cebcceafceb6ceb5cf81cebfceb9 ceb2cf81cf8ccebcceb9cebacebfceb9 cebaceb1ceb9 cebaceb1cebacebfceaf

O τίτλος του άρθρου είναι παραλλαγή του τίτλου της ταινίας του Έτορε Σκόλα «Βίαιοι, βρόμικοι και κακοί» (Brutti, sporchi e cattivi) με τον Νίνο Μανφρέντι, που πήρε βραβείο στις Κάννες το 1976, μόνο που αντικατέστησα το πρώτο επίθετο με ένα άλλο, που ακούστηκε τις τελευταίες μέρες, και που γι’ αυτό σκοπεύω να λεξιλογήσω. Οπότε, το άρθρο δεν θα είναι σινεφίλ, απλώς ο τίτλος κλείνει το μάτι (ταιριάζει κιόλας διότι στη συγκεκριμένη ταινία ο πρωταγωνιστής ήταν υποτίθεται μονόφθαλμος).

Βέβαια, εμείς εδώ είμαστε ιστολόγιο με πετριά για τα γλωσσικά, οπότε δεν αποκλείω να γίνει και κάποιο σχόλιο για την ορθογραφία της δεύτερης λέξης του τίτλου -και για να σας προλάβω σας παραπέμπω στο περσινό μας άρθρο με τίτλο Γιατί βρόμικος; Είπαμε, το σημερινό άρθρο εστιάζεται στην πρώτη λέξη του τίτλου.

Συζητήθηκε πολύ στα μέσα κοινωνικής δικτυωσης η απόφαση του δημάρχου Αθηναίων να ανατεθεί η πρωτοχρονιάτικη συναυλία, που φέτος θα γίνει χωρίς κοινό λόγω κορονοϊού, στον Σάκη Ρουβά.

messirouvasΤο κόστος της εκδήλωσης, 215.000 ευρώ (ενδεχομένως συν ΦΠΑ), σε συνδυασμό με την πολύ μικρή διάρκειά της, μόλις 17 λεπτά, προκάλεσαν εύλογες αντιδράσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου κυκλοφόρησαν μιμίδια που συγκρίνουν την αμοιβή του Ρουβά με τον μισθό του Λέο Μέσι στην Παρί Σεν Ζερμέν, ενώ, όπως θα περίμενε κανείς μέσα σε συνθήκες πανδημίας, είδα πάνω από ένα τουίτ να στηλιτεύει το γεγονός ότι μέσα σε 17 λεπτά ο Σάκης Ρουβάς θα εισπράξει όσα σε 10 χρόνια ένας εντατικολόγος.

Βέβαια, δεν θα εισπράξει ο Ρουβάς το ποσόν αυτό. Οι 215.000 (με ή χωρίς ΦΠΑ) είναι το κόστος όλης της εκδήλωσης και από το ποσόν αυτό θα πληρωθούν όλοι οι συντελεστές της. Η υπερβολή αυτή είναι απολύτως αναμενόμενη στη σάτιρα, αλλά σωστά επισημάνθηκε στην απάντηση της Τεχνόπολης, που παρέθετε στοιχεία από προηγούμενες πρωτοχρονιάτικες εκδηλώσεις για να υποστηρίξει ότι η φετινή δεν θα είναι κάτι το προκλητικό.

Ο δήμαρχος Αθηναίων θα μπορούσε να απαντήσει κάπως έτσι, τεκμηριωμένα και λογικά, αλλά προτίμησε να επιτεθεί σε όσους τον επέκριναν, θεωρώντας ότι «Οι διαμαρτυρίες για τον στολισμό της Αθήνας και το κόστος της Πρωτοχρονιάτικης γιορτής είναι κάτι σαν τα κάλαντα. Έθιμο των ημερών. Κάθε χρόνο τα ίδια» και ότι «Κι ας μείνουν μίζερα κι ανούσια κάποιοι να φαρμακώνονται από τα λόγια τους».

Μίζεροι λοιπόν αυτοί που διαμαρτύρονται. Η λέξη έχει ενδιαφέρον. Μίζερος είναι, σύμφωνα με το ΜΗΛΝΕΓ, προκειμένου για πρόσωπα, εκείνος που «μεμψιμοιρεί, γκρινιάζει, δεν ικανοποιείται με τίποτα». Τη φράση τη χρησιμοποιούν συχνά γονείς για τα παιδιά τους, παραπονούμενοι πως είναι «μίζερα στο φαΐ».

Προκειμένου όμως για πράγματα, η σημασία αλλάζει κάπως. Μίζερος είναι, καταρχάς, ο φτωχικός και στερημένος: έζησε μίζερη ζωή, λέμε -που μπορεί να σημαίνει με μεγάλη φτώχεια αλλά συνήθως έχει και την παράμετρο «με ελάχιστες χαρές». Έπειτα, μίζερος είναι ο λιγοστός και ανεπαρκής -μίζερες οι μερίδες του τάδε εστιατορίου ή μίζερη σύνταξη. Τέλος, μίζερος είναι και ο στερημένος από ενδιαφέρον, ο βαρετός -λέμε, ας πούμε, ότι τελείωσαν οι διακοπές και επιστρέφουμε στη μίζερη καθημερινότητα.

Πάντως, η λέξη «μίζερος», ιδίως για πρόσωπα, δεν έχει τη χροιά της συμπάθειας που έχουν μερικές φορές άλλα επίθετα όχι πολύ μακρινά στη σημασία, όπως ο κακομοίρης.

Η κατάσταση του μίζερου είναι η μιζέρια. Μπορεί να ειπωθεί η λέξη για τη μεγάλη φτώχεια (έζησε μέσα στη μιζέρια τα παιδικά του χρόνια), μπορεί να ειπωθεί για μια κατάσταση βαρετή και χωρίς απολαύσεις (η μιζέρια της καθημερινότητας, που λέγαμε), μπορεί να ειπωθεί και για τη μεμψιμοιρία και τη συνεχή γκρίνια.

Μιζέρια είναι και ένα παιχνίδι της πόκας, βέβαια, στο οποίο κερδίζει όποιος έχει το χειρότερο φύλλο. (Για περισσότερο ενδιαφέρον και να μην αποσύρονται νωρίς όσοι διπλώσουν, υπάρχει και η παραλλαγή «στριφογυριστή μιζέρια» ή «στρίβει γυρίζει», όπου αν κάποιος κάνει ζεύγη και πάνω τότε η αποτίμηση επανέρχεται στο κανονικό). Και στην πρέφα μπορεί να παιχτεί μιζέρια, ή «με τις λίγες», αν και οι τρεις πουν πάσο από την αρχή.

Θυμίζω επίσης ότι Μιζέριας ήταν παρατσούκλι του Άρη Βελουχιώτη, που δεν ξέρω πώς το απέκτησε (ας μας πουν όσοι ξέρουν) και που το ΚΚΕ θεώρησε πρέπον να το αναφέρει στην ανακοίνωση αποκήρυξής του.

Ο μίζερος είναι δάνειο από τα ιταλικά, misero, από το λατινικό miser, άθλιος, ταλαίπωρος. Η ιταλική λέξη σημαίνει σήμερα φτωχός, δυστυχισμένος, κακομοίρης, προκειμένου για πρόσωπα, αλλά και ελεεινός, άθλιος, ποταπός. Μπορεί να έχει θετική χροιά, έκφραση συμπόνιας, που δεν την έχει στα ελληνικά ο μίζερος, αλλά μπορεί να έχει και αρνητική. Νομίζω όμως ότι η σημασία του μεμψίμοιρου και ιδίως του αφχαρίστηγου, που είναι κυρίαρχη στα νέα ελληνικά, δεν υπάρχει στα ιταλικά.

Στις όπερες που μου αρέσει να ακούω, το misero/a συχνά λέγεται θετικά, π.χ στον Ντον Τζοβάνι, η Ντόνα Άννα συμβουλεύει την Ελβίρα Non ti fidar o misera di quel ribaldo cor, μην εμπιστεύεσαι, καημένη, αυτόν τον αισχρό. Και βέβαια στα ιταλικά miseria είναι κυρίως η φτώχεια (αλλά και τα βάσανα, η δυστυχία). Πόρκα μιζέρια, αναφωνούσαν οι φρατέλοι πριν πάρει το κουτάλι τους νερό.

Έβαλα πιο πάνω με πλάγια το σήμερα, διότι παλιότερα misero σήμαινε επίσης τσιγκούνης, και αυτή η σημασία έχει περάσει και στα μεσαιωνικά ελληνικά. Στον Φορτουνάτο, κάποια είναι «μίζερη και γυρεύγει δίχως χαρίσματα γαμπρό». Σε ένα κείμενο μετά την Άλωση, ο συγγραφέας ψέγει τους πλούσιους Ρωμαίους (δηλ. Βυζαντινούς):

Ὦ Ῥωμαῖοι ἀκριβοί, μίζεροι καὶ κακότυχοι, ὁποὺ ἐφάνη εἰς τὸ φῶς τόσον βίον, ὁποὺ σᾶς ἐζήτα ὁ βασιλέας σας δανεικὰ καὶ δὲν τὰ δώσετε νὰ βοηθήσῃ τὴν χώρα σας, μόνε τὸ ἀρνιέστε καὶ ἐλέγετε ὅτι: «δὲν ἔχομε καὶ εἴμεσταν πτωχοί», καὶ τώρα τὰ ἐπήρανε οἱ Τοῦρκοι.

Ακριβοί στα κείμενα της εποχής σημαίνει «φιλάργυροι», ενώ το «μίζεροι» μπορεί να έχει και τις δύο σημασίες, είτε τσιγκούνηδες είτε κακόμοιροι.

Σήμερα, είπαμε, μίζερος είναι κυρίως ο μεμψίμοιρος, που δεν μένει ικανοποιημένος με τίποτα και που βράζει στο ζουμί του. Αυτή τη μομφή επέρριψε στους επικριτές του ο δήμαρχος Αθηναίων, δηλαδή σε ολόκληρη την αντιπολίτευση στον δήμο, αφού όλες οι άλλες παρατάξεις διαμαρτυρήθηκαν για το κόστος της εκδήλωσης που το θεώρησαν πρόκληση σε μια συγκυρία όπου τα ελληνικά νοικοκυριά δοκιμάζονται από ένα πρωτοφανές κύμα ακρίβειας.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, το αγέρωχο ανασήκωμα του φρυδιού και η αυτοκρατορική στάση ταιριάζουν καλύτερα σε έναν αξιωματούχο που έχει να επιδείξει σημαντικό έργο -ο δήμαρχος Αθηναίων τι έχει να δείξει πέρα από το φιάσκο του Μεγάλου Περίπατου όπου επίσης κατηγορήθηκε για αλόγιστες σπατάλες;

Αλλά βέβαια, όταν κάποιος αισθάνεται νόμιμος ιδιοκτήτης της πρωτεύουσας (και της χώρας) εύλογο είναι να δυσανασχετεί όταν βλέπει κάποιους που το αμφισβητούν -και να τους χαρακτηρίζει μίζερους. Και φτωχούς.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *