cebacf89cebdcf83cf84ceb1cebdcf84ceafcebdcebfcf85 cebaceb1ceb9 ceb5cebbceadcebdceb7cf82 cebaceb1ceb9 cf80ceaccebbceb9

Ο τίτλος του σημερινού άρθρου είναι, εσκεμμένα, αμφίσημος. Συνήθως, όταν δημοσιεύω ένα άρθρο συνοδεύοντάς το με τις λέξεις «και πάλι», πρόκειται για επανάληψη παλιότερου άρθρου. Και επειδή σήμερα είναι 21 Μαΐου, Κωνσταντίνου και Ελένης, θα μπορούσα πράγματι να επαναλάβω ένα παλιότερο άρθρο για τα δυο αυτά ονόματα, που το έχω ήδη δημοσιεύσει αρκετές φορές εδώ, τελευταία φορά το 2018.

Όχι όμως. Στο σημερινό άρθρο δεν θα αναφερθώ στα ονοματολογικά όσων γιορτάζουν σήμερα. Θα ευχηθώ χρόνια πολλά στις Ελένες του ιστολογίου (και στην αδελφή μου), στον ΚΩΣΤΑ, τον Κώστα Κ. και τον άλλο Κώστα, τον Κωνσταντίνο και όλους τους άλλους Κωστάδες του ιστολογίου, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου θα το αφιερώσω αλλού.

Στο ονοματολογικό άρθρο του 2018 έγραφα, προς το τέλος του άρθρου: Κωνσταντίνου και Ελένης, βέβαια, είναι και ο τίτλος ενός από τα πιο πολυπαιγμένα ελληνικά σίριαλ, του Χάρη Ρώμα και της Άννας Χατζησοφιά, που προβλήθηκε από το 1998 ως το 2000 και επαναλαμβάνεται στη συνέχεια σχεδόν κάθε χρόνο, πάντοτε με μεγάλη θεαματικότητα· παρόλο που υποθέτω ότι δεν είναι κομιλφώ, ομολογώ ότι μου άρεσε πολύ και έχω δει (μάλλον) όλα τα επεισόδια, ενώ τα παιδιά μου, παλιότερα τουλάχιστον, έβλεπαν φανατικά κάθε επανάληψη.

Σκέφτηκα λοιπόν σήμερα να μιλήσω για το σίριαλ «Κωνσταντίνου και Ελένης». Γιατί τότε γράφω στον τίτλο «και πάλι»; -θα ρωτήσετε. Μα ακριβώς επειδή το σίριαλ αυτό επαναλαμβάνεται συνεχώς -και εξακολουθεί να έχει μεγάλη θεαματικότητα παρά το γεγονός ότι οι περισσότεροι που το βλέπουν το έχουν ήδη δει.

konstantinou

Όπως ανέφερα, πρόκειται για μια κωμική σειρά σε σκηνοθεσία Κώστα Λυχναρά και σενάριο Χάρη Ρώμα και Άννας Χατζησοφιά, ενός διδύμου που έχει υπογράψει πολλές ακόμα επιτυχημένες κωμικές σειρές. Η υπόθεση της σειράς βασίζεται σε ένα ευφυές εύρημα, που βέβαια μάλλον θα το ξέρετε αλλά το αναφέρω για λόγους πληρότητας. Ο Κωνσταντίνος Κατακουζηνός (Χάρης Ρώμας) και η Ελένη Βλαχάκη (Ελένη Ράντου) διεκδικούν ένα νεοκλασικό σπίτι στο Μαρούσι. Το σπίτι ανήκε στον θείο του Κωνσταντίνου. Όταν ο θείος πέθανε, εμφανίστηκαν δύο διαθήκες: η μία κληροδοτούσε το σπίτι στον Κωνσταντίνο, η άλλη στην Ελένη, την κόρη του κηπουρού. Καθώς δεν έχουν χρονολογική ενδειξη, δεν υπάρχει τρόπος να διαπιστωθεί ποια από τις δύο διαθήκες είναι η νεότερη, άρα η έγκυρη. Σε αναμονή της δίκης, και οι δυο μετακομίζουν στο σπίτι και συγκατοικούν αναγκαστικά, μοιράζοντας προσωρινά τους χώρους.

Ο Κωνσταντίνος είναι επίκουρος καθηγητής της Βυζαντινολογίας (σικ) στο πανεπιστήμιο, έχει οικονομική άνεση και καλλιέργεια, πολύ συντηρητικές ιδέες και είναι μικροβιοφοβικός, ακοινώνητος, γενικά πολύ κλειστός χαρακτήρας. Αφιερώνει τις ελεύθερες ώρες του στο να συγγράφει το έργο ζωής του, «Το αποχετευτικό σύστημα στο Βυζάντιο». Η Ελένη δουλεύει σε μπαρ στα Εξάρχεια, χρωστάει μονίμως λεφτά, είναι ανοιχτός χαρακτήρας αλλά δεν χαρακτηρίζεται από εργατικότητα ή συνέπεια. Προφανώς η αντίθεση των δυο χαρακτήρων, αλλά και της ταξικής τους θέσης, προσθέτει αλάτι στην προϋπάρχουσα περιουσιακή αντιδικία. O Kωνσταντίνος περιφρονεί την παρείσακτη και την αποκαλεί γκαρσόνα και βλαχάρα, ενώ η Ελένη κοροϊδεύει τον «βυζαντινοτέτοιο» και τον φωνάζει «μωρή Κατακουζήνα».

Γύρω από τους δυο χαρακτήρες περιστρέφονται άλλοι τέσσερις που εμφανίζονται σχεδόν σε κάθε επεισόδιο: ο Μάνθος Φουστάνος είναι παιδικός φίλος του Κωνσταντίνου, γόνος βιομηχάνου και μεγάλος καρδιοκατακτητής. Η Πέγκυ και ο Νικόλας είναι συνάδελφοι της Ελένης στο μπαρ. Η Πέγκυ φιλοδοξεί να γίνει μεγάλη ηθοποιός και κατά διαστήματα απαγγέλλει μονολόγους από αρχαίες τραγωδίες («Ω τάφε μου κρεβάτι νυφικό…» από την Αντιγόνη και «Σκύλες της λύσσας» από τις Βάκχες). Τα έχει με τον Μάνθο, ο οποίος τα έχει και με διάφορες άλλες. Η Μαρίνα Μανταρινάκη, που κλείνει την εξάδα, είναι παλιά φίλη της Ελένης. Εργάζεται σε κάποια δημόσια υπηρεσία και έτσι έχει οικονομική άνεση (το έργο είναι του 1998) αλλά έχει πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση, στα ερωτικά και σε όλα τα άλλα.

Πέρα από την πρωταγωνιστική εξάδα, σε κάθε επεισόδιο εμφανίζονται και άλλοι ήρωες, πολλοί από τους οποίους επανέρχονται περιστασιακά και σε επόμενα. Πολλά επεισόδια έχουν αντικείμενο τη διεκδίκηση του σπιτιού, ενώ σε άλλα σχολιάζεται άμεσα ή έμμεσα η επικαιρότητα -π.χ. οι εκλογές ή το… τέλος του κόσμου που θα ερχόταν εξαιτίας του προβλήματος του 2000. Βλέπετε, η σειρά πρωτοπροβλήθηκε για δύο σεζόν, στον Αντένα, από τον Οκτώβριο 1998 ως το καλοκαίρι του 2000. Τα επεισόδια διαρκούσαν 40 λεπτά το καθένα. Συνολικά προβλήθηκαν 68 επεισόδια. Οι τίτλοι των επεισοδίων πολύ συχνά κλείνουν το μάτι σε γνωστά θεατρικά ή κινηματογραφικά έργα (π.χ. Το μωρό της Ρόζμαρι, Βιολιστής στην ίδια στέγη, κτλ. Περισσότερα εδώ).

Όπως είπα και πριν, αμέσως μετά το τέλος της, η σειρά άρχισε να παίζεται σε επαναλήψεις. Έτσι, πρέπει να έχω δει τα περισσότερα επεισόδια, ή ίσως όλα, παρόλο που δεν βρισκόμουν στην Ελλάδα τότε που πρωτοπροβλήθηκε, ούτε υπήρχε τότε τρόπος διαδικτυακής παρακολούθησης. Και επειδή οι επαναλήψεις ήταν αμέτρητες, όχι μόνο εγώ αλλά και τα παιδιά μου έχουν δει τα επεισόδια της σειράς, ίσως πολλές φορές το καθένα. Επειδή τα επεισόδια είναι αυτοτελή και ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, μπορεί κανείς να δει οποιοδήποτε επεισόδιο τύχει, χωρίς να ξέρει τα προηγούμενα -κάτι που δεν συμβαίνει με άλλες πολύ καλές κωμικές σειρές όπως Το καφέ της χαράς (των ίδιων συντελεστών, Χάρη Ρώμα και Ελένης Χατζησοφιά) ή το Παρά πέντε.

Όταν αποφάσισα να γράψω το άρθρο, έκανα 2-3 ερωτήσεις στην Άννα Χατζησοφιά, που είμαστε φίλοι στο Φέισμπουκ και με την άδειά της μεταφέρω εδώ τις απαντήσεις:

* Ισχύει ότι είναι το πιο πολυπαιγμένο ελληνικό σίριαλ σε επαναλήψεις;
* Πού αποδίδεις εσύ τη μεγάλη αποδοχή του και την επιτυχία του ακόμα και σε νεότερες γενιές;
* Θεωρείς μήπως ότι άδικα επισκίασε άλλες δουλειές σου/σας;

Οι απαντήσεις:

* Νομίζω ναι είναι το σήριαλ με τις περισσότερες και συνεχόμενες επαναλήψεις. Είχε γίνει πρόπερσι νομίζω μία απόπειρα από το κανάλι να παίξει κάτι άλλο εκείνη την ώρα, το «κάτι άλλο» βούλιαξε και επανήλθε πάλι το Κωνσταντίνου και Ελένης που, αν και στη νιοστή του προβολή, χτυπάει 20άρια.

* Νομίζω ότι η επιτυχία του συνίσταται στο ότι αποτελεί γνήσιο sitcom, που συμπλέκει χαρακτήρες με αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά έστω και τραβηγμένα, σε φαρσικές καταστάσεις. Επίσης οι χαρακτήρες κουμπώνουν σε αρχέτυπα της κωμωδίας, ο Κατακουζηνός έχει στοιχεία Μολιερικά, η Ελένη έχει αναφορές από ηρωίδες του Γκολντόνι αλλά και τη Λούσιλ Μπωλ, ο Μάνθος θυμίζει τύπους από Ελληνικές ταινίες κοκ. Να σημειώσω εδώ ότι η όποιες αναφορές ήταν εντελώς ασυνείδητες, εκ των υστέρων αναγνωρίζουμε τα χαρακτηριστικά που προανέφερα.

* Δεν νομίζω ότι επισκίασε τις άλλες δουλειές μας, το Καφέ της Χαράς επί παραδείγματι έκανε πολύ μεγαλύτερες τηλεθεάσεις, γιατί έχει εξ ίσου αρχετυπικούς ήρωες, αλλά με το Κωνσταντίνου και Ελένης γελάς αβίαστα. Επιπλέον, για κάποιο λόγο, διατηρεί μία διαχρονικότητα.

Για κάποιο λόγο… Πράγματι, δεν είναι εύκολο να βρεις για ποιο λόγο ένα έργο αποδεικνυεται ανθεκτικό στον χρόνο και κάποιο άλλο όχι. Το εύρημα της αναγκαστικής συγκατοίκησης των δυο αντίθετων χαρακτήρων είναι ευφυές αλλά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Μάλιστα, το βρίσκουμε εν μέρει σε προηγούμενες δουλειές της Άννας Χατζησοφιά, είτε μόνης της (το σίριαλ Εξ αδιαιρέτου, στο οποίο υπήρχε τυχαία συγκατοίκηση αλλά όχι συγκρουσιακό πνεύμα) ή με τον Χάρη Ρώμα (Οι μεν και οι δεν, με αντίθεση χαρακτήρων ανάμεσα σε γείτονες). Στο Κωνσταντίνου και Ελένης υπήρχαν τα στοιχεία για να δέσει το μίγμα καλύτερα.

Όπως και στο νεότερο Καφέ της χαράς, με τον Φατσέα, έτσι κι εδώ οι σεναριογράφοι εκμεταλλεύονται ιδιαίτερα το στοιχείο της γλώσσας. Ο Κωνσταντίνος μιλάει καθαρεύουσα, χρησιμοποιώντας εκφράσεις όπως «τα μάλα» και συχνά ερμηνεύει κατά λέξη τις αργκοτικές εκφράσεις που χρησιμοποιεί η Ελένη κυρίως αλλά και όλοι οι άλλοι, με κωμικό αποτέλεσμα (φυσικά λέει και «της επί χρήμασι εκδιδομένης γυναικός το σιδηρούν κιγκλίδωμα, ενώ την Ελένη την αποκαλεί «ημιόνα»). Επίσης, μεταφράζει/εξελληνίζει διάφορους δάνειους όρους -γιαουρτοσκόρδιον το τζατζίκι, κρεατοσφαιρίδια οι κεφτέδες. Το γιαουρτοσκόρδιον, που είναι εύρημα των σεναριογράφων, έπιασε και ευρύτερα -το βλέπω και σε τίτλο εστιατορίου αλλά και σε ορολογική πρόταση στη Βικιπαίδεια!

Φυσικά, έχουν περάσει σχεδόν 25 χρόνια από τότε, και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Τα πολιτικά, ας πούμε, των πρωταγωνιστών δεν θα ήταν τα ίδια σήμερα. Ο Μάνθος είναι ΠΑΣΟΚ, όμως ΠΑΣΟΚ εκσυγχρονιστικό, του Σημίτη. Η Ματίνα, το ταπεινό χαμομηλάκι, ήταν με τον Συνασπισμό του 1998, που ήταν συμπαθητικός για όλους επειδή ανώδυνος. Ο Νικόλας ήταν με το ΔΗΚΚΙ που δεν υπάρχει πια. Όσο για τον Κατακουζηνό, αυτός ίδρυσε δικό του κόμμα, τη Βυζαντινή Αναγέννηση, με το… προφανές ακρώνυμο ΒΥΖ.ΑΝ. -θα θυμάστε ίσως την ΠΟΛ.ΑΝ. του Αντώνη Σαμαρά.

Από την άλλη, τα αρχέτυπα δεν αλλάζουν, κι αυτό εξηγεί τη μακροβιότητα της απήχησης που έχει ή έστω φαίνεται να έχει η σειρά. Και αφού σήμερα είναι Κωνσταντίνου και Ελένης, ας ευχηθούμε χρόνια πολλά και στη σειρά αυτή και στους δημιουργούς της!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *