cebcceadcf83ceb1 ceb1cf80cf8c cf84ceb9cf82 cebbceadcebeceb5ceb9cf82 cf84cebfcf85 cf86cebfceafceb2cebfcf85 cf80ceb1cebdceb1ceb3ceb9cf89

bks.0385173Θα παρουσιάσω σήμερα ένα βιβλίο που με ενδιαφέρει πολύ, και που νομίζω πως θα ενδιαφέρει και αρκετούς από τους αναγνώστες του ιστολογίου. Πρόκειται για το καινούργιο βιβλίο του φίλου γλωσσολόγου Φοίβου Παναγιωτίδη, με τίτλο «Μέσα από τις λέξεις», που κυκλοφόρησε τούτη τη βδομάδα από τις φιλικές εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, όπου εκδίδω κι εγώ τα γλωσσικά βιβλία μου.

Ο Φοίβος είναι καθηγητής θεωρητικής γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με αξιόλογο επιστημονικό έργο, αλλά είναι και ενεργός κυβερνοπολίτης με ευδιάκριτη παρουσία στη μπλογκόσφαιρα και αρθρογραφία στον παραδοσιακό και τον ηλεκτρονικό τύπο.

Πριν από οχτώ χρόνια είχε εκδώσει το βιβλίο «Μίλα μου για γλώσσα: Μικρή εισαγωγή στη γλωσσολογία», που το είχαμε παρουσιάσει στο ιστολόγιο, αναδημοσιεύοντας και ένα κεφάλαιο, ενώ αργότερα, με άλλη ευκαιρία, είχαμε παρουσιάσει ένα ακόμα κεφάλαιο εκείνου του βιβλίου.

Η εικόνα του εξωφύλλου που βρήκα να βάλω είναι μικροσκοπική, κι έτσι ίσως δεν φαίνεται καλά ο υπότιτλος του βιβλίου, που είναι:

Θέματα στη γραμματική των λέξεων για όσους (νομίζουν ότι) βαριούνται τη γλωσσολογία

Το βιβλίο είναι διαρθρωμένο σε κεφάλαια, το καθένα από τα οποία απαντά σε μια ερώτηση σχετική με τη γλώσσα, και προχωράει και λίγο σε θεωρητικό επίπεδο ώστε να κατανοήσει ο αναγνώστης τι είναι γλώσσα και πώς λειτουργεί.

Πιο κάτω θα παραθέσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο, ώστε να δείτε από μόνοι σας τη μέθοδο του συγγραφέα, αλλά παίρνω από το οπισθόφυλλο μερικές χαρακτηριστικές ερωτήσεις, για να πάρετε μια γεύση από το εύρος των θεμάτων που θίγονται στο βιβλίο:

Ποια είναι τα όρια του κόσμου μου;
Υπήρχε δημοκρατία πριν το 1974;
Ποιο είναι το θηλυκό του «εαυτός»;
Ποιο είναι το αντίθετο του «όλοι»;
Τι αποκαλύπτει το μπακλαβαδογλύκι;
Υπάρχουν ανύπαντροι κλαρινογαμπροί;
Θα προσγειωθούμε ποτέ στον Aρη;
Γιατί τα γαριδάκια δεν είναι μικρές γαρίδες;
Ποια είναι η διαφορά καυσίμου και κάψιμου;
Παίζει τίποτα;
Τελικά να λέμε «επίλεξε» ή «επέλεξε»;
Όταν όλα είναι έτοιμα, είναι όλα άνθρωποι;
Αν έρθει ένα πούλμαν προσκυνητών, σημαίνει ότι ήρθε κι ένα πούλμαν προσκυνητές;

Νομίζω ότι θα πήρατε μια ιδέα. Σημειώνω ότι στο πρώτο μέρος του βιβλίου οι ερωτήσεις είναι πιο γενικές ενώ στο δεύτερο κάθε ερώτηση φωτίζει και από ένα γραμματικό μυστήριο, το οποίο αφορά φαινομενικά απλές λέξεις. Τα κεφάλαια έχουν μεν αυτοτέλεια, αλλά κατά τη γνώμη μου θα είναι καλύτερο να διαβαστούν με τη σειρά που τα έχει ο συγγραφέας -όπως θα δείτε, άλλωστε, στο κεφάλαιο που θα παραθέσω, υπάρχουν αναφορές σε προηγούμενα κεφάλαια.

Στην εισαγωγή του, ο συγγραφέας δηλώνει ότι το βιβλίο αυτό δεν είναι συνέχεια του προηγούμενου και κάνει έναν παραλληλισμό με τον χώρο της γαστρονομίας. Αν, λέει, τα τεχνικά βιβλία γλωσσολογίας είναι υψηλή γαστρονομία και γκουρμέ μαγειρική, και τα εκλαϊκευτικά, όπως το προηγούμενο δικό του, το «Μίλα μου για γλώσσα» είναι κάτι σαν φροντισμένος ουζομεζές, το νέο του βιβλίο, το «Μέσα από τις λέξεις» επιδιώκει να τοποθετηθεί κάπου ανάμεσα, να γίνει «ένα τίμιο και στιβαρό πιάτο φτιαγμένο με μεράκι μεν αλλά και με τεχνική».

Ο Παναγιωτίδης αναγνωρίζει ότι το νέο του βιβλίο είναι ένα σκαλί πιο απαιτητικό από το προηγούμενο, που απευθυνόταν σε απόφοιτους Λυκείου, και για τον λόγο αυτό σε κάθε κεφάλαιο υπάρχουν παράγραφοι μέσα σε πλαίσιο, με ορισμούς και διευκρινίσεις. Επίσης, στο επίμετρο ο συγγραφέας αναφέρει βιβλιογραφία για όποιον αναγνώστη ενδιαφέρεται να εμβαθύνει περισσότερο στα θέματα που θίγονται στο κάθε κεφάλαιο.

Πριν από δυο χρόνια, είχα δημοσιεύσει στο ιστολόγιο ένα άρθρο με τίτλο «Τι παίζει;» με θέμα τα φρασεολογικά, κυρίως, αυτού του σημαντικού ρήματος. Ταιριάζει λοιπόν τώρα να παραθέσω από το καινούργιο βιβλίο του Φοίβου Παναγιωτίδη το κεφάλαιο που ασχολείται με αυτό ακριβώς το ρήμα, αλλά και γενικεύει για τα λεγόμενα «ελαφρά ρήματα». Για τεχνικούς λόγους, τα εντός πλαισίου τμήματα τα έχω βάλει χρωματιστά, επειδή δεν μπορώ να φτιάξω το πλαίσιο.

Τι παίζει με το «παίζω»;

Γιατί κάποια ρήματα είναι σκιές του εαυτού τους

Μέχρι στιγμής εξετάσαμε λέξεις με σύνθετη γραμματική δομή, που απαρτίζονται από μορφήματα, αλλά και φαινομενικά απλές λέξεις που περιέχουν κρυμμένη γραμματική δομή, όπως τα ρήματα. Και στις δύο περιπτώσεις η λιγότερο ή περισσότερο φανερή δομή των λέξεων μας βοήθησε να καταλάβουμε κάπως πώς γίνεται οι λέξεις αυτές να διατυπώνουν σύνθετες σημασίες. Σε αυτό το κεφάλαιο θα εξετάσουμε αρκετά προσεκτικά μια διαφορετική περίπτωση.

Να κάνω κεφτέδες; Ή υπομονή;

Για πάρα πολλούς ομιλητές της ελληνικής το ρήμα «κάνω» μπορεί να σημαίνει και «φτιάχνω». Άρα όταν κάνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα φτιάχνουμε κεφτέδες, καφέδες ή αγάλματα – και ούτω καθεξής. Συνεπώς, και με βάση όσα είπαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο για τα ρήματα ως βιντεάκια και για την εσωτερική δομή τους, το ρήμα «κάνω» μπορεί να έχει αρκετό περιεχόμενο, αφού μπορεί να σημαίνει τη διαδικασία κατασκευής κάποιου πράγματος. Ωστόσο το «κάνω» μπορεί επίσης να διαθέτει ελάχιστο περιεχόμενο και απλώς να συνθέτει ρηματικές φράσεις όπως «κάνω υπομονή».

Υπενθυμίζω εδώ ότι ρηματική φράση (ή ρηματικό σύνολο) είναι φράση που χτίζεται γύρω από ένα ρήμα. Για παράειγμα, γύρω από το ρήμα «πίνω» μπορούμε να δομήσουμε ρηματικές φράσεις όπως «πίνω», «πίνω τζιν», «πίνω τζιν με φίλους», «πίνω τζιν με σόδα» και ούτω καθεξής.

«Κάνω υπομονή» δεν σημαίνει ότι φτιάχνω ή κατασκευάζω υπομονή, παρά ισοδυναμεί με το παλιότερο ρήμα «(υ)πομονεύω»: παραμένω σε μία κατάσταση καρτερίας, ας πούμε (είδατε τι δύσκολο που είναι να εξηγήσουμε τη σημασία με περιφράσεις;). Με αυτή του τη χρήση λοιπόν, που δεν σημαίνει «φτιάχνω», το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις που πολλές φορές διαθέτουν και μονολεκτικό ισοδύναμο – κάτι αναμενόμενο πια μετά από όσα είπαμε για τα ρήματα στο προηγούμενο κεφάλαιο.

Κατά συνέπεια, «κάνω τηλέφωνο» σημαίνει «τηλεφωνώ», «κάνω μήνυση» σημαίνει «μηνύω», «κάνω πράξη» σημαίνει «πραγματώνω» ή «πραγματοποιώ», ενώ «κάνω αίτηση» σημαίνει ό,τι και το κάπως δύσχρηστο «αιτούμαι». Όντως, πολλές φορές αυτές οι ρηματικές φράσεις με το «κάνω» δημιουργούν βιντεάκια που δεν διαθέτουν ακριβή μονολεκτικά ισοδύναμα: κάνω μπάνιο («μπανιάρομαι» ίσως;), κάνω καλό, κάνω πέρα, κάνω επανάληψη, κάνω ηλιοθεραπεία, κάνω αίσθηση, κάνω θέμα, κάνω στίβο/ζούμπα/τζούντο, κάνω φύλλα, κάνω νερά, κάνω ρισέτ/φορμάτ κτλ.

Στη θεωρητική γλωσσολογία λέμε λοιπόν ότι το ρήμα «κάνω» έχει υποστεί αποχρωματισμό όταν χρησιμοποιείται για να δομήσει ρηματικές φράσεις και δεν χρησιμοποιείται με τη σημασία του «φτιάχνω, κατασκευάζω». Στις παραπάνω περιφράσεις («κάνω στίβο» κτλ.) το ρήμα «κάνω» έχει απωλέσει κάθε ίχνος δικής του σημασίας και η συνεισφορά του περιορίζεται στο να δομεί ρηματικές φράσεις. Σε αυτή του τη χρήση το «κάνω» ονομάζεται ελαφρύ ρήμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως ελαφρύ ρήμα το «κάνω» δομεί ρηματικές φράσεις στις οποίες κάλλιστα μπορεί να μην υπάρχει καν εξωτερικός δράστης: όταν κάνω υπομονή, αίσθηση ή ηλιοθεραπεία στην πραγματικότητα δεν κάνω κάτι!

Η ύπαρξη ελαφρών ρημάτων  δεν αποτελεί βεβαίως ιδιομορφία της ελληνικής. Στην τυπολογική έρευνα, η οποία μελετάει και συγκρίνει τα χαρακτηριστικά πλήθους γλωσσών, γνωρίζουμε καλά ότι οι περισσότερες γλώσσες διαθέτουν κάποιου είδους ελαφρύ ρήμα όπως το ελληνικό αποχρωματισμένο «κάνω».

Σε γλώσσες μάλιστα όπως τα φαρσί η μεγάλη πλειονότητα των ρημάτων δεν είναι μονολεκτικά, όπως το «τηλεφωνώ», αλλά περιφραστικά, όπως το «κάνω τηλέφωνο». Δηλαδή τα περισσότερα βιντεάκια στα φαρσί συναρθρώνονται από ρηματικές φράσεις που περιλαμβάνουν κάποιο ελαφρύ ρήμα. Για παράδειγμα, στα φαρσί «κάνω απώλεια» σημαίνει «χάνω», «χτυπάω λέξη» σημαίνει «μιλάω», «τραβάω απόσταση» σημαίνει «νοσταλγώ» κ.ο.κ. Οι αγγλομαθείς πάλι θα θυμηθούν τις πολλές χρήσεις του do ή του get με το ίδιο αποτέλεσμα: do the shopping, get up, get over with, get in, get off, κτλ.

Η επόμενη ερώτηση είναι πρώτον κατά πόσον υπάρχουν άλλα ελαφρά ρήματα στα ελληνικά και δεύτερον πώς φτάνουμε από μια κανονική σημασία του ρήματος (όπως στο «κάνω κεφτέδες») στην αποχρωματισμένη λειτουργία (όπως στο «κάνω μπάνιο»).

Δεν παίζουν μόνον οι παίκτες (ή τα παιδιά)

Τα Ημισκούμπρια, γνωστά για τα γλωσσικά τους ευρήματα, αναρωτιούνται σε ένα τραγούδι τους «δεν βλέπεις ότι πράττω τη στάση του λωτού;». Όμως ένα τέτοιο παράδειγμα ελαφρού ρήματος δεν πιάνεται, επειδή δεν είναι γενικευμένη η χρήση τού «πράττω» ως «κάνω». Ένα καλύτερο παράδειγμα είναι το «τρέχω», αφού υπάρχει η χρήση του ως «συμβαίνω»: δεν τρέχει τίποτα, κάτι τρέχει, τι τρέχει; κτλ. Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι με αυτή τη χρήση το «τρέχει» απαντά πάντοτε στο 3ο ενικό πρόσωπο και πάντοτε με αόριστο υποκείμενο: μάλλον δεν μπορεί να πει κανείς «*τρέχει ανασχηματισμός», εννοώντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη ανασχηματισμός. Το απρόσωπο ρήμα τρέχει είναι λοιπόν ενδιαφέρον και αξίζει να μελετηθεί αλλά διαφέρει από το «κάνω», μια και δεν είναι τόσο γενικευμένη η χρήση του ούτε είναι τόσο ευέλικτο όσο το «κάνω».

Στο μεταξύ όμως παίζουν διάφορα

Είμαστε πάντως τυχεροί γιατί στη δική μας γενιά γινόμαστε μάρτυρες της γένεσης ενός καινούργιου ελαφρού ρήματος, του «παίζω». Και στην περίπτωση του «παίζω» υπάρχει βεβαίως η πλήρης περιεχομένου εκδοχή του ρήματος, που είναι μάλιστα πολύσημη αφού σημαίνει τουλάχιστον «συμμετέχω σε κάποιο παιχνίδι» (π.χ. , «παίζουμε μπάλα», «παίζουμε πρέφα»), «υποδύομαι έναν ρόλο» (π.χ. «παίζει τον Άγιο Νεκτάριο»), «συμμετέχω σε κάποιο έργο δραματουργίας» (π.χ. «παίζουν στη νέα παράσταση του Εθνικού Θεάτρου»), «δημιουργώ μουσική με κάποιο μουσικό όργανο» (π.χ. «παίζετε πιάνο»), «εκτελώ ένα μουσικό κομμάτι» (π.χ. «παίζεις την Απασιονάτα και τη Φραγκοσυριανή»), και ούτω καθεξής.

Όμως όπως το «κάνω», το «παίζω» υπάρχει και σε αποχρωματισμένη εκδοχή, με ελάχιστο περιεχόμενο, και επίσης μπορεί να δομεί ρηματικές φράσεις όπως «παίζει ανασχηματισμός», «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο», «έπαιξε άσχημη φάση». Σε αυτή τη χρήση το «παίζω» είναι πάντοτε αμετάβατο, πάντοτε τριτοπρόσωπο και σημαίνει είτε «υπάρχω», όπως στα «παίζουν παγωτίνια», «παίζει πρόβλημα στα ηλεκτρολογικά», είτε κάτι σαν «ενδέχεται», όπως στα «παίζει ανασχηματισμός» και «παίζουνε διακοπές φέτος;».

Μεταβατικό είναι ένα ρήμα που παίρνει άμεσο αντικείμενο, στα ελληνικά συνήθως μια ονοματική φράση σε αιτιατική, π.χ. «παίζω τη Φραγκοσυριανή». Αμετάβατο είναι ένα ρήμα που δεν παίρνει αντικείμενο, π.χ. «πέφτω».

Αν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε το ελαφρύ «παίζω» θα λέγαμε ότι είναι υπαρκτικό, αφού το «παίζουν παγωτίνια» θα μπορούσε να παραφραστεί ως «έχει παγωτίνια» ή «υπάρχουν παγωτίνια». Το «έπαιξε άσχημη φάση» ίσως θα μπορούσε άτσαλα να παραφραστεί ως «έγινε άσχημη φάση», ενώ δυσκολεύομαι να βρω ικανοποιητική σύντομη παράφραση για το «παίζει ανασχηματισμός», το οποίο παρουσιάζει ένα ενδεχόμενο.

Η εικόνα που παρουσιάζει το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είναι ότι λειτουργεί γενικευμένα ως υπαρκτικό: το ελαφρύ ρήμα «παίζω» είτε δηλώνει ύπαρξη σε αυτόν τον κόσμο, όπως τα «έχει» και «υπάρχω» (π.χ. «παίζουν παγωτίνια στο ψυγείο»), είτε δηλώνει ύπαρξη σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν κόσμο που μπορούμε να φανταστούμε, λειτουργώντας όπως περίπου το «ενδέχεται» (π.χ. το «παίζει ανασχηματισμός» μας λέει ότι σε τουλάχιστον έναν δυνατό κόσμο, έναν ενδεχόμενο κόσμο, γίνεται ανασχηματισμός).

Παραμένει πολύ ενδιαφέρον γεγονός ότι αυτή η χρήση του «παίζω» ως ελαφρού ρήματος, ως αποχρωματισμένου «παίζει/παίζουν», αναδύθηκε και εδραιώθηκε μέσα σε μία μόλις γενιά, αφού κατά την παιδική μου ηλικία τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 ήταν εντελώς άγνωστη. Θα επανέρθουμε σε αυτό πιο κάτω.

Ένα άλλο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό των ελαφρών ρημάτων που συζητάμε εδώ είναι ότι το ρήμα κάνω ως «φτιάχνω» και η ελαφρά εκδοχή του που σχηματίζει ρηματικές  φράσεις όπως «κάνω μπάνιο» συνυπάρχουν: εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με γλωσσική μεταβολή κατά την οποία η ελαφρά εκδοχή αντικαθιστά την πλούσια εκδοχή: τα δύο «κάνω» συνυπάρχουν εδώ και πολλές γενιές. Έτσι συμβαίνει και με το «παίζω»: οι πολλές σημασίες του ως πλήρους ρήματος συνυπάρχουν με την εντελώς αποχρωματισμένη εκδοχή του ως ελαφρού ρήματος που δηλώνει απλώς ύπαρξη ή ενδεχόμενο.

Τι μας μαθαίνουν τα ελαφρά ρήματα;

Ας εξετάσουμε τώρα με ποιους λοιπόν τρόπους η δημιουργία του ελαφρού «παίζει/παίζουν» φωτίζει το πώς λειτουργεί η γλώσσα. Θα απαριθμήσω τους εξής τρεις τρόπους, οι οποίοι μάλλον είναι και οι πιο ενδιαφέροντες.

Πρώτον μας δείχνει ότι υπάρχουν ρήματα που δεν είναι καν βιντεάκια. Τα ελαφρά ρήματα είναι εντελώς στοιχειώδη ρήματα, από τα οποία ελλείπει κάθε είδους γεγονοτική δομή. Πράγματι, τα ελαφρά ρήματα όπως το «κάνω» και το «παίζει/παίζουν» έχουν στοιχειώδες περιεχόμενο και δεν καταδηλώνουν έννοιες: το μεν «κάνω» απλώς φτιάχνει ρηματικές φράσεις (θυμηθείτε π.χ. ότι το «κάνω αίσθηση» δεν δηλώνει καν ενέργεια), το δε «παίζει/παίζουν» είναι απλώς υπαρκτικό στοιχείο (είτε σε αυτόν τον κόσμο είτε σε κάποιον δυνατό κόσμο, ως ενδεχόμενο).

Επίσης τα ελαφρά ρήματα δεν καταδηλώνουν κάποια σύνθετη έννοια, χωρίς όμως να είναι και βοηθητικά ρήματα, όπως το «έχω» με το οποίο σχηματίζουμε παρακειμένους τύπου «έχω κλάψει». Είναι χαρακτηριστικό ότι τα βοηθητικά ρήματα όπως το «έχω» συναρμόζονται με ρηματικούς τύπους (π.χ. «κλάψει») για να σχηματίσουν τον παρακείμενο οποιουδήποτε ρήματος. Απεναντίας, τα ελαφρά ρήματα «κάνω» και «παίζει/παίζουν» συνδυάζονται  με οτιδήποτε άλλο εκτός από ρήμα, για να δημιουργήσουν ρηματικές φράσεις, π.χ. «κάνω μπάνιο» αλλά ποτέ «*κάνω κλάψει».

Δεύτερον, η περίπτωση των ελαφρών ρημάτων αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα του πώς η γλωσσική αλλαγή, η ανάδυση του ελαφρού «παίζει/παίζουν» στην περίπτωσή μας, μπορεί να επισυμβεί μέσα σε μία μόλις γενιά και όχι απαραιτήτως σταδιακά και λίγο λίγο. Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το ρήμα «παίζω» δεν φαίνεται να έχασε σιγά σιγά το περιεχόμενό του για να καταλήξει ένα αποχρωματισμένο υπαρκτικό στοιχείο, παρά η ανάδυση της ελαφράς εκδοχής του αποτελεί περίπτωση γλωσσικής αλλαγής που επισυνέβη απότομα.

Τρίτον, είναι χαρακτηριστικό ότι ο αποχρωματισμός ενός ρήματος, η απώλεια δηλαδή της έννοιας που καταδηλώνει, δεν συνεπάγεται αυτομάτως τη μετατροπή του σε ελαφρύ ρήμα. Πιο απλά, ένα ρήμα που θα «χάσει τη σημασία του» δεν θα μετατραπεί απαραίτητα σε ελαφρύ ρήμα, άρα δεν θα αλλάξει οπωσδήποτε και η γραμματική του συμπεριφορά.

Ενώ λοιπόν το πλήρες ρήμα «παίζω» είναι μεταβατικό, παίρνει άμεσο αντικείμενο, το ελαφρύ υπαρκτικό «παίζει/παίζουν» είναι αποκλειστικώς αμετάβατο. Όπως είδαμε, αυτό οφείλεται στο ότι το «παίζει/παίζουν» είναι ελαφρύ ρήμα. Απεναντίας, το αποχρωματισμένο ρήμα «χτυπάω» σε χρήσεις όπως «χτυπήσαμε κάτι σουβλάκια από τον Αχιλλέα», ή τα αποχρωματισμένα «αποτελώ» και «συνιστώ» που λειτουργούν ως συνώνυμα του συνδετικού «είμαι» (π.χ. «Ο τουρισμός αποτελεί/συνιστά την κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας» αντί για «Ο τουρισμός είναι η κύρια πηγή πλούτου της Μάλτας») παραμένουν κανονικά, πλήρη ρήματα.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *