cebcceb1ceb8ceb7cf84ceadcf82 cebaceb1ceb9 ceb4ceaccf83cebaceb1cebbcebfceb9 ceb1cf86ceaeceb3ceb7cebcceb1 cf84cebfcf85 ceb4ceb7cebcceae

Τα τελευταία χρονια της ζωής του, ο πατέρας μου έγραφε κάθε βδομάδα ένα χρονογράφημα για την εφημερίδα Εμπρός της Μυτιλήνης. Όταν άνοιξα το ιστολόγιο, άρχισα να αναδημοσιεύω τις επιφυλλίδες αυτές κάθε Τρίτη. Στα τέλη του 2011 ο πατέρας μου πέθανε και από τότε καθιέρωσα κάθε δεύτερη Τρίτη να δημοσιεύω αποσπάσματα από τα βιβλία του. Με τον καιρό, δημοσίευσα αποσπάσματα από τα περισσότερα βιβλία, με τελευταίο τους Εσταυρωμένους σωτήρες.

unnamedΤο βιβλίο που θα αρχίσω να δημοσιεύω από σήμερα έχει μιαν ιδιαιτερότητα, ότι δεν είναι λογοτεχνικό, είναι αναμνήσεις από τα μαθητικά χρόνια του πατέρα μου στο γυμνάσιο της Μυτιλήνης -ένα χρονικό, θα έλεγα, γραμμένο ύστερα από παροτρύνσεις παλαιών συμμαθητών. Γι’ αυτό και δίσταζα να το δημοσιεύσω, αφού αφορά ένα ειδικό κοινό.

Από την άλλη, οτιδήποτε έχει σχέση με την εκπαίδευση δεν είναι στερημένο από γενικότερο ενδιαφέρον, ιδίως σε ένα ιστολόγιο που έχει και εκπαιδευτικά ενδιαφέροντα αλλά και πολλούς εκπαιδευτικούς ως σχολιαστές. Έτσι, αποφάσισα τελικά να το δημοσιεύσω, ύστερα από μια μικρήν ανάπαυλα που οφειλόταν στο ότι δεν είχα πρόχειρο το βιβλίο.

Το χρονικό αυτό έχει επίσης ενδιαφέρον σαν απόπειρα μικροϊστορικής καταγραφής.

Στη σημερινή πρώτη συνέχεια δημοσιεύω τον Πρόλογο και την Εισαγωγή. Το βιβλίο κυκλοφόρησε στη Μυτιλήνη το 2008 και το εξώφυλλό του μιμείται πετυχημένα την όψη των μαθητικών τετραδίων.

Πρόλογος

Όταν, με παρότρυνση πολλών παλιών συμμαθητών μου, ξεκίνησα να γράψω κάτι σαν χρονικό της τάξης μας στο Γυμνάσιο, να γράψω δηλαδή για τους μαθητές και τους καθηγητές της, είχα τη φιλοδοξία να αποτελέσει, το κείμενο αυτό, συλλογικό έργο, με την έννοια πως θα το γράφαμε πολλοί παλιοί συμμαθητές μαζί.

Για τον σκοπό αυτόν έφτιαξα ένα προσχέδιο, με το διάγραμμα της ύλης, τα περιεχόμενα και κάποια δικά μου περιληπτικά κείμενα και το μοίρασα σε πολλούς συμμαθητές μου, ζητώντας όχι μόνο να συμπληρώσουν τα κενά, αλλά να γράψουν τη δική τους εκδοχή, ακόμα και να προτείνουν κάτι τελείως διαφορετικό.

Πραγματικά με βοήθησαν αρκετοί φίλοι των σχολικών θρανίων, με φωτογραφίες, πληροφορίες, κάποιοι με σύντομα κείμενά τους, αλλά όχι στο βαθμό που προσδοκούσα και που θα χαρακτήριζε το έργο συλλογικό, με εμένα να περιορίζομαι στο ρόλο του επιμελητή της ύλης. Έτσι, αναγκαστικά, κάθισα και έγραψα σχεδόν όλα τα κείμενα μόνος μου και συνεπώς η ευθύνη για το αποτέλεσμα βαρύνει μόνον εμένα. Μερικά κείμενα, δικά μου ή άλλων,  έχουν παλαιότερα δημοσιευθεί σε λεσβιακά περιοδικά και αυτό μνημονεύεται στη βιβλιογραφία.

Οφείλω πάντως να ευχαριστήσω τους συμμαθητές μου: Βάσο Τεφτσή, Μιχάλη Γκορτζιώτη, Μιχάλη Γρημάνη, Μιχάλη Βενεδίκη, Γιώργο Μαυρονικόλα, Μιχάλη Πίτσιο, Γιώργο Σεφτελή, τον φίλο συγγραφέα Παναγιώτη Παρασκευαϊδη, τον φίλο Όμηρο Κοντούλη και τις φίλες Εύη Αποστόλου-Παναγιώτου, Αγλαϊα Αρχοντίδη-Αργύρη και Φανή Σωτηράκη-Αναιρούση, για τις πολύτιμες πληροφορίες που μου έδωσαν και τα στοιχεία που μου παραχώρησαν, κυρίως όμως για την ενθάρρυνση τους να προχωρήσω.

Ιδιαιτέρως ευχαριστώ τον Κώστα Μίσσιο, ακάματο ερευνητή και καταγραφέα κάθε σχετικού με την πνευματική Λέσβο γεγονότος, για τα άφθονα και έγκυρα  στοιχεία που μου παραχώρησε.

Η δυσαναπλήρωτη απουσία του συμμαθητή μου Θανάση Τσερνόγλου μου στοίχισε πολύ, γιατί εκτός των άλλων μου στέρησε πολύτιμες πληροφορίες, στοιχεία και έγγραφα, που οπωσδήποτε είχε συγκεντρώσει, έτσι μεθοδικός και λεπτολόγος που ήταν, αλλά τα οποία δε στάθηκε δυνατό να εντοπίσω και αγνοώ την τύχη τους.

Οπωσδήποτε στο κείμενο που ακολουθεί  οι παλιοί συμμαθητές μου, αλλά και συμπατριώτες, ειδήμονες των γεγονότων της εποχής εκείνης, θα βρούνε πολλές ελλείψεις, παραλείψεις και λάθη. Θέλω να τους βεβαιώσω πως δεν έγιναν σκοπίμως, αλλά οφείλονται στην απουσία τεκμηριωμένων στοιχείων.

Εισαγωγικά

Οι συμμαθητές μου κι εγώ καμαρώνουμε πως αποφοιτήσαμε από το Γυμνάσιο Μυτιλήνης. Δικαίως πιστεύω. Δεν πρόκειται για κάποια επαρχιώτικη ξιπασιά ή έπαρση. Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης για πολλές δεκαετίες στάθηκε το αληθινό πνευματικό κέντρο ολόκληρου του νησιού και η συμβολή του υπήρξε αποφασιστική στη διάδοση των πιο προοδευτικών ιδεών και πρώτα απ΄ όλα του Δημοτικισμού, καθώς και στη διαμόρφωση του κλίματος εκείνου, μέσα στο οποίο αναδείχτηκε πλειάδα ανθρώπων των γραμμάτων και τεχνών, όλα αυτά όμως σε πνεύμα όχι αντιπαράθεσης και πολεμικής, αλλά σύνθεσης και συνεργασίας. Όπως γράφει ένας διαπρεπής απόφοιτός του και εν συνεχεία καθηγητής του, ο Βασίλης Αρχοντίδης[1] «στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης συναντήθηκαν τα δύο ρεύματα, ο δημοτικισμός και η κλασσική παράδοση, χωρίς να συγκρουσθούν σαν άσπονδοι εχθροί. Έτσι οι μαθητές που αγαπούσαν τη νέα ελληνική λογοτεχνία δε βρέθηκαν ανάμεσα σε δυο ακραία ιδεολογήματα, υποχρεωμένοι να επιλέξουν ανάμεσα σε δυο αντίπαλα στρατόπεδα».

gymnasium

Το Γυμνάσιο Μυτιλήνης ιδρύθηκε το 1840 και από το 1890 στεγάστηκε στο επιβλητικό, κλασσικής γραμμής κτίριο, με μαρμάρινα σκαλιά στην είσοδό του, που τη στολίζουν κίονες δωρικού ρυθμού και με απλόχωρο πευκόφυτο κήπο γύρω του. Βρίσκεται στο μεταίχμιο του παλιού ιστορικού πυρήνα της πόλης και της κάπως νεωτερίζουσας επέκτασής της προς νότο. Το κτίριο χτίστηκε με δωρεά πλειάδας πλουσίων Λεσβίων, που κατατάσσονται στην εκλείψασα (από την Κατοχή κι εδώ) κατηγορία των εθνικών ευεργετών, του Νικολάου Μητρέλια, που είχε κληροδοτήσει πεθαίνοντας το τεράστιο για την εποχή ποσό των 7.000 χρυσών λιρών,  των αδελφών Βουρνάζων και άλλων. Από αυτούς το άγαλμα του Σοφοκλή Βουρνάζου στέκεται στα προπύλαιά του και για πολλές δεκαετίες (όσες ήταν εν χρήσει το μελανοδοχείο και η πέννα), ήταν το θύμα ασεβούς εθίμου, να σπάνε επάνω του τα καλαμάρια τους, όσοι αποφοιτούσαν από το Γυμνάσιο[2].

Στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης διδάξανε σπουδαίοι καθηγητές, πανεπιστημιακού επιπέδου. Άλλωστε μερικοί από αυτούς εξελίχθηκαν εν συνεχεία σε σημαντικούς πανεπιστημιακούς δασκάλους. Στην ιστορία έχουν περάσει ως οι «σοφοί γυμνασιάρχες» τα ονόματα του Νικολάου Αργυριάδη, του Χριστόφορου Λαίλιου, του Γεώργιου Πάππη, του Γρηγόριου Βερναρδάκη, του Πέτρου Παπαγεωργίου, του Δημητρίου Χατζησπύρου, του Ιωάννη Ολύμπιου, του Εμμανουήλ Δαυίδ και του Αριστείδη Δελή.

Από αυτούς Λέσβιοι ήταν ο Λαίλιος (ο πρώτος Μυτιληνιός γυμνασιάρχης, που σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και κατόπιν στο Βερολίνο, με έξοδα της κοινότητας), ο Πάππης (από την Αγία Παρασκευή), ο Γρ. Βερναρδάκης (από την Αγία Μαρίνα), ο Χατζησπύρος (από την Αγιάσο), ο Δαυίδ (από την Ερεσό) και ο Δελής (από τη Μυτιλήνη). Ο Αργυριάδης ήταν από τη Σιάτιστα, ο Παπαγεωργίου από τη Θεσσαλονίκη και ο Ολύμπιος από τη Σκοτίνα (του Ολύμπου). Όλοι αυτοί ήταν διαπρεπείς φιλόλογοι, που άφησαν σημαντικό συγγραφικό, αλλά πολύ σημαντικότερο διδακτικό έργο.

9gymn

Ανοιχτόμυαλοι και ρηξικέλευθοι, μερικοί από αυτούς ήρθαν σε οξεία αντιπαράθεση με τη δημογεροντία, που επέβλεπε τη λειτουργία του Γυμνασίου. Έτσι ο Πάππης, που είχε συντελέσει στην αναγνώριση του ενδεικτικού του Γυμνασίου από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ώστε οι απόφοιτοί του να γίνονται δεκτοί σ΄ αυτό χωρίς εξετάσεις, αναγκάστηκε από κάποιους δημογέροντες να φύγει από τη Μυτιλήνη, για να διαπρέψει στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης. Το ίδιο συνέβη με τον Ολύμπιο, που ύστερα από σύγκρουση με τη δημογεροντία, έφυγε για ένα διάστημα από τη Μυτιλήνη και πήγε στο Αϊβαλί, στην περίφημη Σχολή των Κυδωνιών, για να ξαναγυρίσει στο Γυμνάσιο Μυτιλήνης το 1930.

Διαπρεπείς όμως καθηγητές ήταν και μη φιλόλογοι, όπως οι χημικοί Μιχαήλ  Στεφανίδης και Απόστολος Αποστόλου, οι μαθηματικοί Νίκος Σωτηράκης και Δημοσθένης Σακελλαρίδης οι φυσικοί Ασημάκης Γριμής, Μανώλης Δεμερτζής, Στρατής Παπάνης και Στέλιος Πράσινος αλλά και φιλόλογοι, που δεν διατελέσανε γυμνασιάρχες,  όπως ο Μίλτος Κουντουράς, ο Κώστας Κόντος, ο Βασίλης Αρχοντίδης και ο Μίλτης Παρασκευαϊδης.

Ευθύς εξαρχής ήταν «γυμνάσιο αρρένων», γιατί, τότε που ιδρύθηκε, στα μέσα του 19ου αιώνα, ήταν σχεδόν απρόσιτη στα κορίτσια η μέση εκπαίδευση. Αργότερα φυσικά λειτούργησε σε άλλο κτίριο το «Ανώτερο Παρθεναγωγείο», δηλαδή σχολείο μέσης εκπαίδευσης για κορίτσια. Το μόνο μικτό (για αγόρια και κορίτσια) σχολείο (που λειτούργησε από το 1923 ως το 1945),  ήταν το Πρακτικό Λύκειο, πολύ καλό σχολείο, που σε όλη την Ελλάδα είχε κάπου δέκα ομόλογά και το οποίο στεγάστηκε επίσης στο κτίριο του Γυμνασίου Αρρένων. Εκτός από το Πρακτικό Λύκειο στο ίδιο κτίριο συστεγαζόταν και το 1ο Δημοτικό Σχολείο και, μετά την κατάργηση του Λυκείου, το 2ο Γυμνάσιο Αρρένων.

Σκέφτομαι πως η δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα ήταν ανέκαθεν πεδίο πειραματισμών, «στου κασίδη την κούτρα». Αλλιώς δεν εξηγείται πώς άλλαζε τόσο συχνά διάρθρωση και πλαίσιο λειτουργίας.

Τον καιρό του παππού μου, δηλαδή στα τέλη του 19ου αιώνα είχαμε την τριβάθμια ενδεκαετή εκπαίδευση: 4 χρόνια Δημοτικό, 3 χρόνια Σχολαρχείο (επίσημη ονομασία «Ελληνικόν Σχολείον») και 4 χρόνια Γυμνάσιο. Να σημειωθεί πως τότε η παρακολούθηση των μαθημάτων δεν ήταν υποχρεωτική για καμιά βαθμίδα.

Τον καιρό του πατέρα μου, δηλαδή στις αρχές του 20ου αιώνα, είχαμε δωδεκαετή εκπαίδευση, αλλά σε δύο βαθμίδες (στοιχειώδη και μέση): 6 χρόνια δημοτικό και 6 χρόνια γυμνάσιο και με υποχρεωτική τη φοίτηση στην πρώτη βαθμίδα.

Επί των ημερών μου η στοιχειώδης εκπαίδευση (Δημοτικό) περιορίστηκε σε 4 χρόνια και η μέση (Γυμνάσιο) επεκτάθηκε σε 8. Αυτό έγινε τον δεύτερο χρόνο της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και είχε σαν αποτέλεσμα αφενός μεν τον περιορισμό της υποχρεωτικής φοίτησης στα 4 χρόνια, αφετέρου δε τη δραματική μείωση του αριθμού των μαθητών της μέσης εκπαίδευσης, αφού ο αριθμός των γυμνασίων δεν αυξήθηκε επαρκώς ώστε να απορροφηθούν όλοι οι απόφοιτοι της 4ης Δημοτικού.

Μετά την απελευθέρωση ξαναγύρισε το σύστημα του 6ετούς Δημοτικού και του 6ετούς Γυμνασίου, αλλά τώρα (στον καιρό των εγγονιών μου), έχουμε πάλι τριβάθμια εκπαίδευση: 6 χρόνια Δημοτικό, 3 χρόνια Γυμνάσιο και 3 χρόνια Λύκειο αλλά με υποχρεωτική τη φοίτηση στις δύο πρώτες βαθμίδες (9 χρόνια).

[1] Η πνευματική ζωή και το Γυμνάσιο Μυτιλήνης – περ. Ψαρά, τεύχη 55,56,57 – 1985

[2] το μνημονεύει ο Ασημάκης Πανσέληνος στο βιβλίο του «Τότε που ζούσαμε»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *