cebcceb9ceb1 ceb3cf85cebdceb1ceafcebaceb1 cf84ceb7cf82 annie ernaux ceb7 cebbcebfceb3cebfcf84ceb5cf87cebdceb9cebaceae ceb2ceafcf89cf83

mia gynaika

Γράφει η Διώνη Δημητριάδου

Δεν θ’ ακούσω ποτέ πια τον ήχο της φωνής της. Και ήταν η φωνή, τα λόγια, τα χέρια, οι κινήσεις της, ο τρόπος που γελούσε και βάδιζε, αυτά που ένωναν τη γυναίκα που είμαι τώρα με το παιδί που ήμουν κάποτε. Ο τελευταίος δεσμός με τον κόσμο απ’ τον οποίο προερχόμουν διερράγη.

Γράφοντας αυτά τα λόγια η Annie Ernaux, μετά τον θάνατο της μητέρας της, συνειδητοποιεί το ρήγμα που ξεχωρίζει και διαφοροποιεί την ίδια από την παιδική της ηλικία, όπως αυτή με τις «επιχωματώσεις» της επιβίωσε επί μακρό διάστημα και στην περίοδο της ενηλικίωσης· κάτι διόλου παράξενο, αν σκεφθούμε πως οι μνήμες όσο πηγαίνουμε προς τα πίσω έρχονται σε άμεσες ή έμμεσες συνδέσεις με τα πρόσωπα που καθοδήγησαν τα βήματά μας στη ζωή. Και, φυσικά, είναι αυτή η συνειδητοποίηση που κατευθύνει για μια ακόμη φορά τη γραφή της, όπως είχε συμβεί νωρίτερα με τον θάνατο του πατέρα της, αποτυπωμένο στη λογοτεχνία στο βιβλίο της Ο τόπος. Μια αυτοβιογραφική αφήγηση, ταυτόχρονα η σκιαγράφηση της μητέρας, μιας γυναικείας παρουσίας όπως διαμορφώθηκε μέσα στα χρόνια, από τη δυναμική παρέμβαση στον χώρο των οικείων της καθοδηγώντας προς τις δικές της επιλογές, ως την αδυναμία πλέον να εννοήσει αυτόν τον κόσμο όσο και τον εαυτό της – η μητέρα της έπασχε τα τελευταία της δύο χρόνια από άνοια. Αναπόφευκτα η κόρη θα διαφοροποιεί τα συναισθήματά της, καθώς βιώνει μια φαινομενική, έντονη ωστόσο, αντίφαση στην εικόνα της μητέρας. Στην προμετωπίδα του βιβλίου καθόλου τυχαία παρατίθεται η σκέψη του Χέγκελ: Είναι λάθος να λέμε πως η αντίφαση είναι αδιανόητη· γιατί ακριβώς μες στην οδύνη του έμψυχου όντος βρίσκει την αληθινή της ύπαρξη. Έτσι και στην περίπτωση της σχέσης των δύο γυναικών συνυπάρχει το οξύμωρο του καλού και του κακού, της σύμπλευσης και της απομάκρυνσης, ακόμα και της λατρείας και της απέχθειας.  Όσο η μητέρα θέλει να δει την κόρη να μεγαλώνει μέσα σε μια τόσο κοινή με αυτήν όσο και διαφορετική πραγματικότητα, τόσο η κόρη θα μισεί να βλέπει στον καθρέφτη της την εικόνα της μητέρας. Και όσο αντιδρώντας θα φθάνει στον αντίποδα της μητέρας, τόσο το χάσμα θα διευρύνεται – μια σχέση αποδοχής  αλλά και μίσους. Αν αναρωτηθεί κανείς πόσο εύκολη μπορεί να είναι η επιβίωση μέσα από μια τέτοια σχέση, την αποστομωτική απάντηση τη δίνει προλογίζοντας το βιβλίο η Μαριαλένα Σπυροπούλου: Οι γυναίκες είναι ψυχικά ερμαφρόδιτες, ίσως γι’ αυτό και τόσο ανθεκτικές.

Στην αφήγηση της Ernaux θα περάσει όλη η ζωή της μητέρας, με τις αφομοιωμένες αντιδράσεις της κόρης να λειτουργούν ως μνήμες (συχνά τραυματικές) σε ισορροπία ή αντίστιξη με την ενοχή, που αναπόφευκτα έρχεται καθώς οι εικόνες των τελευταίων χρόνων της μητέρας, αδύναμης πλέον, έντονα έχουν γραφεί στη συνείδησή της. Κάθε φορά που πήγαινα να τη δω, αγωνιούσα μήπως τη βρω λιγότερο «ανθρώπινη». Όταν ήμουν μακριά της, τη φανταζόμουν με την έκφραση και τα χαρακτηριστικά που είχε άλλοτε, ποτέ όπως ήταν τώρα. (σ. 101-102). Το συναίσθημα εκείνου του τελευταίου χρονικού διαστήματος με τη μητέρα έρχεται μέσα από λίγες λέξεις: Είχα ανάγκη να την ταΐζω, να την αγγίζω, να την ακούω.(σ.103), αφήνοντας μια αίσθηση εξιλέωσης για τα όσα αρνητικά σε παλαιότερες εποχές συγκρούσεων είχε σκεφθεί γι’ αυτήν. Τώρα η ανάγκη όχι απλώς να τη φροντίζει αλλά, επιτέλους, να την αγγίζει είναι εντονότερη. Η ίδια η γραφή αυτή, ως επιλογή, αποπνέει τη διττή  ανάγκη, να αποδώσει αφενός την πλήρη εικόνα της μητέρας (σαν να της προσφέρει μια ευκαιρία αθανασίας) και αφετέρου (ίσως ισχυρότερη αυτή η ανάγκη) να δει γραμμένα τα δικά της συναισθήματα σε μια προσπάθεια κατανόησης της ταυτότητας και των δύο, μέσα από την ιδιάζουσα σχέση τους.

Το πόνημά μου μπορεί να θεωρηθεί ως ένα λογοτεχνικό τόλμημα εφόσον σκοπός του είναι να βρει την αλήθεια που προσεγγίζεται μόνο με λέξεις. (Με άλλα λόγια, μήτε οι φωτογραφίες, μήτε οι αναμνήσεις, μήτε  οι οικογενειακές μαρτυρίες, μπορούν να μου προσφέρουν την αλήθεια.) Και, συνάμα, θα ήθελα να κρατήσω μια κάποια απόσταση από τη λογοτεχνία. (σ. 25)

Συγκρατημένη γραφή, λιτότητα στην αφήγηση, ή αλλιώς ένας τρόπος να αφηγηθείς το παρελθόν αποδίδοντας τις συνθήκες που το καθόριζαν τότε, χωρίς να τις προδώσεις μέσα από την οπτική του παρόντος. Όπως αρμόζει σε μνήμες που εγκιβωτίζουν και αποκαλύπτουν θεμελιακές συγκρούσεις και θαρραλέα βήματα στον προσωπικό τόπο, στον οποίο καθοριστική θέση έχουν τα πρόσωπα. Αποκαλυπτική, ωστόσο, γραφή για όσα καθορίζουν τη δύσκολη σε κάθε περίπτωση σχέση μητέρας και κόρης ως την αποσύνδεση (αν και όποτε συμβεί), ως την ουσιαστική ενηλικίωση. Από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση από τη Ρίτα Κολαΐτη και εισαγωγικό σημείωμα της Μαριαλένας Σπυροπούλου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *