cebcceb1cebdcf84cf8e cebcceb1cf85cf81cebfceb3ceadcebdceb7 cf8ccf87ceb9 cebcceb1cf85cf81cebfceb3ceadcebdcebfcf85cf82 ceb3ceb9ceb1 cf84

Πέρασαν τα 200 χρόνια, συνεχίζουν όμως να εκδίδονται βιβλία σχετικά με το Εικοσιένα, κι ένα τέτοιο θα σας παρουσιάσω εδώ, το «Δεν έκαμα άλλο ειμή το χρέος μου. Μαντώ Μαυρογένη 1821-2021» του έξοχου Μυκονιάτη συγγραφέα Παναγιώτη Κουσαθανά, που ένα διήγημά του είχαμε δημοσιεύσει εδώ πριν από πέντε χρόνια.

b269506Μυκονιάτης ο Κουσαθανάς, για τη Μυκονιάτισσα κυρά γράφει, τη «μοσκαναθρεμμένη θυατέρα του Μεγάλου Σπαθάρη της Μολδοβλαχίας Νικολάου Μαυρογένη και της αρχοντοπούλας Ζαχαράτης Χατζη-Μπατή». Όπως θα δείτε, ο Κουσαθανάς χρησιμοποιεί και μυκονιάτικες λέξεις -κι έτσι «θυατέρα» ή «λιάκι» (λιγάκι) αφού ανάμεσα σε φωνήεντα το γ πέφτει στο μυκονιάτικο ιδίωμα.

Δείγμα γραφής από τον πρόλογο (μονοτονίζω):

Στην Τρίτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα στους 1827 χρόνους, η κοκόνα Μαντώ, έξαλλη για το άδικο που την έπνιγε, χειρονομούσε, διαμαρτυρόταν με νεύματα και ανέμιζε μπροστά στα μάτια ολωνών ένα χάρτινο τεκμήριο του μαραζωμένου έρωντά της, το μόνο, μαζί με την τσουρουφλισμένη και ποδοπατημένη της καρδιά, που ‘χε ‘πομείνει από τον άπιστο και επίορκο Δημήτριο Υψηλάντη,

οπού μ’ εφίλειε κι ήλεε ποτές δεν μ’ απαρνιέται.

Μα σαν χαθεί ο έρωντας, που δεν είναι μόνο του σώματος μα και της ψυχής παιχνίδι και βάσανο σαν τον εδικό της, τι να το κάνεις το δίκαιο, που δίκαιο πια δεν είναι, ιδιαίτερα αν τύχαινε να ‘σαι γυναίκα εκείνη την εποχή -«μία μόνον γυνή», μια «μαντινούτα», ας ήταν κι «αντιστράτηγος». Μερικοί μάλιστα, ακόμα και συγγενείς, το σέρναν και πιο μακριά, τη λέγανε «μισότριβη» και «παστρικιά». Όλοι βέβαια συμφωνούν πως όποιος πονά από αγάπη φωνάζει γαϊδουρινά, ο αναμάρτητος λοιπόν ας λιθοβολήσει πρώτος την Ηρωίδα.

Η άσκεφτη αγάπη, η άνευ όρων παραδομένη, όλα τ’ αναποδογυρίζει, όλα τ’ αλλάζει κι άμα αρχίσεις να σκέφτεσαι ότι αγαπάς ή πώς πρέπει ν’ αγαπάς, η αγάπη πέφτει κάτω και ψοφά. Η Μαντώ δεν την άφησε την αγάπη της σαν τον Υψηλάντη να πέσει κάτω, να ψοφήσει. «Χαμάλη κόσμε, σε αγνίζουν οι γυναίκες σου», αναφώνησε ένας εδικός μας στρατιωτικός γιατρός και συγγραφέας. Να περ’μένεις από άνθρωπο αυτό που δεν μπορεί να σου δώσει δεν είναι ξεπεσμός, είν’ ελπίδα χωρίς ελπίδα, πίκρα άσωτη. Τ’ απάνω χέρι στις τέτοιες περίστασες το’χει εκείνος οπού αγαπιέται, οπού αγαπά είναι αδύναμος κι απροστάτευτος, γι’ αυτό το στόμα του γεμίζει μ’ αψιά πικράδα, το μυαλό του σαλεύει, δεν ξέρει τι λέει, τι πράττει…

Λίγες σελίδες πιο κάτω, ένα δισέλιδο σαν αυτοτελές διήγημα, για τη δάφνη του στεφανιού που έβαζαν, κάθε χρόνο, στο άγαλμα της Μαντώς Μαυρογένη:

ΔΑΦΝΗΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

Με το duende του νησιώτικου χωρατού

Όσο για τη δάφνη, μάτσα ολόκληρα την κουβαλούσε απ’ τη Λαγκάδα και τον Πιατ’-Γιαλό ο πατέρας και την εκρεμούσε στις στοίβες τω’ βαρελιώ’ του μαγαζιού, έτοιμη στην κάθε ζήτηξη, μα σαν τύχαινε από κακό υπολογισμό να λειφτούμε καμμιά φορά για το στυφάδο, σ’ έστελνε να κόψεις μερικά φύλλα από το δάφνινο στεφάνι που κρεμόταν ολοχρονικού στον λαιμό της Μαντώς του Μαυρογένη σαν περιδέραιο.

Όλο και κάποιος χεροδύναμος βρισκόταν εκεί τριγύρω να τον παρακαλέσεις να σ’ ανεβάσει ως τον καλλίγραμμο ευωδιαστό μπούστο της να κόψεις μερικά φυλλαράκια. Σ’ αυτή την περίπτωση, το στυφάδο γενόταν τόσο νόστιμο, που έγλειφαν όλοι τα δάχτυλά τους -το δοκίμαξες κι εσύ που ποτέ δεν το’χες βαλμένο στο στόμα σου και λωλάθηκες.

— Τι ήβαλες, βρε Γιάννη, στο στυφάδο σήμερις και μας έχεις αφιονίσει; ρωτούσανε οι πελάτες.

— Ε, να, είπα να στείλω τον εμικρό να κόψει δυο φύλλα δάφνης απ’ το στεφάνι της Μαντώς. Γιατί δεν αρωτάτε την ίδια; απαντούσε ο πατέρας με το duende του χωρατού πάλι σε έξαρση, όπως πάντα ανάμεσα στην άκρια της ζωής και στο μπαλκόνι του θανάτου.

Όταν τον ρώτησες την εξήγηση, να τι είπε:

— Η ανάδοση της θάλασσας ποτίζει και νοστιμεύει τη δάφνη, μην πιστεύεις τις κουκνουκιές, που χάφτηκαν το χωρατό, πως η Μαντώ μαθές ήκαμε και πάλι το θάμα της. Η Μαντώ δεν ήξερε να μαειρεύει, άλλοι μαειρεύανε για ‘κείνη, μόνο να πολεμά καλά τον Τούρκο κάτεχε, γι’ αυτό την εκάμαμε άγαλμα στον Γιαλό, της βάνομε δάφνη στον λαιμό κι έτσι πορευόμαστε κι εμείς με τα στυφάδα μας.

Κούνησες την κεφαλή με δυσπιστία κι απογοήτευση, το θυμάσαι σαν να’ναι τώρα, γιατί αμέσως ο πατέρας, που τίποτα δεν του ξέφευγε, πρόσθεσε για να μη σε κακοκαρδίσει, χαμογελώντας πονηρά κάτω απ’ το μουστακάκι του:

— Ε, τι θαρρείς δα, δε θα’βαλε λιάκι το χεράκι της κι η Μαντώ, για να γλυκάνει το φαΐ και να το νοστιμέψει; Ήξερενε από γλύκες η κοπέλα μας, είχενε ζήσει κι αυτή με το μαράζι του έρωντα!

Με τέτοια φυσικότητα περιδιάβαζαν τότε συναμεταξύ μας μέσα σε θάματα, παραμύθια κι οράματα η Μαντώ κι ο πειρατής και μόρτης Μερμελέχας. Αργότερα, θα’μπαινε κι η Μέλπω στην παρέα (ομολογουμένως οι δυο αυτές γυναίκες με μεγαλύτερη δυσκολία για τους γνωστούς λόγους, αλλά στο τέλος μπήκαν).

Παιδί ήσουν και πώς να το ξεχάσεις, οπού το ίδιο αυτό δάφνινο στεφάνι της Μαντώς εσύ ο ίδιος το κατάθετες τις εθνικές εορτές στη δομνίτζα Μαντώ και ο τόπος, πιο παιδί από παιδί τότε, καμάρωνε την καλόχαρη Ηρωίδα του, οπού δεν της εκακοφαινότανε η «βεβήλωση», παρέ χαμογελούσε, που οι πατριώτες της προτιμούσαν ν’ αρτύζουν το στυφάδο τους με τα δικά της αγωνιστικά δαφνόφυλλα, τα μυρωδάτα κι αρμυρισμένα, τα ματωμένα.

Χαμογελούσε, όλο χαμογελούσε με το ωραίο της χαμόγελο, πριν το παγώσει εκείνος ο αχάριστος πρίγκιπας, το’χες δει από πολύ κοντά εσύ αυτό το χαμόγελο, όταν σ’ ανέβαζαν παιδί ως το σφιχτό μπούστο της, να κόψεις τα δαφνόφυλλα για το στυφάδο του ταβερνιάρη….

Η Μέλπω που μνημονεύεται είναι βεβαίως η άλλη «μυκονιάτισσα αρχόντισσα, η Μέλπω Αξιώτη», που «τα ίδια … επέρασε σε άλλους ‘πίζουλους καιρούς» με τη Μαντώ Μαυρογένη.

Από τ’ αποσπάσματα θα καταλάβατε πως δεν πρόκειται γι’ αυστηρά κι επιστημονικά διαρθρωμένη βιογραφία, όμως ο αναγνώστης, πέρα από την αναγνωστικήν απόλαυση και τον ευχάριστο αιφνιδιασμό να βλέπει αναβαπτισμένες παπαδιαμαντικές λέξεις και φράσεις, έχει να πληροφορηθεί και στοιχεία που μάλλον δεν τα ξέρει, όπως τη χρονολογία και τον τόπο γέννησης της ηρωίδας.

Διότι, η ως τώρα αποδεκτή άποψη είναι πως η Μαντώ Μαυρογένη γεννήθηκε το 1796 στην Τεργέστη, κι αυτό θα βρείτε π.χ. στην ελληνική Βικιπαίδεια, ωστόσο ο Κουσαθανάς παραθέτει νεότερα στοιχεία από τ’ αρχεία της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας της Τεργέστης, από τα οποία προκύπτει με βεβαιότητα πως η Μαντώ γεννήθηκε στη Μύκονο το 1783 και πως εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη με την οικογένειά της το 1792, «εννέα ετών κοπελουράκι». Επέστρεψαν στο γενέθλιο νησί το 1798, μετά τη θανάτωση του Ρήγα Φεραίου, ίσως επειδή ο πατέρας της αισθανόταν ανασφάλεια σε αυστριακό έδαφος. Ήταν λοιπόν η Μαντώ 13 χρόνια μεγαλύτερη απ’ όσο τη θέλει η έως τώρα αποδεκτή άποψη.

Κάτι ακόμα που θα βρείτε στο βιβλίο του Κουσαθανά είναι η αποκατάσταση του ονόματος της ηρωίδας. Ο Κουσαθανάς γράφει:

«Μαυρογένη» είναι το σωστό, οπως υπέγραφε το επώνυμό της η ίδια, κι όχι Μαυρογένους, όπως της άλλαξαν το όνομα (και τα φώτα!) οι φανατισμένοι καθαρεύοντες γλωσσαμύντορες ιστορικοί και πολιτικοί άλλων, φορτισμένων από γλωσσικό φανατισμό εποχών· αυτό το μεγαλοπρεπές «Μαυρογένους» ξεφύτρωσε χρόνια πολλά μετά τον θάνατό της.

….

Σημειωτέον, τέλος, ότι και όσες φορές αναφέρεται το όνομά της εντός του ενυπόγραφου κειμένου των αρχετύπων (μιλάμε για εκατοντάδες αρχέτυπα του Ιστορικού Αρχείου της Μαντώς), αυτό παντού αναφέρεται ως «Μαντώ» ή «Μαδώ Μαυρογένη», ποτέ «Μαυρογένους», και μόνο σε τρία ή τέσσερα από αυτά οι τύποι «Μαντώ/Μαδώ Μαυρογένη» / «Μαντώς/Μαδώς Μαυρογένη» εναλλάσσονται με τους τύπους «Μαντώ/Μαδώ Μαυρογενέσ(σ)α» / «Μαντώς/Μαδώς Μαυρογενέσ(σ)ας» ή «Μαυρογενέσ(σ)ης».

Γράφει μερικά πολύ γουστόζικα ο Κουσαθανάς και για όσους προσπάθησαν να επιβάλουν τον τύπο «της Μαντούς», αν και τον βλέπω κάπως υπεραισιόδοξο:

Ευτυχώς που εκείνη η προσπάθεια για εμπέδωση του γελοίου για τα σημερινά γλωσσικά δεδομένα γραμματικού τύπου «της Μαντούς», που χρησιμοποιήθηκε επ’ ολίγον από κάποιους απειρόκαλους, αεροβατούντες κι αλαφρονούσηδες γλωσσαμύντορες δεν επεκράτησε. Αλλιώτικα, εκτός από το επώνυμό της θα είχαμε τώρα να διορθώνομε και το μικρό της όνομα! Άλλα βάσανα!

Κι επειδή γλωσσικό ιστολόγιο είμαστε, η άποψη του Κουσαθανά για τη γλώσσα:

Άλλωστε, η νεοελληνική μας λαλιά, ένα εκπληκτικό γλωσσικό εργαλείο που το ακόνισαν οι αιώνες κι οι μάστορες του Λόγου, εύκολα καταδείχνει από μόνη της για όσους τη γνωρίζουν σε βάθος ποιες είναι οι αρχαίες λέξεις που συναρμόζουν και σοφηλιάζουν πλουτίζοντάς την και ποιες είναι καταπλάσματα κι επιθέματα που πρέπει να απορριφθούν, ώστε να διαφυλαχθεί χρηστικό και πλούσιο το γλωσσικό μας εργαλείο.

Παρεμπιπτόντως μαθαίνουμε και την προέλευση του επωνύμου «Κουσαθανάς», από το παρατσούκλι του Κρητικού προγόνου του, του Αθανά Ατζολετάκη, που έφτασε περί το 1775 στη Μύκονο τραυματισμένος στο πόδι (άρα, κου’σός).

Στο τέλος του έργου ο Κουσαθανάς εμφανίζεται δύσπιστος, να το πούμε επιεικώς, στον καταποντισμό του νησιού από στίφη τουριστών:

Πού να το φανταζόταν η καημένη η Μαντώ τότε, στα 1822, που έσωσε το νησί από την επίθεση του εχθρικού στόλου, ότι διακόσια χρόνια μετά, άλλοι στόλοι αεροπορικοί και θαλασσινοί με πιο ύπουλους τρόπους και μέσα δήθεν «ειρηνικά» θα άλωναν, θα αλλοτρίωναν και τελικά θα απαλλοτρίωναν το γενέθλιο νησί που έσωσε η ίδια!

Και βέβαια στο επίμετρο υπάρχει και γλωσσάρι με τις ιδιωματικές λέξεις του κειμένου, από τις οποίες σταχυολογώ όσες εμφανίζονται στα αποσπάσματα που έβαλα εδώ:

αλαφρονούσης: επιπόλαιος, ανόητος, άμυαλος

ανάδοση: πρωινή ή βραδινή υγρασία, δροσοσταλιά, θαλασσινή υγρασία

αρτύζω: νοστιμίζω

αφιονίζω: τρελαίνω, ποτίζω με μαγικό φίλτρο

δομνίτζα: μικρή κυρία, αρχοντοπούλα, δεσποινίς

κουκνουκιά: είδος μικρού σταμνιού, μεταφορικά άμυαλος άνθρωπος

μαντινούτα: αγαπητικιά, ερωμένη, και κατ’ επέκταση πόρνη, κοκότα, πουτάνα.

‘πίζουλος: επικίνδυνος, δύσκολος, παράξενος

σοφηλιάζω: συναρμόζω, ταιριάζω.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.