cebcceb1cebdceafceb1 ceb3ceb9ceb1 cf87ceb1cebbcebacf8c

Ένα μικρό άρθρο σήμερα, απάντηση σε απορία φίλου τις προάλλες. Δημοσιεύουμε βεβαια κατά καιρούς, περίπου μια φορά το χρόνο, άρθρα με μαζεμένες απαντήσεις σε ερωτήσεις φίλων του ιστολογίου, αλλά εκείνες είναι πιο σύντομες. Εδώ, η έκταση της απάντησης δικαιολογεί ξεχωριστό άρθρο, έστω και μικρούτσικο.

Λοιπόν, τις προάλλες με ρώτησε ένας φίλος:
«Τι σχέση έχει η χαλκομανία με τον χαλκό; Μήπως χρησιμοποιούσαν χαλκό σε κάποιο στάδιο της κατασκευής; Και σε ποιο; Δεν το θεωρώ πιθανό και δεν βλέπω τη σχέση».

Και καλά κάνει και δεν βλέπει ποια σχέση έχει η χαλκομανία με τον χαλκό διότι καμιά σχέση δεν υπάρχει ανάμεσα στα δύο. Ούτε πραγματολογικη, ούτε ετυμολογική -ή μάλλον, υπάρχει σχέση παρετυμολογική.

Χαλκομανία, όπως λέει το Λεξικό, το ΛΚΝ συγκεκριμένα, είναι «εικόνα τυπωμένη σε διαφανή μεμβράνη και κολλημένη σε χαρτί, από όπου μπορούμε να τη μεταφέρουμε, με κατάλληλο τρόπο, σε άλλη λεία επιφάνεια».

Xαλκομανίες κολλάμε, ας πούμε, στα πασχαλινά αυγά ή στα τετράδιά τους οι μαθητές. Όταν ήμουν έφηβος, ήταν πολύ συνηθισμένες οι έγχρωμες χαλκομανίες που προσφέρονταν από τα εφηβικά (κυρίως τα κοριτσίστικα) περιοδικά και που μπορούσες να τις σιδερώσεις πάνω σε ρούχα, κυρίως φανελάκια, όχι πάντα με τέλειο αποτέλεσμα.

Και επειδή η χαλκομανία είναι πολύ λεπτή, ουσιαστικά δισδιάστατη, υπάρχει και η μεταφορική έκφραση «έγινε/τον έκανε χαλκομανία» όταν ας πούμε κάποιον τον πατήσει αυτοκίνητο ή όταν ένα αυτοκίνητο χτυπήσει σε τοίχο -η σχεδόν κυριολεξία της έκφρασης εμφανίζεται μόνο στα κόμικς όπου οι ήρωες που τους πατάει οδοστρωτήρας βγαίνουν πράγματι σαν χαλκομανίες,

Βρίσκω επίσης ότι «κάνω κάποιον χαλκομανία» σημαίνει «τον ξυλοφορτώνω άγρια». Δεν θυμαμαι να την έχω ακούσει σε κανονική χρήση, αλλά τη βρίσκω σε περισσότερα από ένα λεξικά.

Πού όμως βρίσκεται ο χαλκός σε όλα αυτά;

Πουθενά, είπαμε.

Η διεργασία της αποτύπωσης εικόνων σε μεμβράνες ώστε να μπορούν να μεταφερθούν σε λείες επιφάνειες όπως γυαλί, πορσελάνη, χαρτί κτλ. επινοήθηκε τον 19ο αιώνα. Ονομάστηκε στα γαλλικά décalcomanie, υβρίδιο λεξιλογικό από το γαλλικό λατινογενές ρήμα décalquer και το ελληνογενές manie, μανία, από την οποία έχουν σχηματιστεί πολλοί γαλλικοί όροι που δηλώνουν κυρίως πάθη.

Το γαλλικό décalquer σημαίνει «ξεσηκώνω, ξεπατηκώνω» και προέρχεται από το calquer, που είναι δάνειο από τα ιταλικά (calcare, αντιγράφω από έκτυπο), που ανάγεται στα λατινικά, calcare και calx, η φτέρνα. Από το αποτύπωμα της φτέρνας στο χώμα ονομάστηκε έτσι η τεχνική της αντιγραφής από έκτυπο και το ξεπατήκωμα.

Οπότε, η décalcomanie δήλωνε, ας πούμε, το πάθος για την τεχνική της ξεπατηκωτούρας, που λέγαμε στα μαθητικά μας χρόνια, της μεταφοράς εικόνων πάνω σε χαρτί ή σε πορσελάνινα και άλλα σκεύη. Η τεχνική επινοήθηκε όπως είπαμε τον 19ο αιώνα, γύρω στα 1840, και αμέσως απέκτησε πολλούς ενθουσιώδεις οπαδούς. Και μαζί με την τεχνική, η λέξη πέρασε από τα γαλλικά σε πολλές άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες, δηλώνοντας επίσης και τις εικόνες που παράγονται με την τεχνική αυτή. Στα αγγλικά, ο όρος έχει συγκοπεί σε decal κι έτσι δεν θυμίζει πολύ τον αρχικό.

Στα ελληνικά ο δανεισμός έγινε είτε από το γαλλ. décalcomanie ή από το ιταλικό decalcomania. Εδώ είχαμε την παρετυμολογία με τον χαλκό (που δεν υπάρχει στις άλλες γλώσσες) κι έτσι είπαμε «χαλκομανία». Ο Κουμανούδης, στη Συναγωγή του, καταγράφει: «χαλκομανίαι, αι, είδος εικόνων», που το αποδελτίωσε στην Εφημερίδα, 30.12.1889. Στο ετυμολογικό λεξικό του Μπαμπινιώτη η χαλκομανία θεωρείται δάνειο από το ιταλ. calcomania (και όχι decalcomania) αλλά, τουλάχιστον στα σημερινά ιταλικά δεν βρίσκω να υπάρχει αυτός ο όρος, calcomania βρίσκω μόνο στα ισπανικά και μάλιστα της Λατ. Αμερικής.

Μια και είμαστε γλωσσικό ιστολόγιο πρέπει να σημειώσουμε ότι και ο όρος calque, των γαλλικών, που σημαίνει «αντίγραφο, έκτυπο» χρησιμοποιείται και στη γλωσσολογία, όπου δηλώνει τα μεταφραστικά δάνεια και με τη σημασία αυτή έχει περάσει και στα αγγλικά. Μεταφραστικό δάνειο έχουμε, ας πούμε, στη λέξη «ουρανοξύστης», που είναι μεταφραστικό δάνειο από την αγγλ. sky-scraper (ή ίσως από τη γαλλική gratte-ciel, που είναι μεταφρδάνειο από την αγγλική λέξη).

Το λέμε «μεταφραστικό δάνειο» επειδή μεταφράζουμε τα συνθετικά του αγγλικού όρου και φτιάχνουμε έναν νέο ελληνικό όρο, ενώ στα απλά δάνεια μεταφέρουμε τον ξένο όρο στα ελληνικά, προσαρμόζοντάς τον ενδεχομένως στο ελληνικό τυπικό, π.χ. σκάλα, πόστο -αλλά γκολ, φάουλ. Μεταφραστικά δάνεια υπάρχουν πολλά στη γλώσσα, αλλά δεν είναι πάντοτε εύκολο να τα εντοπίσει κανείς, διότι δεν χτυπάνε στο μάτι όπως το απλό γλωσσικό δάνειο που πολλές φορές ακούγεται ξενικό. Έτσι, η Ελένη Αρβελέρ, αν δεν κάνω λάθος, είχε κάποτε παινευτεί ότι μόνο στα ελληνικά υπάρχει λέξη «συνάνθρωπος», αγνοώντας ότι η ελληνική λέξη είναι μεταφραστικό δάνειο από το γερμανικό Mitmensch!

Η πλάκα είναι ότι ο ίδιος ο όρος «μεταφραστικό δάνειο» είναι… μεταφραστικό δάνειο, από το γερμανικό Lehnübersetzung, απ’ όπου και ο αγγλικός όρος loan-translation.

Το calque εγώ καμιά φορά το λέω «κάλκο» στα ελληνικά, αλλά το δάνειο που προσπάθησα να προσθεσω στο ελληνικό λεξιλόγιο δεν έχει μέχρι στιγμής… εγκριθεί -όχι από κάποια τράπεζα, αλλά από τον γλωσσικό νομοθέτη, δηλ. το σύνολο των ομιλητών της ελληνικής.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *