλιοθήκη ή καθιστικό που έπιανε όλη την πρόσοψη του σπιτιού.

Ένας άντρας με πιτζάμες και μπουρνούζι καθόταν σε έναν καναπέ. Είχε το γυμνό του πόδι τεντωμένο πάνω σε μια καρέκλα μπροστά του. Με χαιρέτησε και τον αναγνώρισα: ήταν ο Όστιν Ρίχτερ, ιδιοκτήτης ενός κινηματογράφου στη Μάρκετ Στριτ. Ήταν ένας στρογγυλοπρόσωπος άντρας, γύρω στα σαρανταπέντε, εν μέρει φαλακρός· είχε ζητήσει τις υπηρεσίες του Πρακτορείου μας πριν από κανα χρόνο, για κάποιον πωλητή εισιτηρίων ο οποίος είχε εξαφανιστεί χωρίς να παραδώσει τις εισπράξεις της ημέρας.

Μπροστά στον Ρίχτερ στεκόταν ένας αδύνατος ασπρομάλλης, που από μακριά φαινόταν ότι ήταν γιατρός· κοίταζε το πόδι του Ρίχτερ, που ήταν δεμένο με επίδεσμο κάτω από το γόνατο. Πλάι στον γιατρό στεκόταν μια ψηλή γυναίκα με ρόμπα γαρνιρισμένη με γούνα· στα χέρια της κρατούσε ένα ρολό γάζα και ψαλίδι. Ένας σωματώδης δεκανέας της αστυνομίας έγραφε κάτι σε ένα σημειωματάριο πάνω σ’ ένα μακρόστενο τραπέζι, ενώ στον αγκώνα του υπήρχε ένα χοντρό μπαστούνι από ξύλο καρυδιάς, ακουμπισμένο πάνω στο φωτεινό μπλε τραπεζομάντιλο.

Καθώς μπήκαμε στο δωμάτιο, όλοι γύρισαν και μας κοίταξαν. Ο δεκανέας σηκώθηκε και ήρθε προς το μέρος μας.

«Λοχία, ήξερα ότι χειρίζεστε την υπόθεση Ράουντς, σκέφτηκα λοιπόν να σας ειδοποιήσω αμέσως μόλις άκουσα ότι και εδώ είναι μπλεγμένοι κάτι μελαψοί».

«Καλά έκανες, Φλυν», είπε ο Ο’ Γκαρ. «Τι έχουμε εδώ;»

«Διάρρηξη ή ίσως απόπειρα διάρρηξης. Οι δράστες ήταν τέσσερις -παραβίασαν την πόρτα της κουζίνας».

Ο Ρίχτερ καθόταν με ολόισιο το κορμί του και τα γαλανά του μάτια ξαφνικά έλαμψαν, όπως και τα καστανά μάτια της γυναίκας.

«Συγγνώμη που σας διακόπτω», είπε, «αλλά… είπατε κάτι για μελαψούς για μιαν άλλη υπόθεση… υπάρχει και άλλο;»

Ο Ο’ Γκαρ με κοίταξε.

«Δεν είδατε τις πρωινές εφημερίδες;» ρώτησα τον αιθουσάρχη.

«Όχι».

«Ε, ένας άντρας μπήκε στα γραφεία του Ηπειρωτικού αργά το απόγευμα, με μια μαχαιριά στο στήθος του, και πέθανε εκεί. Σφιχτά πάνω στην πληγή κρατούσε ένα σαρόνγκ, σαν για να σταματήσει την αιμορραγία. Από εκεί μάς ήρθε η ιδέα για μελαψούς».

«Το όνομά του;»

«Ράουντς, Χ.Ρ.Ράουντς».

Το όνομα δεν φάνηκε γνωστό στον Ρίχτερ.

«Ένας ψηλός, αδύνατος, με σκούρο δέρμα;» ρώτησε. «Με γκρίζο κοστούμι;»

«Όλα αυτά».

Ο Ρίχτερ στράφηκε και κοίταξε τη γυναίκα.

«Ο Μολόι», αναφώνησε.

«Ο Μολόι», αναφώνησε εκείνη.

«Τον ξέρετε, λοιπόν;»

Στράφηκαν και οι δυο προς τα μένα.

«Ναι. Ήταν εδώ το απόγευμα.  Έφυγε…»

Ο Ρίχτερ σταμάτησε και στράφηκε ξανά προς τη γυναίκα με ένα ερωτηματικό βλέμμα.

«Ναι, Όστιν», είπε εκείνη και, αφήνοντας τη γάζα και το ψαλίδι πάνω στο τραπέζι, κάθισε πλάι του στον καναπέ. «Πες τους».

Εκείνος χτύπησε χαϊδευτικά το χέρι της και με κοίταξε ξανά, έχοντας την έκφραση κάποιου που μόλις είδε ένα βολικό μέρος για ν’ απιθώσει το βαρύ φορτίο που κουβαλάει.

«Καθίστε. Δεν είναι μεγάλη ιστορία, αλλά καθίστε».

Βρήκαμε καρέκλες και καθίσαμε.

«Ο Μολόι, ο Σαμ Μολόι, έτσι λέγεται ή τουλάχιστον με αυτό το όνομα τον γνώριζα. Ήρθε εδώ το απόγευμα. Είχε τηλεφωνήσει στο σινεμά, ή είχε περάσει από εκεί, και του είπαν ότι είμαι στο σπίτι. Είχα τρία χρόνια να τον δω. Όταν μπήκε, είδαμε -και η γυναίκα μου κι εγώ- ότι κάτι του συνέβαινε.

Όταν τον ρώτησα, είπε πως τον είχε μαχαιρώσει ένας Σιαμέζος, όπως ερχόταν εδώ. Δεν φαινόταν να θεωρεί σοβαρό το τραύμα του -ή τουλάχιστον έτσι προσποιόταν. Δεν θέλησε να μας αφήσει να το φροντίσουμε, ούτε να το κοιτάξουμε. Είπε πως θα πήγαινε σε γιατρό μόλις έφευγε, αφού πρώτα ξεφορτωνόταν το πράγμα. Γι’ αυτό είχε έρθει να με δει. Ήθελε να το κρύψω, να του το φυλάξω μέχρι που να έρθει να το ξαναπάρει.

Δεν μίλησε πολύ. Βιαζόταν και υπέφερε. Δεν του έκανα ερωτήσεις. Δεν μπορούσα να του αρνηθώ τίποτα. Δεν μπορούσα να τον ρωτήσω, παρόλο που άφησε να εννοηθεί ότι επρόκειτο για κάτι παράνομο αλλά και επικίνδυνο. Είχε σώσει μια φορά τη ζωή μας -περισσότερο τη δική μου παρά της γυναίκας μου- τότε που τον πρωτογνωρίσαμε, στο Μεξικό. Αυτό έγινε το 1916. Είχαμε ξεμείνει εκεί κάτω τότε που έγιναν οι φασαρίες με τον Βίγια. Ο Μολόι έκανε λαθρεμπόριο όπλων και είχε τόση επιρροή στους ληστές, που κατάφερε να μας αφήσουν ελεύθερους τη στιγμή που πιστεύαμε πως είμαστε χαμένοι.

Οπότε, τώρα που ήθελε να κάνω κάτι γι’ αυτόν, δεν μπορούσα να τον αρχίσω στις ερωτήσεις. Του είπα «Ναι» και μου έδωσε το δέμα. Δεν ήταν μεγάλο: περίπου το μέγεθος, να πούμε, μιας φρατζόλας ψωμί, κάτι τέτοιο, αλλά πολύ βαρύ για το μέγεθός του. Ήταν τυλιγμένο σε καφέ χαρτί. Μόλις έφυγε, το ξετυλίξαμε, δηλαδή βγάλαμε το χαρτί. Αλλά το εσωτερικό περιτύλιγμα ήταν από καραβόπανο, δεμένο με μεταξένιο σκοινί, και σφραγισμένο, οπότε δεν το ανοίξαμε. Το βάλαμε επάνω, σε ένα δωμάτιο που έχουμε για αποθήκη, κάτω από μια στοίβα παλιά περιοδικά.

«Και μετά, γύρω στις 12 παρά τέταρτο -είχα πέσει στο κρεβάτι πριν από λίγα λεπτά και δεν είχα ακόμα κοιμηθεί- άκουσα έναν θόρυβο από εδώ πέρα. Δεν έχω πιστόλι και στο σπίτι δεν υπάρχει τίποτα που θα μπορούσες να το πεις όπλο, αλλά αυτό εδώ το μπαστούνι» -και έδειξε το καρυδένιο μπαστούνι πάνω στο τραπέζι- «βρισκόταν σε μια ντουλάπα στο υπνοδωμάτιό μας. Οπότε το πήρα και βγήκα να δω τι συμβαίνει.

«Αμέσως έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας είδα κάποιον. Εγώ τον έβλεπα καλύτερα απ’ ό,τι εκείνος εμένα, επειδή η πόρτα ήταν ανοιχτή και εκείνος είχε φόντο το παράθυρο. Βρισκόταν ανάμεσα σε μένα και στο παράθυρο και το φως του φεγγαριού τον φώτιζε καλούτσικα. Τον χτύπησα με το μπαστούνι, αλλά δεν τον έριξα κάτω. Άρχισε να τρέχει προς τα πέρα. Βλακωδώς, χωρίς να σκεφτώ ότι μπορεί να μην ήταν μόνος του, έτρεξα πίσω του. Και καθώς μπήκα σε αυτό το δωμάτιο, ένας άλλος με πυροβόλησε στο πόδι.

«Έπεσα, φυσικά. Και ενώ σηκωνόμουν, ήρθαν δυο απ’ αυτούς, έχοντας τη γυναίκα μου ανάμεσά τους. Ήταν τέσσερις. Μεσαίου αναστήματος, καφέ χρώματος, αλλά όχι πολύ σκούροι. Θεώρησα δεδομένο πως είναι Σιαμέζοι, επειδή ο Μολόι είχε πει για Σιαμέζο. Άναψαν τα φώτα, κι ένας από αυτούς, που φαινόταν να είναι ο αρχηγός, με ρώτησε:

«Πού είναι το;»’

«Η προφορά του ήταν ξενική, αλλά καταλάβαινες τι έλεγε. Φυσικά, κατάλαβα ότι ήθελε το πράγμα που είχε αφήσει ο Μολόι, αλλά προσποιήθηκα πως δεν ξέρω τίποτα. Μου είπαν, δηλαδή ο αρχηγός μού είπε, ότι ήξεραν πως το είχε αφήσει εδώ· αν και έλεγαν τον Μολόι με άλλο όνομα: Ντόσον. Τους είπα ότι δεν ξέρω κανέναν Ντόσον και ότι κανείς δεν είχε αφήσει τίποτα· προσπάθησα μάλιστα να τους κάνω να μου πουν τι ήταν αυτό που περίμεναν να βρουν. Αλλά δεν μου είπαν -απλώς έλεγαν ‘αυτό’.

«Μιλούσαν μεταξύ τους -και βέβαια εγώ δεν έπιανα τίποτα- και μετά οι τρεις βγήκαν έξω απ’ το δωμάτιο αφήνοντας εδώ έναν να μας φυλάει. Είχε ένα πιστόλι Λούγκερ. Ακούγαμε τους άλλους να μετακινούνται μέσα στο σπίτι. Η έρευνά τους πρέπει να κράτησε μια ώρα. Τότε, εκείνος που τον θεωρώ αρχηγό τους ήρθε εδώ και είπε κάτι στον φρουρό μας. Και οι δυο είχαν ύφος θριαμβευτικό.

«Δεν είναι έξυπνο αν εσύ φύγεις από το δωμάτιο πριν πολλή ώρα», μου είπε ο αρχηγός· ύστερα έφυγαν -κι οι δυο τους- κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.

«Ήξερα ότι έφευγαν, αλλά δεν μπορούσα να περπατήσω έτσι που ήταν το πόδι μου. Ο γιατρός λέει πως θα είμαι τυχερός αν μπορέσω να περπατήσω σε δυο μήνες. Δεν ήθελα να βγει η γυναίκα μου και ίσως να συναντήσει κάποιον από αυτούς πριν φύγουν, εκείνη όμως επέμενε να βγει. Είδε ότι έφυγαν, τηλεφώνησε στην αστυνομία, και μετά ανέβηκε στην &αποθήκη και διαπίστωσε ότι το δέμα του Μολόι έλειπε».

«Κι αυτός ο Μολόι δεν έκανε καμιά νύξη για το τι ήταν μέσα στο δέμα;» ρώτησε ο Ο’ Γκαρ.

«Ούτε λέξη, μόνο πως ήταν κάτι που το κυνηγούσαν οι Σιαμέζοι».

«Ήξερε τον Σιαμέζο που τον μαχαίρωσε;» ρώτησα εγώ.

«Έτσι νομίζω», είπε αργά ο Ρίχτερ, «αν και δεν είμαι βέβαιος αν όντως μας το είπε».

«Θυμάστε τα λόγια του;»

«Όχι ακριβώς, φοβάμαι».

«Νομίζω πως τα θυμάμαι εγώ», είπε η κ. Ρίχτερ. «Ο σύζυγός μου, ο κ. Ρίχτερ, τον ρώτησε: ‘Τι συμβαίνει Μολόι; Είσαι τραυματισμένος ή άρρωστος;’

«Ο Μολόι άφησε ένα γελάκι, έφερε το χέρι στο στήθος του, και είπε: ‘Τίποτα το σοβαρό. Καθώς ερχόμουν εδώ έπεσα πάνω σ’ έναν Σιαμέζο, που με έψαχνε, και από απροσεξία μου τον άφησα να με γρατζουνίσει. Αλλά το μπογαλάκι μου το κράτησα!’»

«Είπε τίποτε άλλο για τον Σιαμέζο;»

«Όχι άμεσα», απάντησε εκείνη, «αν και μας είπε να έχουμε το νου μας μήπως δούμε τίποτα Ασιάτες στη γειτονιά. Είπε ότι δεν θα μας άφηνε το δέμα αν πίστευε ότι θα μας έβαζε σε μπελάδες, αλλά υπήρχε πάντα η πιθανότητα να πάει κάτι στραβά οπότε καλύτερα να είμαστε προσεχτικοί. Και είπε στον σύζυγό μου» -και έδειξε με ένα νεύμα τον Ρίχτερ- «ότι οι Σιαμέζοι τον παρακολουθούσαν για μήνες, αλλά τώρα που είχε βρει ένα ασφαλές μέρος για το δέμα του «θα τους πήγαινε έναν μικρό περίπατο και θα ξεχνούσε να τους φέρει πίσω». Αυτά ήταν τα λόγια του».

«Τι ξέρετε για τον Μολόι;»

«Όχι πολλά πράγματα, φοβάμαι», είπε ο Ρίχτερ αναλαμβάνοντας πάλι να δίνει αυτός απαντήσεις. «Του άρεσε να μιλάει για τα μέρη που είχε επισκεφτεί και τα πράγματα που είχε δει, αλλά δεν μπορούσες να του πάρεις λέξη για τις δικές του υποθέσεις. Τον συναντήσαμε πρώτη φορά στο Μεξικό, όπως σας είπα, το 1916. Αφού μας έσωσε τότε και μας βοήθησε να φύγουμε, δεν τον ξαναείδαμε σχεδόν για τέσσερα χρόνια. Μια νύχτα χτύπησε το κουδούνι μας, και έμεινε μαζί μας για καναδυό ώρες. Μας είπε ότι θα πήγαινε στην Κίνα και είχε πολλές εκκρεμότητες να ρυθμίσει μέχρι να φύγει.

«Μερικούς μήνες αργότερα, ήρθε γράμμα του, σταλμένο από το Κουίνς Οτέλ του Κάντι[1]. Μου ζητούσε να του στείλω έναν κατάλογο με τους εισαγωγείς και εξαγωγείς του Σαν Φρανσίσκο. Μετά μου έστειλε ένα γράμμα όπου με ευχαριστούσε για τον κατάλογο και έπαψα να έχω νέα του μέχρι που ήρθε στο Σαν Φρανσίσκο για μια βδομάδα, περίπου ένα χρόνο αργότερα. Πρέπει να ήταν το 1921.

«Ένα χρόνο αργότερα ξαναήρθε εδώ για άλλη μια βδομάδα· μας είπε ότι βρισκόταν στη Βραζιλία αλλά, όπως συνήθως, δεν είπε τι έκανε εκεί. Μερικούς μήνες αργότερα πήρα γράμμα του από το Σικάγο, όπου μου έλεγε πως θα ερχόταν την επόμενη βδομάδα. Δεν ήρθε όμως· αντίθετα, λίγο αργότερα μάς έγραψε από το Βλαδιβοστόκ, λέγοντάς μας ότι δεν μπόρεσε να έρθει. Από τότε, σήμερα ήταν η πρώτη φορά που ακούσαμε νέα του».

«Πού μένει; Η οικογένειά του;»

«Πάντοτε λέει ότι δεν έχει ούτε σπίτι ούτε οικογένεια. Έχω την εντύπωση ότι γεννήθηκε στην Αγγλία, αν και δεν θυμάμαι αν μας το είπε ποτέ, ούτε τι με έκανε να σχηματίσω την εντύπωση».

«Έχεις άλλες ερωτήσεις;» ρώτησα τον Ο’ Γκαρ.

«Όχι. Να ρίξουμε μια ματιά σε όλο το σπίτι, μήπως οι Σιαμέζοι έχουν αφήσει τίποτα ίχνη».

Η ματιά που ρίξαμε ήταν διεξοδική. Δεν χωρίσαμε το μέρος, αλλά το χτενίσαμε μαζί -τα πάντα, από τη στέγη ως το υπόγειο.

Το κελάρι ήταν που μας βοήθησε περισσότερο: εκεί, στον κρύο καυστήρα, βρήκαμε μια χούφτα μαύρα κουμπιά και μαυρισμένες από τη φωτιά αγκράφες από καλτσοδέτες. Αλλά και οι επάνω όροφοι δεν στάθηκαν εντελώς άγονοι: σε ένα δωμάτιο βρήκαμε τσαλακωμένη μια απόδειξη από ένα κατάστημα στο Όκλαντ, με την ένδειξη 1 τραπεζομάντιλο· και σε ένα άλλο δωμάτιο δεν βρήκαμε καλτσοδέτες.

«Δεν είναι βέβαια δικιά μου δουλειά», είπα στον Ρίχτερ όταν με τον Ο’ Γκαρ πήγαμε ξανά εκεί που ήταν μαζεμένοι όλοι τους, «αλλά μου φαίνεται πως αν ισχυριστείς νόμιμη άμυνα έχεις μια ελπίδα να τη γλιτώσεις».

Προσπάθησε να σηκωθεί με ένα πήδημα από τον καναπέ, αλλά το χτυπημένο πόδι του τον πρόδωσε.

Η γυναίκα σηκώθηκε αργά.

«Και ίσως έτσι θα άφηνε και μια διέξοδο για σένα», της είπε ο Ο’ Γκαρ. «Γιατί δεν δοκιμάζεις να τον πείσεις;»

«Ή ίσως καλύτερα να ισχυριστείς εσύ ότι βρισκόσουν σε νόμιμη άμυνα», της πρότεινα. «Θα μπορούσες να πεις ότι όταν ο σύζυγός σου σε άρπαξε, ο Ρίχτερ έτρεξε να σε βοηθήσει, ότι ο σύζυγός σου τον πυροβόλησε και ότι έστρεφε το όπλο του προς το μέρος σου όταν τον μαχαίρωσες».

«Ο σύζυγός μου;»

«Μάλιστα, αξιότιμη κυρία Ράουντς-Μολόι-Ντόσον. Ο αείμνηστος σύζυγός σας».

Ο Ρίχτερ κατάφερε να κλείσει το στόμα του τόσο ώστε να μπορεί να σχηματίσει λέξεις.

«Τι θέλετε να πείτε με αυτές τις απίστευτες ανοησίες;» ρώτησε.

«Βαριές κουβέντες αυτές, από κάποιον σαν κι εσένα», μούγκρισε ο Ο’ Γκαρ. «Αν αυτά είναι ανοησίες, τι να πούμε για το παραμύθι που μας σέρβιρες, για άφαντους Σιαμέζους και μυστηριώδη δέματα και δε συμμαζεύεται;»

«Μην είσαι πολύ αυστηρός μαζί του», είπα στον Ο’ Γκαρ. «Αφού ζει συνέχεια στο σινεμά, το μυαλό του έχει εθιστεί και έχει χάσει την αίσθηση του τι είναι πιστευτό. Αλλιώς, θα καταλάβαινε ότι δεν μπορεί να λέει ότι είδε τον Σιαμέζο στο φεγγαρόφωτο στις 11.45, ενώ το φεγγάρι ανέτειλε γύρω στις 12.45, την ώρα που μου τηλεφώνησες».

Ο Ρίχτερ σηκώθηκε, στηριζόμενος στο καλό του πόδι.

Ο σωματώδης δεκανέας πήγε κοντά του.

«Να τον ψάξω, λοχία;»

Ο Ο’ Γκαρ κούνησε το στρογγυλό του κεφάλι.

«Μπα, χάσιμο χρόνου. Δεν έχει τίποτα πάνω του. Έχουν καθαρίσει τον τόπο από ό,τι όπλα υπήρχαν. Πάω στοίχημα ότι η κυρία τα έριξε στη θάλασσα όταν πήγε με το αμάξι στο Όκλαντ για ν’ αγοράσει ένα τραπεζομάντιλο στη θέση του σαρόνγκ που πήρε μαζί του φεύγοντας ο σύζυγός της».

Αυτό τούς κλόνισε. Ο Ρίχτερ προσπάθησε να κρύψει ότι ξεροκατάπιε ενώ η γυναίκα χρειάστηκε να δώσει μάχη για να μπορέσει να κρατήσει τα μάτια της πάνω στα δικά μου.

Ο Ο’ Γκαρ χτύπησε το σίδερο όσο ήταν ζεστό, βγάζοντας από την τσέπη του οτα κουμπιά και τις αγκράφες που είχαμε διασώσει, και αφήνοντάς τα να πέσουν από το ένα χέρι στο άλλο. Έτσι εξαντλήθηκαν τα στοιχεία που είχαμε στα χέρια μας.

Επιστράτευσα ένα ψέμα.

«Δεν μου αρέσει να κακολογώ τους δημοσιογράφους, αλλά δεν είναι συνετό να δίνετε πολλή εμπιστοσύνη σε όσα γράφουν οι εφημερίδες. Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να είπε κάτι σημαντικό πριν πεθάνει, κι οι εφημερίδες να έγραψαν πως δεν είπε τίποτε. Αυτά τα πράγματα σε μπερδεύουν».

Η γυναίκα ανασήκωσε το κεφάλι της και κοίταξε τον Ο’ Γκαρ.

«Μπορώ να μιλήσω στον Όστιν ιδιαιτέρως;» ρώτησε. «Δεν εννοώ να μη μας βλέπετε».

Ο λοχίας έξυσε το κεφάλι του και με κοίταξε. Το να αφήσεις τα θύματά σου να συσκεφτούν είναι πάντοτε δύσκολη απόφαση: μπορεί να αποφασίσουν να τα ομολογήσουν όλα, μπορεί όμως και να σκεφτούν μια καινούργια διέξοδο. Από την άλλη, αν τους το αρνηθείς, το πιθανότερο είναι ότι θα πεισματώσουν και τότε δεν θα βγάλεις τίποτα από δαύτους. Και η μια επιλογή είχε ρίσκο, όπως και η άλλη. Χαμογέλασα σαρδόνια στον Ο’ Γκαρ και αρνήθηκα να κάνω κάποια πρόταση. Ας αποφάσιζε μόνος του και, αν έκανε λάθος, θα είχα σε ποιον να ρίξω το φταίξιμο. Με κοίταξε βλοσυρά και έγνεψε καταφατικά στη γυναίκα.

«Μπορείτε να πάτε σ’ εκείνη τη γωνία και να τα πείτε ψιθυριστά για λίγο», είπε, «αλλά μην κάνετε καμιά ανοησία».

Εκείνη έδωσε το μπαστούνι στον Ρίχτερ, τον πήρε από το άλλο χέρι, τον βοήθησε να πάει κούτσα-κούτσα ίσαμε την απέναντι γωνία, ενώ του έφερε και μια καρέκλα. Εκείνος κάθισε γυρίζοντάς μας την πλάτη. Εκείνη στάθηκε πλάι του, σκύβοντας πάνω από τον ώμο του, έτσι που και των δύο τα πρόσωπα ήταν αθέατα για μας.

Ο Ο’ Γκαρ ήρθε πιο κοντά μου.

«Τι λες να γίνει;» μουρμούρισε.

«Νομίζω πως θα μιλήσουν».

«Έκανες διάνα με αυτό που είπες, ότι είναι η γυναίκα του Μολόι. Μου ξέφυγε εντελώς. Πώς το κατάλαβες;»

«Όταν μας έλεγε τι είχε πει ο Μολόι για τον Σιαμέζο, και τις δυο φορές που είπε ‘ο σύζυγός μου’ κατέβαλε ιδιαίτερη προσπάθεια για να δείξει ότι εννοούσε τον Ρίχτερ».

«Έτσι ε; Λοιπόν…»

Οι ψίθυροι από την απέναντι γωνία δυνάμωναν, ακούγαμε οξείς συριγμούς. Και τώρα μια σαφής εμφατική πρόταση βγήκε από το στόμα του Ρίχτερ.

«Ούτε που να το σκέφτεσαι!»

Και οι δυο κοίταξαν φευγαλέα πάνω από τον ώμο τους, κι ύστερα χαμήλωσαν πάλι τις φωνές τους, αλλά όχι για πολύ. Όπως φαινόταν, η γυναίκα προσπαθούσε να τον πείσει να κάνει κάτι. Εκείνος συνεχώς κουνούσε αρνητικά το κεφάλι. Την έπιασε από το μπράτσο. Εκείνη έσπρωξε το χέρι του και συνέχισε να ψιθυρίζει.

Εκείνος είπε επίτηδες δυνατά:

«Αν θες να πιαστείς κορόιδο, προχώρα. Δικός σου είναι ο λαιμός. Δεν τον μαχαίρωσα εγώ».

Εκείνη με ένα σάλτο απομακρύνθηκε από το μέρος του· τα μάτια της ήταν μαύρες αστραπές σε άσπρο πρόσωπο. Ο Ο’ Γκαρ κι εγώ πήγαμε γρήγορα προς το μέρος τους.

«Κάθαρμα!» έφτυσε τον Ρίχτερ και στράφηκε απότομα προς εμάς.

«Τον σκότωσα», φώναξε. «Αυτό εκεί το πράμα στην καρέκλα προσπάθησε και…»

Ο Ρίχτερ ανέμισε το καρυδένιο μπαστούνι.

Πήδηξα να το πιάσω. Αστόχησα, έπεσα πάνω στην καρέκλα του, από πίσω. Μπαστούνι, Ρίχτερ, καρέκλα κι εγώ σωριαστήκαμε στο πάτωμα. Ο δεκανέας με βοήθησε να σηκωθώ. Μαζί ανασηκώσαμε τον Ρίχτερ και τον ξαναβάλαμε στον καναπέ.

Από το θυμωμένο στόμα της γυναίκας ξεχύθηκε η ιστορία της:

«Το όνομά του δεν ήταν Μολόι. Ήταν Λάνγκε, Σαμ Λάνγκε. Τον παντρεύτηκα στην Πρόβιντενς το 1913 και πήγα στην Κίνα μαζί του -στην Καντόνα, δούλευε σε μια ατμοπλοϊκή γραμμή. Δεν μείναμε πολύ εκεί, γιατί αυτός ανακατεύτηκε με την επανάσταση, εκείνο τον χρόνο, και είχε μπλεξίματα. Φύγαμε και περιπλανιόμασταν σε διάφορα μέρη, κυρίως στην Ασία.

«Αυτό το πράμα» -και έδειξε τον Ρίχτερ, που τώρα έμενε αμίλητος και βλοσυρός- «το συναντήσαμε στη Σιγκαπούρη, νομίζω το 1919· μόλις είχε τελειώσει ο Παγκόσμιος Πόλεμος. Τον έλεγαν Χόλεϊ και η Σκότλαντ Γιαρντ έχει να σας πει κάτι για το άτομό του. Μας έκανε μια πρόταση. Ήξερε μια φλέβα διαμαντιών στην άνω Βιρμανία, μια από τις πολλές που οι ντόπιοι τις έκρυψαν από τους Βρετανούς όταν αυτοί κατέκτησαν τη χώρα. Ήξερε τους ντόπιους που τη δούλευαν, ήξερε πού έκρυβαν τα διαμάντια τους.

«Ο σύζυγός μου πήγε μαζί του, μαζί με άλλους δύο που σκοτώθηκαν. Λήστεψαν την κρυψώνα των ντόπιων, πήραν ένα ολόκληρο τσουβάλι με ζαφείρια, τοπάζια, ακόμα και μερικά ρουμπίνια. Οι άλλοι δύο σκοτώθηκαν από τους ντόπιους κι ο σύζυγός μου τραυματίστηκε σοβαρά.

«Δεν πιστεύαμε πως θα ζούσε. Κρυβόμασταν σε μια καλύβα κοντά στα σύνορα με το Γιουννάν. Ο Χόλεϊ με έπεισε να πάρουμε τα διαμάντια και να το σκάσουμε. Φαινόταν ότι ο Σαμ ήταν τελειωμένος κι αν μέναμε πολύ στο μέρος εκείνο θα μας έπιαναν. Δεν μπορώ να πω πως τρελαινόμουν για τον Σαμ, έτσι κι αλλιώς· δεν ήταν άνθρωπος που να σε κάνει να νιώθεις έτσι, αν ζούσες μαζί του για κάμποσο καιρό.

«Οπότε, ο Χόλει κι εγώ πήραμε το τσουβάλι και το σκάσαμε. Ξοδέψαμε πολλά από τα πετράδια, πληρώνοντας διάφορους για να περάσουμε το Γιουννάν και το Κουανγκσί και το Κουανγκτούνγκ, αλλά τα καταφέραμε. Φτάσαμε στο Σαν Φρανσίσκο έχοντας αρκετά για να αγοράσουμε τούτο εδώ το σπίτι και το σινεμά και από τότε βρισκόμαστε εδώ. Από τότε που ήρθαμε εδώ είμαστε τίμιοι, αλλά βέβαια αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Είχαμε αρκετά λεφτά για να ζούμε άνετα.

«Σήμερα έκανε την εμφάνισή του ο Σαμ. Δεν είχαμε ακούσει νέα του από τότε που τον αφήσαμε κατάκοιτο στη Βιρμανία. Είπε ότι τον είχαν πιάσει και ότι είχε μείνει τρία χρόνια στη φυλακή. Μετά το έσκασε και πέρασε τα άλλα τρία χρόνια κυνηγώντας μας. Τέτοιος ήταν. Δεν με ήθελε πίσω, ήθελε όμως λεφτά. Ήθελε όλα όσα είχαμε. Ο Χόλεϊ έχασε την ψυχραιμία του. Αντί να παζαρέψει με τον Σαμ, του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι και προσπάθησε να τον πυροβολήσει.

«Ο Σαμ τού άρπαξε το όπλο και τον πυροβόλησε εκείνος στο πόδι. Πάνω εκεί που πάλευαν, του Σαμ του έπεσε ένα μαχαίρι που είχε, ένα κρις νομίζω πως το λένε. Το έπιασα, αλλά εκείνος μου άρπαξε το χέρι. Δεν ξέρω πώς έγινε. Το μόνο που θυμάμαι είναι τον Σαμ να πισωπατάει, κρατώντας το στήθος του και με τα δυο του χέρια -και το κρις να αστράφτει κόκκινο στο χέρι μου.

«Ο Σαμ είχε αφήσει το όπλο του να πέσει. Ο Χόλεϊ το πήρε και ήθελε να ρίξει στον Σαμ, αλλά δεν τον άφησα. Αυτά συνέβησαν μέσα σε τούτο εδώ το δωμάτιο. Δεν θυμάμαι αν εγώ έδωσα στον Σαμ το σαρόνγκ που χρησιμοποιούσαμε για τραπεζομάντιλο ή όχι. Πάντως, προσπάθησε να σταματήσει με αυτό την αιμορραγία. Και μετά έφυγε ενώ εγώ εμπόδιζα τον Χόλεϊ να τον πυροβολήσει.

«Ήξερα πως ο Σαμ δεν θα πήγαινε στην αστυνομία, αλλά δεν ήξερα τι θα έκανε. Και ήξερα ότι ήταν άσχημα πληγωμένος. Αν έπεφτε νεκρός κάπου, ήταν πολύ πιθανό να έβρισκαν τα ίχνη του μέχρι εδώ. Από το παράθυρο τον έβλεπα να απομακρύνεται περπατώντας και κανείς δεν φαινόταν να του δίνει σημασία· εμένα όμως μου φαινόταν τόσο ολοφάνερα τραυματισμένος, που πίστευα πως όλοι θα τον θυμούνταν αν διάβαζαν στις εφημερίδες ότι είχε βρεθεί νεκρός κάπου.

«Ο Χόλεϊ ήταν ακόμα πιο τρομαγμένος από μένα. Δεν μπορούσαμε να φύγουμε μακριά, γιατί είχε το πόδι του πληγωμένο. Οπότε επινοήσαμε την ιστορία με τους Σιαμέζους· πήγα στο Όκλαντ και αγόρασα το τραπεζομάντιλο για να το βάλω στη θέση του σαρόνγκ. Είχαμε μερικά πιστόλια στο σπίτι, καθώς και μερικά ανατολίτικα μαχαίρια και σπαθιά. Τα τύλιξα σε χαρτί, έσπασα τα σπαθιά, και τα έριξα στη θάλασσα από το φέρι που με πήγε στο Όκλαντ.

«Όταν βγήκαν οι πρωινές εφημερίδες διαβάσαμε τι είχε συμβεί και μετά προχωρήσαμε στην εφαρμογή του σχεδίου μας. Κάψαμε το κουστούμι που φορούσε ο Χόλεϊ όταν πυροβολήθηκε, και τις καλτσοδέτες του -γιατί το παντελόνι είχε μια τρύπα από σφαίρα και η σφαίρα είχε κόψει μια καλτσοδέτα. Κάναμε μια τρύπα στο μπατζάκι της πιτζάμας του, βγάλαμε τον επίδεσμο από το πόδι του -το είχα επιδέσει όπως όπως- και πλύναμε το πηγμένο αίμα ώστε η πληγή ν’ αρχίσει πάλι να αιμορραγεί. Και μετά χτύπησα συναγερμό».

Σήκωσε ψηλά και τα δυο χέρια σε μια μοιρολατρική χειρονομία κι έκανε έναν ήχο σαν κλικ με τη γλώσσα της.

«Κι έτσι ήρθατε εσείς», είπε.

«Έχεις να πεις τίποτα εσύ;» ρώτησα τον Χόλεϊ που κοιτούσε το μπανταρισμένο πόδι του.

«Στον δικηγόρο μου», είπε αυτός χωρίς να σηκώσει τα μάτια.

Ο Ο’ Γκαρ στράφηκε στον δεκανέα.

«Την κλούβα, Φλυν».

Δέκα λεπτά αργότερα βρισκόμασταν έξω και βοηθούσαμε τον Χόλεϊ και την κυρία να μπουν σε ένα αυτοκίνητο της αστυνομίας.

Πέρα από τη γωνία του δρόμου, στο απέναντι πεζοδρόμιο, βάδιζαν τρεις άντρες με καφέ δέρμα, μάλλον Μαλαισιανοί ναυτικοί. Ο μεσαίος έμοιαζε μεθυσμένος και οι άλλοι δυο τον βοηθούσαν να περπατήσει. Ο ένας τους είχε κάτω από τη μασχάλη του ένα πακέτο που θα μπορούσε να έχει μέσα ένα μπουκάλι.

Ο Ο’ Γκαρ τους κοίταξε, ύστερα εμένα, και γέλασε.

«Φαντάσου τι θα κάναμε στα παιδιά από εδώ, αν είχαμε χάψει το παραμύθι», μου είπε ψιθυριστά.

«Σιωπή, χοντρέ!» του μούγκρισα, κι έδειξα με το κεφάλι τον Χόλεϊ, ο οποίος είχε στο μεταξύ μπει στο αυτοκίνητο. «Αν τους δει ο λεγάμενος, θα πει πως είναι οι Σιαμέζοι του, κι ένας θεός ξέρει πώς θα το πάρουν αυτό οι ένορκοι».

Αναγκάσαμε τον κατάπληκτο σοφέρ να κάνει μια παράκαμψη έξι τετραγώνων για να μην πέσουμε πάνω στους μελαψούς άντρες. Άξιζε τον κόπο, διότι έτσι τίποτε δεν εμπόδισε τον Χόλεϊ και την κ. Λάνγκε να εισπράξουν είκοσι χρόνια έκαστος.

[1] Πόλη της σημερινής Σρι Λάνκα.

Βέβαια, το εξώφυλλο που δείχνει τη γυναίκα να κρατάει το ματωμένο κρις ίσως μαρτυράει τη λύση του μυστηρίου, αν και στα διηγήματα του Χάμετ το μυστήριο λειτουργεί διαφορετικά απ’ ό,τι στα κλασικά αστυνομικά.

Ως προς τα μεταφραστικά, σε δυο σημεία στην αρχή γίνεται λόγος για μαντίλια και ασπρόρουχα without laundry marks. Τον καιρό εκείνο στις ΗΠΑ τα μαντίλια και τα ασπρόρουχα τα έδιναν σε πλυντήρια και ο ιδιοκτήτης του πλυντηρίου σημείωνε σε κάποια αθέατη πτυχή του μαντιλιού ένα σημαδάκι που προσδιόριζε τον κάτοχό του. Αυτό το στοιχείο θα ήταν χρήσιμο στην αστυνομία, αν υπήρχε. Για να το μεταφράσω σήμερα, προτίμησα να το πω «σημάδια του καθαριστηρίου» που είναι πιο οικείο στα καθ’ ημάς.

Επίσης, εκεί που ο αφηγητής πηγαίνει στο ξενοδοχείο, ο ντετέκτιβ του ξενοδοχείου τον χαιρετάει λέγοντάς του What’s the score? και από εκεί πιάνεται ο αφηγητής και του λέει ένα αστείο από το μπέιζμπολ ή το φούτμπολ (Six to one, Seattle, end of the fourth). Θα μπορούσα ίσως να μεταφράσω τον χαιρετισμό «Πόσο πάει;» ή «Πόσο είμαστε;» αλλά μου φάνηκε αφύσικο. Θα μπορούσα επίσης να βάλω «Τι τρέχει;» αλλά τότε η απάντηση του αφηγητή θα απομακρυνόταν αρκετά.

Τέλος πάντων, κάθε μεταφραστική διαφωνία ή σύσταση είναι καλόδεχτη. Δεν βάζω το πρωτότυπο αλλά γκουγκλίζοντας μπορείτε να βρείτε ένα δείγμα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *