Μια τελευταία Κυριακή

Γεννήθηκα
σε φαμελιά δυστυχισμένη.
Ποθούσα μια καλύτερη ζωή.
Τον έλεγαν Βαγγέλη.

Με λόγια,
με πειθώ πολλή
και όσα ξέρει ένας άντρας
για ουρανό και άστρα,
μ’ έριξε στο κρεβάτι
και στη νάρκη.

Μέρα τη μέρα
μ’ έστελνε
σε άλλων αγκαλιές.
Μέσα σε τρία τέρμινα
το σπίτι μας να φτιάξει.

Έτσι,
απ’ τα μικράτα μου
βρέθηκα στη Φυλής,
ιέρεια να είμαι ξένων πόθων.
Με ρούχα και με faux με ξεγελούσε.
Νιάτα και σάρκα
μού απομυζούσε.

Μπουζούκια δευτερότριτα
ξημέρωναν τις Κυριακές.
Ανέρωτο ουίσκι
έραβε τις πληγές.
Σε κόκκινα μεταξωτά
το δάκρυ μου κυλούσε.

Τα χρόνια πέρασαν.
Έγινα Δασκάλα.
Τα κόλπα έδειχνα,
χωρίς ενδοιασμούς,
σε κάθε φρέσκια σάρκα.

Ανάλογα την εποχή
ο πάτρωνας αλλάζει.
Μα τώρα πια,
με ρούχα και με faux,
δεν ξεγελά.

Μπουζούκια πρώτα
ξημέρωσαν την Κυριακή.
Σαμπάνιας φυσαλίδες
ξύνουν την πληγή.
Κι αυτός
γητεύει το παιδί μου.

Με κάμα
στιλβωμένη από δάκρυ,
κάθαρση
μα και λύτρωση ζητώ.

Σε κόκκινα μεταξωτά
κύλησε η ζωή μου.
Σε κόκκινα μεταξωτά,
το βιος του τώρα ξεψυχά.
Και μ’ εξαγνίζει.