cebcceb9ceb1 cf80cf81ceadcf86ceb1 cebcceb5 cf8ccebbceb1 cf84ceb1 cf86cf8dcebbcebbceb1

Αν παίζετε είτε πρέφα είτε μπριτζ μάλλον θα καταλάβατε ότι η «πρέφα με όλα τα φύλλα» είναι το μπριτζ. Βέβαια, πολλοί μπριτζέρ ίσως θεωρήσουν άσεβο τον τίτλο, αφού παραλληλίζει ένα «ανώτερο» πνευματικό παιχνίδι με ένα χαρτοπαίγνιο καφενείου, αλλά το έχουμε καθιερώσει στο ιστολόγιο, όταν περιγράφουμε περίεργα ή κάπως άγνωστα στον πολύ κόσμο αθλήματα, να δίνουμε τίτλους που παραπέμπουν σε κάποιο πιο γνωστό -ας πούμε, το αμερικάνικο φούτμπολ ο φίλος μας ο Σταύρος στο άρθρο του το χαρακτήρισε «το ποδόσφαιρο που παίζεται με τα χέρια«. (Προσθήκη: Βέβαια, είναι ένα ερώτημα κατά πόσον στους σημερινούς νέους η πρέφα είναι οικεία ή/και περισσότερο γνωστή από το μπριτζ).

Ο φίλος μας ο Τριάντ, που είναι πρωταθλητής στο μπριτζ, με είχε παλιότερα προ(σ)καλέσει να γράψω ένα άρθρο για το παιχνίδι. Δίσταζα, επειδή δεν μπορούσα να αποφασίσω αν θα έγραφα ένα εισαγωγικό άρθρο ή ένα άρθρο για τις δική μου ενασχόληση με το μπριτζ, τόσο ως παίκτη όσο και τη συγγραφική. Τις προάλλες παρόμοια πρό(σ)κληση δέχτηκα κι από έναν φίλο στο Φέισμπουκ, οπότε μια και χτες, Κυριακή, είχα λίγο περισσότερο καιρό στη διάθεσή μου αποφάσισα να γράψω σήμερα το εισαγωγικό, το απρόσωπο άρθρο, αν προτιμάτε, και να αφήσω για το (όχι απώτερο) μέλλον το προσωπικό.

Το μπριτζ παίζεται από 4 παίχτες, που όμως ανήκουν σε δύο σταθερά ζευγάρια, που παίζουν συντροφικά, και στις περιγραφές δηλώνονται με τα σημεία του ορίζοντα: Βορράς-Νότος και Ανατολή-Δύση. Παίζεται και με τα 52 φύλλα, που μοιράζονται εξαρχής όλα στους 4 παίκτες -ο καθένας παίρνει από 13 φύλλα δηλαδή.

Το μπριτζ, όπως και η πρέφα, ανήκει στα παιχνίδια με μπάζες, μια μεγάλη οικογένεια των παιχνιδιών με χαρτιά. Η έννοια της μπάζας (trick στα αγγλικά, levée στα γαλλικά) είναι το πρώτο πράγμα που μαθαίνει κανονικά ο αρχάριος στην πρέφα ή στο μπριτζ: όποιος από τους (3 ή 4) παίχτες παίζει πρώτος, παίζει ένα φύλλο και οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να ακολουθήσουν, δηλαδή να παίξουν ενα φύλλο από την ίδια «φυλή», αν π.χ. ο πρώτος παίκτης παίζει το 10 σπαθί, οι άλλοι πρέπει να παίξουν επίσης σπαθί, εφόσον βεβαίως έχουν. Τη μπάζα την κερδίζει ο παίκτης που έβαλε το μεγαλύτερο φύλλο. Αν ας πούμε ο πρώτος παίκτης παίζει το 10♣ και οι επόμενοι βάλουν το 5♣, τον K♣ (Ρήγα σπαθί) και τον Α♣ (άσο σπαθί) κερδίζει ο παίκτης με τον Άσο διότι η ιεραρχία των φύλλων είναι, σε φθίνουσα σειρά, Α-Κ-Q-J-10-9-8-7-6-5-4-3-2, όπου Κ ο Ρήγας, Q η Ντάμα και J ο Βαλές. (Στην πρέφα, ως γνωστόν, παίζουν τα φύλλα μέχρι και το 7).

Μια δεύτερη βασική έννοια είναι το «ατού». Σε κάθε παρτίδα, μία από τις 4 φυλές ορίζεται ως «ατού», πράγμα που, τόσο στο μπριτζ όσο και στην πρέφα, γίνεται στη φάση της «αγοράς», την πρώτη φάση του παιχνιδιού. Το ατού είναι ανώτερο από όλες τις άλλες φυλές. Ένα ταπεινό 2 ατού είναι ανώτερο από τους άσους των άλλων φυλών. Είπαμε πιο πάνω ότι σε κάθε μπάζα οι παίκτες ακολουθούν, δηλ. παιζουν ένα φύλλο της ίδιας φυλής με αυτό που έπαιξε ο πρώτος παίκτης, αν έχουν. Αν δεν έχουν φύλλο από τη φυλή που παίχτηκε, τότε μπορούν ή να ξεσκαρτάρουν κάποιο άλλο φύλλο (οπότε χάνουν τη μπάζα) ή να «κόψουν» χρησιμοποιώντας ατού. Στο μπριτζ το κόψιμο (ruff στα αγγλικά) είναι προαιρετικό, επαφίεται στην κρίση του παίκτη αν θα κόψει ή θα ξεσκαρτάρει, ενώ στην πρέφα (όπου λέγεται «τσάκα») είναι υποχρεωτικό και δεν συμφέρει πάντοτε.

Η αγορά είναι μια πλειοδοσία. Τα δυο ζευγάρια διεκδικούν το δικαίωμα να εκτελέσουν ένα συμβόλαιο, δηλ. να πετύχουν ένα ορισμένο αριθμό μπαζών (άλα τη γενική!). Οι αγορές ξεκινούν από το επίπεδο 1, που σημαίνει 7 μπάζες, και προχωρούν στο επίπεδο 2 (8 μπάζες), πάντοτε +6 δηλαδή, έως το επίπεδο 6 (12 μπάζες ή μικρό σλεμ) και το 7 (13 μπάζες ή μεγάλο σλεμ). Συμβόλαια μπορεί να γίνουν είτε σε κάποιο χρώμα είτε αχρωμάτιστα (χωρίς ατού). Η ιεραρχία των φυλών είναι: σπαθιά, καρά, κούπες, πίκες (μπαστούνια), χωρίς ατού (που συμβολίζεται ΝΤ). Ένα συμβόλαιο π.χ. 4♥ σημαίνει την υποχρέωση να κάνεις 10 (4+6) μπάζες με ατού τις κούπες.

biddΟ παίκτης που ανοίγει την αγορά μπορεί είτε να πει Πάσο (συνήθως αν δεν έχει καλό χέρι) ή να ονομάσει ένα συμβόλαιο που υπόσχεται να πετύχει. Δεν είναι υποχρεωμένος να ξεκινήσει από το επίπεδο 1: όχι σπάνια οι αγορές ξεκινούν από το επίπεδο 2 ή 3. Στη συνέχεια μιλάει ο επόμενος (με τη φορά του ρολογιού) παίκτης, μετά ο τρίτος (συντροφος του πρώτου), μετά ο τέταρτος (σύντροφος του δεύτερου). Υποχρεωτικά κάθε επόμενη αγορά πρέπει να είναι ανώτερη από τις προηγηθείσες, εκτός αν είναι πάσο ή Κοντρ. Το κοντρ (double στα αγγλικά) δηλώνει καταρχάς αμφιβολία ως προς την πιθανότητα επιτυχίας του συμβολαίου και διπλασιάζει τις ποινές ή την επιβράβευση. Μετά από ένα κοντρ υπάρχει κι άλλη μια αγορά, το ρεκόντρ (redouble στα αγγλικά), που τετραπλασιάζει ποινές ή επιβράβευση.

Στο παραπάνω διάγραμμα, η Ανατολή (Ε) άνοιξε με 1♦, ο Νότος (S) παρεμβλήθηκε με 1♥ και τελικά οι δυο πλευρές βρήκαν ότι «έχουν φιτ» (δηλαδή συνδυασμένο ικανό αριθμό φύλλων στο συγκεκριμένο χρώμα) οι μεν N-S στα σπαθιά, οι δε E-W στις πίκες. Η Ανατολή μετά έκανε τη συμβατική αγορά 4ΝΤ (Μπλάκγουντ, που λέμε) και ρώτησε πόσους άσους έχει ο σύντροφός της. Έμαθε ότι έχει έναν άσο και όρισε το συμβόλαιο στις 6♠, δηλαδή ανέλαβε την υποχρέωση να βγάλει 12 μπάζες με ατού τις πίκες -να χάσει μόνο μία. Αυτό είναι το μικρό σλεμ, που συνήθως λέγεται απλώς «σλεμ». Το μεγάλο σλεμ (και οι 13 μπάζες) συμβαίνει πολύ σπανιότερα.

Επίτηδες έβαλα παράδειγμα με μια συμβατική αγορά. Σε αντίθεση με την πρέφα, στο μπριτζ το σύστημα αγορών είναι πολύ εξελιγμένο με πάρα πολλές διακλαδώσεις και αποβλέπει στο να καταλάβει ο κάθε παίκτης τι αξίες έχει ο συμπαίκτης του. Πολλές αγορές έχουν συμβατική σημασία. Η αγορά 4ΝΤ, ενώ κυριολεκτικά σημαίνει «αναλαμβάνω την υποχρέωση να κάνω 10 μπάζες χωρίς ατού», σχεδόν σε όλο τον κόσμο σημαίνει «Πόσους άσους έχεις σύντροφε;». (Η ερωτηση των άσων είναι καίριας σημασίας αν επιδιώκει κανείς το σλεμ). Υπάρχουν πολλές παραλλαγές κωδικοποιημένων απαντήσεων, σε κάποιες από τις οποίες ο ένας παίκτης μπορεί να μάθει και για το ρήγα ή τη ντάμα ατού.

Παρομοίως, αν ένας παικτης ανοίξει τις αγορές με 1♦ και ο αντίπαλός του πει Κοντρ αυτό δεν σημαίνει «έχω περισσότερα καρά από σένα και αμφιβάλλω αν θα πετύχεις το συμβόλαιό σου» αλλά λέει στον σύντροφο «έχω ένα καλό χέρι, με δύναμη στα τρία άλλα χρώματα εκτός από τα καρά. Διάλεξε εσύ πού θα παίξουμε».

bri 107 bridge praktijkcursusΓια να μη μακρηγορώ, η αγορά κλείνει μετά από τρία πάσα, όπως είπαμε, και κατακυρώνεται στο ζευγάρι που πλειοδότησε.

Τότε, εκείνος από τους δύο παίκτες που ονομάτισε πρώτος το χρώμα των ατού, γίνεται ο εκτελεστής -στην αγορά του προηγούμενου παραδείγματός μας εκτελεστής θα είναι η Δύση (W) διότι πρώτη ανέφερε τις πίκες.

Ο σύντροφος του εκτελεστή γίνεται ο λεγόμενος «μορ». Αυτό είναι γαλλικό, mort, και θα πει, μακάβρια, νεκρός. Στα αγγλικά το λένε dummy, ενώ στην καθομιλουμένη ελληνική λεγόταν μόρτος ή μόρτης.

Ο εξ αριστερών του εκτελεστή αντίπαλος παίζει το πρώτο φύλλο (βγαίνει, που λέμε ή κάνει την αντάμ, entame στα γαλλικά και lead στα αγγλικά). Στη συνέχεια ο μορ ανοίγει τα φύλλα του πάνω στο τραπέζι σε κοινή θέα, όπως στην εικόνα όπου εκτελείται συμβόλαιο 4♥ με αντάμ καρό.

Όσο κρατάει η παρτίδα, ο μορ είναι όχι νεκρός αλλά πάντως στερημένος ελεύθερης βούλησης: μετακινεί τα φύλλα του όπως του υποδεικνύει ο εκτελεστής. Πολύ συχνά στην πράξη ο μορ πηγαίνει στην τουαλέτα ή για τσιγάρο και τα φύλλα του τα κινεί ο εκτελεστής μόνος του (ή ζητάει από κάποιον αντίπαλο να το κάνει). Δηλαδή, στο μπριτζ ο εκτελεστής παίζει και για τις δύο πλευρές, γνωρίζοντας τα φύλλα, ενώ οι αμυνόμενοι δεν ξέρουν ο ένας τα φύλλα του αλλου (εκτός από τις νύξεις που έχουν αντλήσει από τις αγορές που έγιναν).  Αυτό είναι τεράστιο πλεονέκτημα. Ένα άλλο μεγάλο πλεονέκτημα του εκτελεστή είναι η δυνατότητά του να κάνει μπάζες κόβοντας (τσακίζοντας) φύλλα με τα ατού του μορ. Στη διανομή της εικόνας ο εκτελεστής έχει στο χέρι του πιθανότατα 5 ή 6 κούπες και ο μορ έχει 4. Οι αντίπαλοι έχουν το πολύ 4, που συνήθως είναι μοιρασμένες 2-2 ή 3-1. Ο εκτελεστής θα κάνει μπάζες όλα τα μικρά καρά που έχει στο χέρι του, κόβοντάς τα στον μορ και μετά, με τα ατού του χεριού του, θα πάρει τα ατού των αντιπάλων.

Όταν τελειώσει μια παρτίδα, αν το συμβόλαιο πέτυχε, το ζευγάρι που εκτέλεσε κερδίζει πόντους: 20 για κάθε μπάζα (άνω των 6) αν τα ατού είναι καρά ή σπαθιά (τα μινέρ χρώματα), 30 αν είναι πίκες ή κούπες (τα μαζέρ χρώματα), 40 για την πρώτη μπάζα στα χωρίς ατού και 30 στη συνέχεια. Σκοπός είναι να φτάσει το 100, οπότε κερδίζει ένα γκέιμ. Εδώ με τις 4 κούπες, θα σκοράρει 4×30 = 120. Στην ελεύθερη παρτίδα, όπου παίζουν για λεφτά ή για να περάσει η ώρα, όποιο ζευγάρι κάνει δύο γκέιμ κερδίζει το ράμπερ (rubber), σαν το σετ στο τένις. Αν κερδίσει το ράμπερ χωρίς οι αντίπαλοι να έχουν κάνει γκέιμ, παίρνει 700 πόντους. Αν οι αντίπαλοι έχουν κάνει γκέιμ, παίρνει 500.

Στο αγωνιστικό μπριτζ, το γκέιμ (ή μανς στα… ελληνικά) έχει επιπλέον επιβράβευση 300 ή 500. Το σλεμ έχει επιπλέον επιβράβευση ακόμα μεγαλύτερη. Να σημειωθεί ότι οι επιβραβεύσεις για το γκέιμ και το σλεμ ισχύουν μόνο αν το γκέιμ/σλεμ έχει αγοραστεί. Αν αγοράσετε 3♥ και βγάλετε τελικά 10 μπάζες δεν θα πάρετε το μπόνους για το γκέιμ. Μόνο αν αγοράσετε 4♥ και βγάλετε 10 μπάζες.

Αν ομως ο εκτελεστής δεν καταφέρει να βγάλει τόσες μπάζες όσες λέει το συμβόλαιό του και «μπει μέσα» όπως λέμε (going down στα αγγλικά, chuter στα γαλλικά) τότε οι αμυνομενοι σκοράρουν για κάθε μπάζα που μπήκε μέσα. Και αν το συμβόλαιο είναι κοντραρισμένο, οι ποινές διπλασιάζονται.

1280pxΣτην ελεύθερη παρτίδα πολλές φορές δεν κερδίζει το καλύτερο ζευγάρι αλλά εκείνο που έχει καλύτερα φύλλα. Στο αγωνιστικό μπριτζ, για να εξαλειφθεί το στοιχείο της τύχης, η ίδια διανομή παίζεται σε πολλά τραπέζια και συγκρίνεται το αποτέλεσμα του κάθε ζευγαριού. Στους αγώνες μεταξύ ομάδων, όταν η ομάδα Α αντιμετωπίζει την ομάδα Β, στο ένα τραπέζι οι παίκτες της Α κάθονται Ανατολή-Δύση και στο άλλο τραπέζι (που είναι σε άλλο δωμάτιο βέβαια) κάθονται Βορράς-Νότος. Έτσι, με τα ίδια φύλλα οι μεν μπορεί να βγάλουν το συμβόλαιο 4♥ και οι δε να μην το αγοράσουν ή να μην το βγάλουν. Για να γίνει αυτή η κυκλοφορία των διανομών από τραπέζι σε τραπέζι, τα φύλλα μπαίνουν σε ειδικές θήκες όπως στην εικόνα.

Είπαμε πολλά αλλά φυσικά μόλις που ξύσαμε την επιφάνεια -και σίγουρα έχω ξεχάσει πολύ περισσότερα. Θα έπρεπε να γράψω πέντε φορές τόσα για να σας κατατοπίσω. Εδώ υπάρχει κι ένα ανέκδοτο, με εναν γνωστό Έλληνα (αλλά δεν ξέρω αν αληθεύει και δεν θα τον κατονομάσω) ο οποίος βρισκόταν στο σαλόνι των vip κάποιου αεροδρομίου. Αντιλήφθηκε πως τρεις άλλοι μέλλοντες συνεπιβάτες αναζητούσαν τέταρτο για μπριτζ και προσφέρθηκε να καλύψει το κενό. Κάθισαν λοιπόν γύρω από το τραπέζι, και ενώ ο ενας από τους ξένους ανακάτευε την τράπουλα, ο δικός μας απευθύνθηκε στην ομήγυρη:

— Και τώρα, μπορείτε σε συντομία να μου εξηγήσετε πώς παίζεται το μπριτζ;

Ε, όσο κι αν είμαστε η εξυπνότερη ράτσα του σύμπαντος, το μπριτζ δεν μαθαίνεται τόσο γρήγορα.

Να πούμε δυο λόγια για την ετυμολογία και την ιστορία της λέξης και του παιχνιδιού, που τα παίρνω από ένα παλιότερο άρθρο μου.

Αν δεν έχετε ασχοληθεί ειδικά με την ιστορία της λέξης, είμαι βέβαιος ότι θα θεωρείτε, με όλο σας το δίκιο, πως το μπριτζ (bridge) προέρχεται από την αγγλική λέξη bridge (= γέφυρα). Όμως δεν είναι αυτή η αρχή της λέξης, ούτε γεννήθηκε το μπριτζ στις όχθες του Τάμεση.

Παρόλο λοιπόν που το μπριτζ οι περισσότεροι το θεωρούν αγγλικής προέλευσης (αφού bridge είναι αγγλική λέξη), είναι παιχνίδι ανατολίτικο. Πρόγονός του είναι το ρωσικό biritch, ένα παιχνίδι που είναι ντοκουμενταρισμένο σε έντυπο το 1886, πολλά χρόνια πριν εμφανιστεί το αγγλικό bridge whist, ο πρόγονος του σημερινού μπριτζ. Συγκεκριμένα, υπάρχει σε βρετανική βιβλιοθήκη ένας σύντομος οδηγός που περιγράφει πώς παίζεται το μπιρίτς, ή «ρώσικο γουίστ». Το έγγραφο αυτό το βλέπετε εδώ.

Οι ιστορικοί του μπριτζ, παρόλο που ήξεραν την ύπαρξη του εγγράφου για το μπιρίτς, επί πολλά χρόνια δίσταζαν να παραδεχτούν ρώσικη αρχή σε ένα παιχνίδι που φαινόταν καθαρά βρετανικό (και αριστοκρατικό) και έλεγαν ότι η λέξη biritch είναι ανύπαρκτη στα ρωσικά. Σήμερα έχουν παραδεχτεί ότι λέξη τέτοια υπάρχει, απλώς είναι παλιά. Την έχει, μεταξύ άλλων, το ετυμολογικό λεξικό του Μίκλοσιτς. Η λέξη σημαίνει τον ντελάλη του χωριού, που μεταξύ άλλων ήταν υπεύθυνος για τις δημοπρασίες, και πράγματι στο μπιρίτς, όπως και στο μπριτζ, γίνεται μια πλειοδοσία μεταξύ των παικτών και το «συμβόλαιο» κατακυρώνεται σε όποιον πλειοδοτήσει. Η ρωσική λέξη, το μπιρίτς, που υπάρχει και σε άλλες σλαβικές γλώσσες, αλλά όχι σε όλες, προέρχεται σύμφωνα με τον Μίκλοσιτς από το ιταλ. sbirro, δηλαδή από τον σμπίρο.

Θα μπορούσα να γράψω πολλά για την ιστορία του μπριτζ αλλά θα περιοριστώ να αναφέρω καναδυό λεπτομέρειες με ελληνικό ενδιαφέρον. Συγκεκριμένα, το ρωσικό μπιρίτς διαδόθηκε ευρύτερα όταν έφτασε στην Κωνσταντινούπολη· όπως θυμάται ένας Ιταλός παίκτης, τον Αύγουστο του 1873 έπαιξε για πρώτη φορά μπιρίτς στο σπίτι του Γεωργίου Κορωνιού, διευθυντή της Τράπεζας της Κων/πολης, με συμπαίκτες τον Ευστάθιο Ευγενίδη και τον «Ρουμάνο» τραπεζίτη Σεργιάδη, ο οποίος τούς έμαθε τους κανόνες του παιχνιδιού. Προφανώς, το παιχνίδι έγινε δημοφιλές στους διπλωματικούς κύκλους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Thierry Depaulis, από την Πόλη το παιχνίδι μεταφέρθηκε από πλούσιους Έλληνες στο Κάιρο, και από εκεί κατέκτησε τη Ριβιέρα, το Παρίσι και μετά το Λονδίνο, και σε κάποιο σημείο του ταξιδιού άλλαξε και το όνομά του, παρετυμολογικά, σε bridge, και καθιερώθηκε έτσι. Καθώς το μπριτζ ταξίδεψε από την Πόλη στο Μισίρι, διαδόθηκε και στα Χανιά (επί αυτονομίας). Ένας από τους πρώτους παίχτες ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που ο γιος του ο Σοφοκλής διετέλεσε και πρωταθλητής Ευρώπης στη δεκαετία του 1930, με παρτενέρ τον Τουλουμάρη, εκπροσωπώντας τη Γαλλία.

Στο γουίστ δεν υπάρχει αγορά και τα ατού προκύπτουν τυχαία, από το τελευταίο φύλλο. Όταν στα τέλη του 19ου αιώνα έφτασε το μπιρίτς (πλέον μπριτζ) στο Λονδίνο, γρήγορα εμφανίστηκαν παραλλαγές όπως bridge whist, auction bridge, bridge plafond (στη Γαλλία). Το σημερινό μπριτζ τυποποιήθηκε περί το 1925 από τον εκατομμυριούχο Χάρολντ Βάντερμπιλτ και την παρέα του. Επινοήθηκαν κανόνες που ισχύουν μέχρι σήμερα. Η νέα παραλλαγή ονομάστηκε contract bridge, αλλά επειδή πολύ γρήγορα οι άλλες παραλλαγές σταμάτησαν να παίζονται τελικά στην πράξη όταν λέμε μπριτζ εννοούμε το contract bridge.

H βασική έννοια που εισήγαγε ο Βάντερμπιλτ ήταν η vulnerability, που δεν μεταφράζεται στα ελληνικά εύκολα (έχει αποδοθεί «σχέση των μανς» ή «είμαστε στην πρώτη» «είμαστε στη δεύτερη»). Με βάση αυτή την έννοια, αν ένα ζευγάρι είναι vulnerable, τότε οι επιβραβεύσεις αυξάνονται (π.χ. 500 για το γκέιμ αντί για 300) αλλά και οι ποινές (100 για κάθε μπάζα που μπαίνεις μέσα αντί για 50. Και με το κοντρ πολύ περισσότερα). Κάθε διανομή που έρχεται στο τραπέζι αναφέρει ρητά ποια είναι η vulnerability (πράσινο χρώμα αν δεν είναι vulnerable ένα ζευγάρι, κόκκινο αν είναι) και ποιος παίκτης μιλάει πρώτος.

Έτσι, δεν νοείται αγορά χωρίς να ξέρουμε τη vulnerability. Για παράδειγμα, αν ο δικός μου άξονας δεν είναι vulnerable και οι αντίπαλοι είναι, με συμφέρει να κάνω θυσίες. Αν εκτιμώ πχ ότι οι αντίπαλοι μπορούν να κάνουν γκέιμ σε ένα μαζέρ χρώμα (που θα σκοράρει 620) με συμφέρει να θυσιαστώ και να αγοράσω πχ 5 καρά, διότι ακόμα κι αν μπω τρεις μέσα κοντρέ θα πληρώσω 500.

Βασικός παράγοντας για τη δημοτικότητα του μπριτζ στις ΗΠΑ (και, έμμεσα, παγκοσμίως) ήταν ο Ely Culbertson, γεννημένος στη Ρουμανία από Αμερικάνο πατέρα και Ρουμάνα μητέρα, που έπαιξε μια σειρά από πολυδιαφημισμένα ματς στη δεκαετία του 1930 και ίδρυσε το περιοδικό The Bridge World, το κορυφαίο μέχρι σήμερα στον κόσμο, στο οποίο έχω την τιμή να έχω δημοσιεύσει ένα άρθρο το 1997. Ο Κάλμπετσον επινόησε ένα απλό σύστημα αγορών που έγινε δημοφιλέστατο.

Στα μεταπολεμικά χρόνια, οι Αμερικανοί ήταν οι πρώτοι παγκόσμιοι πρωταθλητές μεταξύ ομάδων, το 1950. Επειδή το τουρνουά αυτό έγινε στις Βερμούδες, το παγκόσμιο πρωτάθλημα έκτοτε ονομάζεται Bermuda Bowl. (Για παρόμοιους λόγους, το αντίστοιχο των γυναικών λέγεται Venice Cup). Aπό το 1957 αρχίζει η αδιατάρακτη βασιλεία των Ιταλών, με τους παίκτες του Μπλου Τιμ με επικεφαλής τον Tζόρτζιο Μπελαντόνα. Μετά το 1970 οι Αμερικανοί επανέρχονται, αλλά οι Ιταλοί κερδίζουν κι αυτοί κάποια τρόπαια. Τις δεκαετίες 1980-90 έχουμε γενικά αμερικανική κυριαρχία αλλά κάθε άλλο παρά αδιατάρακτη, ενώ στον αιώνα μας τα πράγματα έχουν γίνει πολύ πιο ρευστά. Το τελευταίο Bermuda Bowl, που έγινε το 2019 στο… Γουχάν (ναι, την ίδια πόλη με τον κόβιντ) το πήρε η Πολωνία.

Tο μπριτζ παγκοσμίως φθίνει ή μάλλον γερνάει. Πριν από πολλά χρόνια που είχα κοιτάξει, ο μέσος όρος των παικτών που είχαν αγωνιστικό δελτίο στη Λωραίνη ήταν τα 69 χρόνια. Στα περισσότερα τουρνουά οι περισσότεροι παίκτες είναι συνταξιούχοι -γι’ αυτό και οι ώρες διεξαγωγής όλο και περισσότερο μετατοπίζονται νωρίς το απόγευμα και όχι στις 8 το βράδυ (ένα τυπικό τουρνουά ζευγών σε σύλλογο διαρκεί περίπου 4 ώρες). Και οι αρχάριοι που πρωτοέρχονται στο μπριτζ συχνά είναι φρεσκοσυνταξιούχοι ή που πλησιάζουν στη σύνταξη.

Παρόλο που προσελκύει πάντοτε νέους παίκτες, συνήθως μετά το πανεπιστήμιο οι περισσότεροι το εγκαταλείπουν διότι, για να γίνει κανείς πρωταθλητής στο μπριτζ πολύ δύσκολα μπορεί να έχει άλλη δουλειά τη σήμερον ημέρα. Ο Μπελαντόνα ήταν δημοτικός υπάλληλος σε κάποια πόλη της Ιταλίας (και υποθέτουμε ότι οι προϊστάμενοί του έκαναν τα στραβά μάτια) αλλά σήμερα τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. (Κάποτε συζητούσα με έναν αμερικανό πρωταθλητή νέων, που έλεγε ότι στις ΗΠΑ είναι αδύνατον να φτάσεις σε υψηλό επίπεδο αν κάνεις κάποια άλλη δουλειά. Μα, ο Μαρτέλ και ο Στάνσμπι, του λέω, αναφέροντας δυο παγκόσμιους πρωταθλητές που ήταν καθηγητές πανεπιστημίου. University professor is no real job, μου λέει).

Το κακό με το μπριτζ είναι ότι οι αμοιβές για νικη σε τουρνουά δεν είναι μεγάλες (αντίθετα, το παράβολο συμμετοχής συχνά είναι τσουχτερό) κι έτσι δεν μπορεί κανείς να βιοπορίζεται νικώντας σε τουρνουά, όπως γίνεται στο σκάκι. Μπορεί βέβαια να παίζει ελεύθερη παρτίδα με χρήματα και να κερδίζει, σε όσες χώρες γίνεται αυτό, αλλά πρέπει να βρίσκει πελάτες με βαθιές τσέπες.

Πολλοί βιοπορίζονται από το μπριτζ έμμεσα: ως διαιτητές (αν έχουν διασυνδέσεις) ή στελέχη της ομοσπονδίας, ως δάσκαλοι, ως σχολιαστές σε αγώνες κτλ. Σε χώρες με μεγάλη μπριτζιστική κίνηση, και ιδίως στις ΗΠΑ, το οικονομικό μοντέλο για να επιβιώσει (ή και να ζήσει άνετα) ένας ανερχόμενος παίκτης είναι να παίζει επί πληρωμή ως σύντροφος με πλούσιους χομπίστες. Ο πλούσιος μπορεί να είναι αρκετά ισχυρός παίκτης, πάντως δεν φτάνει με τίποτα τον σύντροφό του. Ο πλούσιος μπορεί επίσης να χρηματοδοτήσει και ομάδα, επιλέγοντας και πληρώνοντας τους παίκτες που συμμετέχουν. Στα τουρνουά ομάδων υπάρχουν κανόνες ώστε όλα τα ζευγάρια της ομάδας να παιζουν έναν ελάχιστο αριθμό διανομών -έτσι αποφεύγεται το ενδεχόμενο ο χρηματοδότης να στέφεται πρωταθλητής μην έχοντας παίξει σχεδόν καθόλου.

Το γεγονός ότι το μπριτζ παίζεται από ζευγάρια και όχι από μεμονωμένους παίχτες είναι ένα από τα στοιχεία που το διαφοροποιεί από το σκάκι και από τα περισσότερα άλλα παιχνίδια. Ίσως εξαιτίας αυτού, το μπριτζ δεν έχει φτάσει τη δημοτικότητα του σκακιού, όπου παίζει τεράστιο ρόλο η προσωπικότητα του πρωταθλητή. Παρόλο που κάθε παίκτης του μπριτζ μπορεί να έχει πολλούς παρτενέρ, συνήθως τα πετυχημένα ζευγάρια που κάνουν πρωταθλητισμό είναι σταθερά και αποκλειστικής απασχόλησης. Οι Meckstroth και Rodwell, Aμερικανοί παγκόσμιοι πολυπρωταθλητές, είχαν το συλλογικό παρατσούκλι Meckwell επειδή έπαιζαν μόνο μαζί.

Επειδή το μπριτζ είναι παιχνίδι κλειστό, δηλαδή δεν είναι γνωστά όλα τα φύλλα, σε αντιθεση με το σκάκι, αντιστέκεται μέχρι στιγμής με επιτυχία στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν υπάρχει πρόγραμμα (αν κάνω λάθος, διορθώστε με) που να μπορεί να αναμετρηθεί με τους πρωταθλητές, ούτε καν με καλούς επαγγελματίες παίκτες.

Επίσης, εξαιτίας αυτού του στοιχείου, το μπριτζ είναι πολύ περισσότερο ανοιχτό σε εκπλήξεις και ανατροπές. Στο σκάκι, αν ένας σκακιστής με ΕΛΟ 2600 παίξει με έναν σκακιστή του 2300 (όχι νεαρό ανερχόμενο), θα τον κερδίσει 95 φορές στις 100. Στο μπριτζ η αντίστοιχα ανώτερη ομάδα θα κερδίσει 6-7 φορές στις 10. Δεν ξέρω άλλο σπορ όπου ο Άγιος Μαρινος να έχει συντρίψει τη Ρωσία.

Τέλος, στο μπριτζ έχει μεγάλη σημασία ο ανθρώπινος παράγοντας και η ψυχολογία: η παραπλάνηση, το δόλωμα, η στάθμιση των αντιδράσεων. Μια επιλογή, στην αγορά ή στην εκτέλεση, μπορεί να είναι «αντικειμενικά» λανθασμένη αλλά να κερδίζει πολλά σε περίπτωση που ο αντίπαλος παρασυρθεί και αντιδράσει λάθος. Ο μεγάλος παίκτης, που έχει αίσθηση του τραπεζιού και των αντιπάλων, θα καταλάβει πότε ο αντίπαλος είναι έτοιμος να παρασυρθεί και πότε όχι.

Οπότε, το μπριτζ είναι μια εξαιρετικά καλή συνήθεια -βοηθάει και στο Αλτσχάιμερ. Το λέω αυτό εγώ, που το έχω πλέον παρατήσει και δεν έχω πιάσει φύλλο στο χέρι μου (ούτε ηλεκτρονικά) εδώ και 4-5 χρόνια. Αλλά, κάποτε θα το ξαναρχίσω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *