cebcceb9ceb1 cf80ceaccf83cf84ceb1 cebcceb1 cf80cebfceb9ceb1 cf80ceaccf83cf84ceb1

recipe main 24 9 18 podikakia siteΠοια πάστα, αλήθεια;

Σοκολατίνα; Μήπως πάστα αμυγδάλου; Σεράνο; Ποντικάκι ίσως, όπως στη φωτογραφία;

Τρώτε πάστες; Ή μήπως τρώτε πάστα;

Εμείς όμως εδώ λεξιλογούμε. Ούτε συνταγές ζαχαροπλαστικής θα αναφέρω, ούτε θα συζητήσω τις προτιμήσεις μου στα γλυκίσματα, αν και στα σχόλιά σας, όπως πάντα, είστε ελεύθεροι να στρέψετε τη συζήτηση όπου βαστάει η καρδιά σας.

Κι έτσι, ενώ θα ήταν καλό να ξεκινήσουμε τη βδομάδα με ένα γλυκάκι, το άρθρο δεν θα εστιαστεί στα είδη πάστας που υπάρχουν αλλά στη λέξη πάστα, με τις τουλάχιστον τρεις σημασίες που έχει -ή μάλλον τέσσερις.

Γιατί βεβαίως, όταν λέμε «έφαγα μια πάστα» το μυαλό μας πάει στο ζαχαροπλαστείο, αλλά η λέξη έχει κι άλλες σημασίες, φαγώσιμες αλλά όχι γλυκές, ή και όχι φαγώσιμες ή και μεταφορικές.

Έχουμε καταρχάς την πάστα του ζαχαροπλαστείου, με την οποία ξεκινήσαμε, το ατομικό γλύκισμα μικρού σχετικά μεγέθους (αν και τώρα έχουν βγει και… υποατομικά, τα παστάκια). Αυτή είναι μάλλον η πρώτη σημασία που μάθαμε οι περισσότεροι.

Όμως πάστα είναι επίσης γενική ονομασία για τα ζυμαρικά -και με τη διάδοση που έχουν πάρει τις τελευταίες δεκαετίες οι έθνικ κουζίνες αλλά και εξαιτίας της ανάγκης για διαφοροποίηση, πλάι στις πιτσαρίες έχουν εμφανιστεί και παστερίες, που η ραχοκοκαλιά του μενού τους είναι τα μακαρόνια (κάποια μαγαζιά, αλλά πολύ λιγότερα, αποκαλούνται «μακαρονάδικα»). Έτσι, όλο και περισσότερο, χρησιμοποιούμε τη λέξη «πάστα» και με τη σημασία των ζυμαρικών, πολύ περισσότερο που έτσι τη βλέπουμε να χρησιμοποιείται και στα παγκοσμίως κυρίαρχα αγγλικά (τα οποία εν προκειμένω δεν έχουν κόμπλεξ να δανειστούν λέξεις από άλλες γλώσσες, και μάλιστα ασυμμόρφωτες όπως εδώ).

Δεύτερη πάστα λοιπόν, αν και, υποθέτω ότι σύγχυση δεν υπάρχει, διότι όταν αναφερόμαστε στο γλύκισμα θα πούμε «έφαγα μια πάστα», «πήγαμε να αγοράσουμε πάστες«, ενώ για τα ζυμαρικά θα πούμε «μου αρέσει η πάστα» μάλλον και όχι «οι πάστες», αν δηλαδή χρησιμοποιήσουμε τη λέξη -σε μένα δεν έχει τύχει, λέω «μακαρόνια» ή «ζυμαρικά», αλλά εγώ είμαι πια γέρος.

Τρίτη πάστα, ως επί το πλείστον μη φαγώσιμη, είναι η γενική ονομασία για διάφορα είδη μαλακής ή εύπλαστης μάζας που σχηματίζεται από την ανάμειξη διάφορων υλικών -έχουμε, ας πούμε, την οδοντόπαστα, αν και αυτή η ονομασία είναι κάπως παρωχημένη και σήμερα οι περισσότεροι λέμε οδοντόκρεμα, κυρίως όμως έχουμε πάστες σε διάφορες μαστόρικες εφαρμογές, πάστα διαμόρφωσης, πάστα λίπανσης, πάστα θειικού οξέος, πάστα χαλκού (το όνομα, βλέπουμε, δίνεται άλλοτε από τη χρήση και άλλοτε από το κυριότερο συστατικό). Στην ίδια κατηγορία όμως ανήκουν και διάφορες φαγώσιμες πάστες π.χ. η πάστα φουντουκιού που χρησιμοποιείται στη μαγειρική (και που δεν είναι πάστα με φουντούκι, όπως η πάστα αμυγδάλου είναι πάστα με αμύγδαλο), ή η πάστα ελιάς. Φέτος εκεί που έκανα διακοπές πρέπει να είχε εξοκείλει κανα βαπόρι που μετέφερε πάστα ελιάς, διότι σε όλα τα εστιατόρια, καφενεία κτλ. έφερναν είτε σε μεζέ με το ούζο είτε με κάθε άλλη ευκαιρία ψωμάκια με πάστα ελιάς.

Και τέταρτη πάστα, η μεταφορική, που προέρχεται από την προηγούμενη. Πάστα είναι λοιπόν τα έμφυτα κυρίως στοιχεία που θεωρείται ότι συγκροτούν το χαρακτήρα του ανθρώπου. Λέμε συχνά «είναι καλή πάστα» ή «είναι από καλή πάστα», ή «ο τάδε και ο δείνα είναι από την ίδια πάστα» ή «της ίδιας πάστας άνθρωποι». Να θυμηθούμε ότι πιο καθαρευουσιάνικα λέγαμε «του ιδίου φυράματος» (εννοώντας όμως κακού φυράματος συνήθως), και φύραμα είναι η ζύμη, κάτι πολύ κοντινό σε υφή με την πάστα.

Η πάστα είναι αντιδάνειο. Ανήκει μάλιστα σε μια οικογένεια αντιδανείων λέξεων που όλες τους έχουν την αρχή στο ρήμα πάσσω που σήμαινε ‘πασπαλίζω, ραίνω’ (ενώ αργότερα πήρε και τη σημασία ‘διακοσμώ’). Το ουσιαστικό παστός, δηλώνει σήμερα τα ψαρικά που συντηρούνται σε αλάτι, διότι ακριβώς τα είδη αυτά τα πασπάλιζαν με αλάτι (αλίπαστα).  Τότε όμως παστός ήταν ο πασπαλισμένος με κάθε τι, όχι ειδικά με αλάτι.

(Για να κάνω μια παρέκβαση, και για λόγους πληρότητας, αντιγράφω παλιότερο σχόλιο του φίλου μας του π2: παστός στα αρχαία είναι και η νυφική παστάδα και κάποιας μορφής ιερό ομοίωμα που σχετίζεται με γυναικείες θεότητες. Παστοφόρος είναι ιερατικό αξίωμα σε λατρείες όπως της Ίσιδας, και υποδηλώνει αυτούς που μεταφέρουν σε πομπές τον παστό της θεάς).

Λοιπόν, το ρήμα πάσσω το χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι όταν όταν μαγείρευαν πασπαλίζοντας στο φαγητό κάποια υλικά που βρίσκονταν σε σκόνη, όπως το αλεύρι, κι έτσι βρίσκουμε στο Ονομαστικόν του Πολυδεύκη «πασταὶ δ΄ εἰσίν͵ ὡς Εὔπολίς φησι͵ ζωμὸς ἀλφίτων μέτα», δηλαδή ζωμός ανακατεμένος με αλεύρι. Πιο συχνές αναφορές βρίσκω στο ουδέτερο, τα παστά, που σύμφωνα με το λεξικό του Φωτίου είναι «ἔτνος ἀλφίτοις μεμιγμένον», δηλαδή χυλός ανακατεμένος με αλεύρι, ενώ στον Ησύχιο υπάρχει ο τ. πάστα, που δηλώνει είτε το παραπάνω είτε ένα φαγητό από ανάλατο τυρί με σιμιγδάλι και σουσάμι (βρῶμα ἐκ τυροῦ ἀνάλου μετὰ σεμιδάλεως καὶ σησαμίου σκευαζόμενον, οἱ δὲ ἔτνος ἀλφίτοις μεμιγμένον). Λοιπόν έχουμε μια λέξη (παστή ή τα παστά) που δηλώνει ένα είδος χυλού με αλεύρι, και η λέξη αυτή περνάει στα λατινικά ως pasta, όπου σημαίνει ‘ζύμη’. Πρόκειται για σχετικά όψιμο δάνειο, του 4ου αιώνα μ.Χ.

Η λατινική λέξη περνάει στα ιταλικά με τη σημασία της ζύμης· και εκεί αποκτά περισσότερες από μία σημασίες, που έχουν όλες μεταφερθεί στα ελληνικά, όπως είδαμε παραπάνω. Tα ζυμαρικά έφτασαν να ονομάζονται pasta από την ξερή ζύμη (pasta asciutta) που κόβεται σε κομμάτια σε διάφορες μορφές.

Ένα ειδικό γλύκισμα είναι η πασταφλόρα, που έρχεται από το ιταλικό pasta frolla, δηλαδή «που τρίβεται εύκολα, εύθρυπτη». Στους Κορφούς, που έχουν πιο στενή σχέση με την Ιταλία, διατηρείται νομίζω η ιταλική ονομασία, πάστα φρόλα. Στην ίδια οικογένεια με την πάστα είναι και το παστίτσιο, επίσης αντιδάνειο.

Το παστέλι και το παστέλ της ζωγραφικής, όπως και η παστίλια, παρόλο που φαίνονται συγγενικές λέξεις, δεν ανήκουν στην ίδια οικογένεια και δεν είναι αντιδάνεια.

Όμως υπάρχουν άλλα ξαδερφάκια της πάστας, που επειδή τα έχουμε πάρει μέσω γαλλικών έχουν αλλάξει λίγο: το πατέ και η πατισερί (στα γαλλικά είναι pâté και pâtisserie -αυτή η αξαν σιρκονφλέξ πάνω στο a δείχνει συχνά ότι εκεί υπήρχε ένα s που χάθηκε). Στα παλιά γαλλικά η λέξη ήταν paste, στα σημερινά είναι pâte.

Αλλά στον καιρό της πληροφορικής μας ήρθε κι ένα καινούργιο ξαδερφάκι της πάστας. Βλέπετε, στα αγγλικά, όπου πέρασε από τα γαλλικά, η λέξη paste πήρε μεταξύ άλλων τη σημασία της κόλλας, και από εκεί προέρχεται και το ρημα paste, άρα και το copy-paste, που εμφανίστηκε αρχικά στη δεκαετία του 1930 για τις φωτογραφίες που τις έκοβαν και τις κολλούσαν, χαρτοκοπτική-κολλητική δηλαδή, αλλά στις μέρες μας δηλώνει την αντιγραφή-επικόλληση κειμένου, όπως είναι η επίσημη ελληνική του απόδοση, το κόπι-πέιστ δηλαδή (ή κόπι πάστε αν προτιμάτε).

Από τότε που βγήκε το κόπι πέιστ χάθηκε το φιλότιμο, λένε μερικοί, όπως διαπίστωσε κι εκείνος ο δάσκαλος που έβαλε τιμωρία σε κάποιον μαθητή να γράψει 100 φορές «Δεν θα ξανακάνω φασαρία μέσα στην τάξη» (ψέματα, τώρα πια δεν μπαίνουν τέτοιες τιμωρίες). Αλλά και το σημερινό άρθρο, για να ξομολογηθώ την αμαρτία μου, έχει κάποια κομμάτια από παλιότερα άρθρα, που τα πήρα και τα κοπιπάστωσα εδώ. Πολύτιμο αυτό το πάστωμα, τίποτα δεν θα γινόταν χωρίς τη βοήθειά του….

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *