cebbcebfceb6ceb5cf84cf83ceb9cebdceadcf82 cebbceadcebeceb5ceb9cf82 cebcceb9ceb1 cf83cf85cebdceb5cf81ceb3ceb1cf83ceafceb1 cf84cebfcf85

Λοζετσινές είναι οι λέξεις από το Λοζέτσι και το Λοζέτσι ήταν η παλιά ονομασία του χωριού Ελληνικό, του νομού Ιωαννίνων (ανήκει στον καλλικρατικό δήμο Βορείων Τζουμέρκων). Το χωριό έχει, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, 443 κατοίκους και ανήκει στα Κατσανοχώρια. Η ονομασία Λοζέτσι είναι σλάβικο δάνειο (λόζα, αμπέλι ή κληματσίδα).

20190430 131226Το χωριό αξίζει να το επισκεφτεί κανείς επειδή στεγάζει το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεόδωρος Παπαγιάννης, με πάρα πολλά έργα του γλύπτη και καθηγητή της ΑΣΚΤ Θ. Παπαγιάννη που είναι Λοζετσινός -ενώ πολλά έργα του βρίσκονται διάσπαρτα σε διάφορα σημεία του χωριού. Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται και το μοναστήρι της Παναγίας, αξιόλογο βυζαντινό μνημείο με θέα στον Άραχθο.

Είχα πάει πρόπερσι το Πάσχα -η φωτογραφία είναι από τον κήπο του Μουσείου.

Ο φίλος μας ο Λοζετσινός μού έστειλε τις προάλλες μια συνεργασία με 32 λέξεις, που εντάσσεται στη σειρά άρθρων με λέξεις από διάφορες περιοχές της χώρας, που τέτοιες έχουμε δημοσιεύσει αρκετές στο ιστολόγιο. Με την ευκαιρία, ανανεώνω την πρόσκληση προς όποιον φίλο θέλει και μπορεί, να μας γράψει ένα άρθρο με λέξεις της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Λίγα δικά μου σχόλια, [μέσα σε αγκύλες]

32 λοζετσινές λέξεις

  1. αποχάκ(ι) –Έρχομαι σε κάποιον αποχάκι, το λέμε όταν κάποιος μού έκανε κακό αλλά τώρα που αυτός έπαθε μεγαλύτερο κακό κι εγώ χαίρομαι, η χαιρεκακία. [Αναρωτιέμαι αν έχει να κάνει με το τουρκικό και ηπειρώτικο χάκι, παίρνω χάκι = εκδικούμαι]
  2. γρουμπανιά η: ρίχνω γρουμπανιά, σφίγγω το χέρι μου σαν γροθιά αλλά τον αντίχειρα τον βάζω πάνω από τον δείκτη ίσια και χτυπώ με το μέρος της παλάμης και των 4 σφιγμένων δακτύλων γιατί δεν θέλω να κάνω ζημιά σ΄αυτόν που χτυπώ στην πλάτη ή στη μέση.
  3. ζγκαϊδός –ή -ό . Ο αλλήθωρος [Σε άλλα μέρη είναι «γκαϊδός», λέξη για την οποία έχουμε άρθρο]
  4. ζντόκος ο. Αφροξυλιά, λιλιτσιά. Η φλούδα του ζντόκου βρασμένη με λάδι θεραπεύει τα εγκαύματα.
  5. ζντρόχ(ι) το. Μας έβαλαν στο ζντρόχ, μέρος απ΄το οποίο δεν μπορείς να ξεφύγεις.
  6. κανταρέλα η: τον ψήφσαν μονοκούκ και κανταρέλα. Τον ψήφισαν μονοσταυρία ο ένας πίσω από τον άλλον. Δέσε τα μπλάρια κανταρέλα με την τριχιά [τα μουλάρια, το ένα πίσω από το άλλο]. Πριν λίγα χρόνια άκουσα στα Γιάννινα γνωστό να λέει πως κέρδισε στο ΚΙΝΟ γιατί βγήκαν κανταρέλα τα νούμερα που έπαιξε!
  7. καταφλετσί το. Η κορυφή: κόλλσε στο καταφλετσί να μαζέψ όλα τα κεράσια. Πάντα λέγαμε κολλάω στο δέντρο, όχι ανεβαίνω.

8. κατσκάρ(ι) το. Μικρή πέτρα: μ’ πέταξε ένα κατσκάρ.

9. κουσιέλ(ι) το. Μικρό χωράφι, λίγες γουμαρογκυλσιές τόπος. [Η γομαροκυλισιά, ως μέτρο επιφάνειας]

10. κωλοκότες. Πέτρες από το ποτάμι στρογγυλεμένες, περίπου στο μέγεθος μεγάλου αυγού κότας η κατατομή τους. αλλά λεπτές για να αναπηδάν -γκελάρουν- όταν τις ρίχναμε στο ποτάμι.

11. λιτσοπούλα η. Μικρό μεταναστευτικό μάλλον πουλί γκρι χρώματος που έρχονταν το καλοκαίρι να φάει τους καρπούς της λιλιτσιάς. Με τους καρπούς αυτούς στο Ζαγόρι μού είπαν πως έκαναν γλυκό του κουταλιού.

12. μπιρμπλιά, τα. Ζαχαρωμένα μαλακά στραγάλια, γλύκισμα για παιδιά.

13. μπουλόκοβα, τα. Τα μεγάλα και σαρκώδη κεράσια από την μπουλοκοβιά, ποικιλία κερασιάς

14. μπούρμπος ο. Ο πρόλοβος από τις κότες ή τους πέτους και γενικά απ΄όλα τα πτηνά. Οι μπούρμποι είχαν μέσα τους άμμο και πετραδάκια. Μετά από καλό πλύσιμο γίνονταν  καλό μεζεδάκι στο τζάκι.

15. ντζιουμπόχελα. Μικρά χέλια, ίσως να ήταν και ειδική κατηγορία χελιών. Ο παππούς τα γύριζε σαν σπείρα και τα σκέπαζε με αναμμένα κάρβουνα και στάχτη. Όταν έσκαγαν μετά από ώρα μάς έδινε ένα μικρό κομμάτι γιατί ήταν πολύ βαρύ για  τα παιδιά.

16. ντζιούτσκα, η. Το καρούμπαλο: βάρεσα κι έχω ντζιούτσκα στο κεφάλι.

17. ξιούσια, τα. Η μεγάλη άπλα, μεγάλος ελεύθερος χώρος γύρω από το σπίτι.

18. όρκος: πού έγινες όρκος; πού λερώθηκες τόσο πολύ;

19. παπάδες. Τα μικρά σκουλήκια στα κεράσια. Απορώ για το όνομα, γιατί είναι άσπρα.

20. προσοϊτίζω. Ανατρέχοντας στα εξωτερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα ή στις συμπεριφορές προηγούμενων γενεών και προσώπων από ένα σόι (σωματότυπος, μύτες, μάτια, μαλλιά κλπ ) συμπεραίνω πως κι αυτός που έχω μπροστά μου αλλά δεν τον γνωρίζω ανήκει σ΄αυτό το σόι.

21. προύσκαλο, το. Άγουρο σύκο που όταν το κόψεις βγάζει εκείνο το άσπρο υγρό σαν το γάλα. Τα χείλη μας και το στόμα μπρούτζιαζαν, καίγονταν όταν τρώγαμε προύσκαλα σύκα.

Θυμάμαι αμυδρά κι ένα τραγούδι: «Ο Υφαντής επλούτινε κι αγόρασε γουμάρι… και στην ουρά του γουμαριού μια σ(υ)κιά ήταν φυτρωμένη…και μπαινοβγαίνει ο Υφαντής και χάφτει απόνα σύκο…το σύκο ήταν προύσκαλο και τ΄πρήστηκαν  τ΄α….ια..»

22. σιορβίτσ(ι) το, ξύλο. Θ’ αρπάξω κανά σιορβίτς να σ΄δείξω ιγώ.

Πολλοί χωριανοί τα δύσκολα χρόνια της φτώχειας πήγαιναν πεζή  στα Γιάννινα,  με άλογα, μουλάρια ή γουμάρια φορτωμένα με παζαρόξυλα (πουρναρίσια συνήθως)  για να τα πουλήσουν. Τα λεπτότερα ξύλα διαμέτρου τριών-τεσσάρων εκατοστών δεν συνέφερε να τα πάρουν και τα έκαιγαν οι ίδιοι για τις ανάγκες του σπιτιού. Αυτά ήταν τα σιορβίτσια, ξύλα γερά, ούτε πολύ μεγάλα ούτε πολύ χοντρά, με τα οποία μπορούσες να δείρεις κάποιον χωρίς τον κίνδυνο να σπάσουν.

23. σκορτίτσα η, να ρίξουμε σκορτίτσα. H διαδικασία για να ρίξουμε κλήρο, κόβουμε πχ τρία ισομεγέθη κλαράκια ή χορταράκια κι ένα πιο μικρό. Όποιος βρεί το μικρό είναι ο χαμένος.

24. σούμπρο (το) Η ψίχα του καρυδιού. Σούμπρο γκουστενίκας κοκόσιας – Ψίχα καρύδας που βγαίνει πολύ δύσκολα από το τσόφλι. Στο χωριό υπήρχαν πολλές στο λάκκο του Γκουστενίκα ή Γαϊδάρου

25. σπόκα η. Το φυσοκάλαμο. Για βόλια βάζαμε λιλίτσια, στραγάλια ή κουκούτσια από μελίκοκκα.

26. στούφος. Η καφεμαύρη πέτρα που τρίβεται εύκολα. Τα πρώτα έργα του χωριανού γλύπτη Θόδωρου Παπαγιάννη ήταν στούφια σμιλεμένα με τον σουγιά.

27.ταγκούτς. Στο ένα πόδι: Τον έβαλε ο δάσκαλος τιμωρία ταγκούτς.

28. ταπίπκα. Ανάσκελα: Έπεσε ταπίπκα κάτω.

29. τζαμαρίζω. Παίζω κλαρίνο.

Σαν παροιμία η έκφραση: πρέπει να τζαρίσει για να τζαμαρίσει. Πρέπει να πληρώσει ο χορευτής για να παίξει κλαρίνο ο κλαριτζής, εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν.

30. τσαμπουγάνια, τα. Λεπτά άγρια χόρτα, ορθά με λεπτά φυλλαράκια, που τρώγονταν κι από ανθρώπους.

31. τσιόπνα η. Παγίδα για τα πουλιά. Αποτελούνταν από δύο πέτρες,  το γρουθάρι και την πλάκα και από 4 ξύλα : τον κόπανο, το αχπανάρ(ι)  και τα 2 απκατάρια  Όταν το πουλί πήγαινε να φάει το ψωμί ή το σιτάρι χαλούσε η ισορροπία και η πλάκα έπεφτε και το παγίδευε.

Πιο παλιά φτιάχναν και περδικότσιοπνες με μία πέτρα μόνο κι ένα ξύλο με κλίτσιο και σκοινί.

32. φιδορούτ(ι) το. Το φιδοπουκάμισο που το βρίσκαμε γυρισμένο ανάποδα.

Λοιπόν; Σας είναι οικείες κάποιες από αυτές τις λέξεις; Στοιχηματίζω πως οι περισσότερες θα είναι άγνωστες στους περισσότερους. Εγώ ήξερα μερικές από τον Κοτζιούλα, αλλά λίγες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *