cebaceb5ceafcebcceb5cebdceb1 cf84cebfcf85 ceb5ceb9cebacebfcf83ceb9ceadcebdceb1 25 cebaceb1ceb9 cf84ceadcebbcebfcf82 ceb6cebfceb6

Καθώς τελειώνει η χρονιά που σημαδεύει τη 200ή επέτειο του ξεσηκωμού του Εικοσιένα, σήμερα ολοκληρώνεται και μια ειδική στήλη του ιστολογίου, που δημοσιευόταν (συνήθως) κάθε δεύτερη Τρίτη, στην οποία παρουσίασα κείμενα της εποχής του 1821, με προτεραιότητα σε κείμενα που δεν είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.

Το σημερινό άρθρο είναι το εικοστό πέμπτο και τελευταίο της σειράς – το προηγούμενο βρίσκεται εδώ.

Το σημερινό κείμενο δεν ανταποκρίνεται ακριβώς στις προδιαγραφές των άλλων της σειράς αυτής, αφού είναι απόσπασμα απο ένα βιβλίο που εκδόθηκε πολύ πρόσφατα για την επανάσταση του 1821, το Η ελληνική επανάσταση του Mark Mazower (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια).

Είναι ένα από τα δύο σημαντικά βιβλία που κυκλοφόρησαν στο τέλος της επετειακής χρονιάς. Το άλλο είναι το Ο ενδοξότερος αγώνας του Αριστείδη Χατζή, που το ξέρω αρκετά καλά διότι είχα ανταλλάξει αρκετά γράμματα και υλικό με τον συγγραφέα του τον καιρό της συγγραφής του (όταν έγραφα και το δικό μου Ζορμπαλίκι των ραγιάδων), αλλά για τεχνικούς λόγους δεν έφτασε έγκαιρα στα χέρια μου. Επιφυλάσσομαι και εκτός επετειακής χρονιάς.

mazcovΤο βιβλίο του Μαζάουερ δεν το έχω ακόμα διαβάσει. Φυλλομέτρησα εδώ κι εκεί μόνο. Διάλεξα όμως ένα απόσπασμα, που θα παρουσιάσω σήμερα, από τις σελ. 228-231, από το κεφάλαιο 10, «Περιπλανώμενοι ιππότες», στο οποίο γίνεται λόγος για τους φιλέλληνες. Το διάλεξα ακριβώς επειδή στα προηγούμενα κείμενα της σειράς αυτής δεν είχα κανένα που να αφορά, ακριβώς, τη συμμετοχή των φιλελλήνων στην επανάσταση.

Στο απόσπασμα που θα διαβάσουμε παρουσιάζεται ο Γάλλος Ζοζέφ Μπαλέστ (Joseph Baleste), πρώην αξιωματικός του Ναπολέοντα, που είχε γεννηθεί στα Χανιά και είχε ελληνίδα μητέρα κι έτσι ήταν σε προνομιακή θέση σε σύγκριση με τους άλλους φιλέλληνες που, οι περισσότεροι, δεν ήξεραν τη γλώσσα όταν έφτασαν στην Ελλάδα.

Όπως θα δείτε, ο Μπαλέστ έφτασε στο σημείο να προτείνει στον Υψηλάντη να δολοφονήσουν μυστικά τον Κολοκοτρώνη, κάτι που δεν έγινε δεκτό. Ο Μαζάουερ σχολιάζει σε σχετική σημείωση: Η ιστορία είναι σχεδόν απίστευτη, αλλά ο συγγραφέας [ο Brengeri] είναι γενικά αξιόπιστος και ισχυρίζεται ότι τα άκουσε αυτά από το στόμα του ίδιου του Μπαλέστ. (Για τεχνικούς λόγους, παραλείπω τις σημειώσεις, που είναι κυρίως παραπομπές στη βιβλιογραφία).

Παραθέτω λοιπόν το απόσπασμα από το βιβλίο του Μαζάουερ και στο τέλος σημειώνω κάτι που με έκανε να καμαρώσω.

Οι Ευρωπαίοι που συναθροίζονταν στην Καλαμάτα, έγιναν μέρος ενός σημαντικού πειράματος. Ο τριανταενάχρονος Ζοζέφ Μπαλέστ ήταν ένας Γάλλος λοχαγός του πεζικού, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Δημήτριος Υψηλάντης στην Τεργέστη. Αντίθετα με τους περισσότερους εθελοντές, ο Μπαλέστ μιλούσε με άνεση τα ελληνικά και ήξερε αρκετά καλά τι τον περίμενε. Είχε μεγαλώσει στα Χανιά -ο πατέρας του ήταν Γάλλος έμπορος και η μητέρα του Ελληνίδα- κι είχε πολεμήσει στο στρατό του Ναπολέοντα. Στην προσπάθειά του να εδραιώσει την ηγεσία της επανάστασης στη νότια Πελοπόννησο υπό την αιγίδα της Φιλικής Εταιρείας, ο Υψηλάντης έχρισε τον Μπαλέστ συνταγ­ματάρχη και τον διέταξε να φτιάξει μια μονάδα τακτικού στρατού με πυρήνα τους εθελοντές στην Καλαμάτα, έτσι ώστε να έχει ο πρίγκιπας τους δικούς του στρατιώτες και να απεξαρτηθεί από τους Έλληνες καπετάνιους. Τα πράγ­ματα ξεκίνησαν καλά. Οι πεντακόσιοι άντρες του συντάγματος του Μπαλέστ φορούσαν τις μαύρες στολές της Εταιρείας, είχαν τουφέκια με ξιφολόγχη κι έφεραν τον φοίνικα για σύμβολό τους. Εκπαιδεύτηκαν σκληρά στις τεχνι­κές του γαλλικού πεζικού και είχαν μια πρώτη επιτυχία όταν, τον Αύγουστο [1821], απώθησαν μια απόπειρα αποβίβασης του τουρκικού στόλου κοντά στην Κα­λαμάτα. Ωστόσο αυτή η νίκη προκάλεσε το φθόνο και την ανησυχία των κα­πετάνιων, που άρχισαν να διαδίδουν φήμες ότι ο Υψηλάντης είχε έρθει για να κάνει δικτατορία με την υποστήριξη μιας ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης. Από τα τείχη της Τριπολιτσάς οι Τούρκοι κορόιδευαν τους Έλληνες: «Τώρα θα σας κάνουν στρατιώτες των Φράγκων, θα ντύνεστε σαν κι αυτούς, και θα ’στε πιο σκλάβοι από ποτέ».

Το πείραμα για τη συγκρότηση τακτικού στρατού -που πάντα ενυπήρχε στα σχέδια της Εταιρείας- έτυχε άριστης καθοδήγησης και τα απομνημονεύ­ματα κάποιων συμμετεχόντων μιλούν εγκωμιαστικά για τον Μπαλέστ και τις ικανότητές του. Δεν είχε όμως επιμελητειακή υποστήριξη κι έπασχε από μια μοιραία αδυναμία: σε αντίθεση με τους αρχηγούς των μοραΐτικων σωμάτων, ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν είχε τα χρήματα και τα εφόδια που χρειάζονταν για να κρατήσει τους άντρες του. Ήδη από τα μέσα Ιουλίου ανακοινώθη­κε στους εθελοντές του ότι θα έπρεπε να φέρουν δικά τους όπλα κι ότι δεν θα μπορούσαν να περιμένουν τακτικό μισθό. Με το τέλος του καλοκαιριού, είχε γίνει φανερό πόσο εύθραυστη ήταν η κατάστασή τους. Όταν ένας νεοφερμένος Ιταλός αξιωματικός έφτασε στην Τριπολιτσά λίγο μετά την άλωση της πόλης και συνάντησε κάποιους Ευρωπαίους αξιωματικούς του Μπαλέστ, ξαφνιάστηκε από τα φθαρμένα ρούχα και την ασθενική τους όψη. Οι βετερά­νοι γέλασαν μαζί του:

«Κι εμείς», είπαν, «ήρθαμε στην Ελλάδα ντυμένοι καλά, αν και είμαστε τώρα σε απόλυτη φτώχεια κι έχουμε τα πιο άθλια ρούχα· περίμενε λίγο και θα ’χεις την ίδια τύχη μ’ εμάς. Τη στιγμή ακριβώς που νομίζαμε πως θα ξαναποκτούσαμε ό,τι είχαμε χάσει, μας έστειλαν μια γύρα στα βουνά του Μόριά· τις περισσότερες μέρες ήμασταν χωρίς φαΐ. Οι στρατιώτες μας εί­ναι όλοι σχεδόν γυμνοί και ξυπόλυτοι- οι μερίδες μας είναι το μισό μιας μικρής μαύρης φρατζόλας· οι άντρες μας πεθαίνουν κάθε μέρα από τις στε­ρήσεις· αυτή είναι η κατάσταση του φράγκικου τάγματος. Όσο είχαμε λεφτά ή πράγματα να πουλήσουμε, καταφερναμε να επιβιώνουμε υποφερτά, αλλά τώρα που εξαρτιόμαστε αναγκαστικά από το σιτηρέσιο και την αμοιβή μας η κατάστασή έχει γίνει φρικτή».

Για τα δεινά τους πολλοί από τους άντρες του Μπαλέστ έριχναν το φταίξιμο στον Κολοκοτρώνη – ο οποίος δεν έκρυβε την αντιπάθειά του για τους τακτι­κούς. Ο Μπαλέστ έφτασε στο σημείο να προτείνει μυστικά να τον σκοτώσουν: «Καμία επανάσταση δεν μπορεί να πετύχει χωρίς να χυθεί αίμα», είπε στον Υψηλάντη:

Ο λαός σας αγαπά· όλοι οι Ευρωπαίοι είναι μαζί σας. Βλέπετε πώς σας φέρεται ο Κολοκοτρώνης από τότε που καταλήφθηκε η Τριπολιτσά, όπου τα λεφτά που πήρε θα αρκούσαν για να ελευθερωθεί η Ελλάδα. Τώρα είναι η ώρα: δώστε μου μόνο την άδεια και, προτού ξημερώσει, ο Κολοκοτρώνης και οι φρουροί του θα είναι παρελθόν. Θα πάρετε στην κατοχή σας τα πλούτη του Κολοκοτρώνη· θα απαλλάξετε τον κόσμο από έναν αχρείο και θα έχετε τη δύναμη να φτιάξτε στρατό και να εξασφαλίσετε την ανεξαρτησία της πατρίδας σας.

Ο Υψηλάντης δίστασε να κάνει ένα τόσο δραστικό βήμα και αρνήθηκε. Αλλ’ ήταν δύσκολο ν’ αντικρούσει κανείς το βασικό επιχείρημα του Μπαλέστ, ότι οι μόνοι άντρες στους οποίους μπορούσε να βασίζεται ο πρίγκιπας ήταν οι τετρακόσιοι πεινασμένοι που διοικούσε ο ίδιος. Έχοντας χάσει το σεβασμό του Κολοκοτρώνη, ο Υψηλάντης άρχισε τώρα να χάνει και το σεβασμό των αντρών του. Το σύνταγμα του Μπαλέστ πήρε μέρος σε άλλες δύο επιχειρήσεις: μια αποτυχημένη απόπειρα εξ εφόδου κατάληψης του Ναυπλίου τον Δεκέμβριο κι έπειτα μια πιο πετυχημένη έφοδο στο κάστρο του Ακροκορίνθου. Κι εκεί όμως οι καπετάνιοι και οι ομάδες τους τούς ανάγκασαν να παραιτηθούν από τα λάφυρα. Αυτή ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Μπαλέστ. Πήρε πολλούς από τους άντρες που του απέμεναν και πήγαν στην Κρήτη, όπου σκοτώθηκε πολεμώντας λίγους μήνες αργότερα. Λέγεται ότι το κομμένο κεφά­λι του κρεμόταν από την άκρη του καταρτιού της οθωμανικής ναυαρχίδας την άνοιξη του 1822, όταν ο Κανάρης, ο μπουρλοτιέρης από τα Ψαρά, την τίναξε στον αέρα έξω από τη Χίο.

Αυτό δεν ήταν πάντως το τέλος του πειράματος στο οποίο οι φιλέλληνες χρησιμοποιήθηκαν ως πυρήνας ενός εθνικού στρατού. Αντίθετα, η δημιουργία της προσωρινής διοίκησης σήμαινε ότι η λογική της σύστασης μιας στρατιω­τικής δύναμης ανεξάρτητης από τους Πελοποννήσιους καπεταναίους ή τους Ρουμελιώτες αρματολούς ήταν επιτακτική όσο ποτέ. Αρκετές εκατοντάδες Ευ­ρωπαίοι εθελοντές παρέμεναν ακόμη στους δρόμους της Κορίνθου, ελπίζοντας να κληθούν σε στρατιωτική αποστολή, ενώ άλλοι βρίσκονταν καθοδόν, κι έτσι την άνοιξη του 1822 η νεοσύστατη ελληνική διοίκηση υπό την προεδρία του Μαυροκορδάτου προσπάθησε να πετύχει εκεί που είχε αποτύχει ο Υψηλάντης. Ανέθεσαν σ’ έναν Ιταλό συνταγματάρχη ονόματι Πιέτρο Ταρέλλα, βετεράνο επίσης της Μεγάλης Στρατιάς, να συγκροτήσει μια μονάδα με πυρήνα τα υπο­λείμματα του αρχικού συντάγματος του Μπαλέστ του 1821, προσθέτοντας μερικούς Έλληνες εθελοντές και κρατώντας τούς περισσότερους Ευρωπαίους μαζί σ’ ένα νέο Τάγμα Φιλελλήνων. Καθώς πολλοί απ’ αυτούς έπρεπε ν’ απο­δεχτούν θέσεις χαμηλότερου βαθμού απ’ αυτόν που θεωρούσαν ότι δικαιού­νταν, κάμποσοι παραιτήθηκαν. Έμειναν όμως γύρω στους 180, αρκετοί για να επανδρώσουν δύο λόχους. Ο Γερμανός στρατηγός φον Νόρμαν-Έρενφελς, που αποβιβάστηκε στη δυτική Πελοπόννησο τον Φεβρουάριο, έγινε επιτελάρχης του τάγματος, ενώ ο Μαυροκορδάτος, θέλοντας να δείξει πως ήταν στρατιωτικός ηγέτης όσο και ο Υψηλάντης, κράτησε τη γενική αρχηγία για τον εαυτό του. Οι άντρες ορκίστηκαν για υπηρεσία έξι μηνών και έλαβαν την υπόσχεση ότι θα εντάσσονταν στον τακτικό ελληνικό στρατό μόλις αυτός ιδρυόταν. Ήταν μια αληθινά διεθνής στρατιωτική δύναμη: ένας Πεδεμόντιος τέθηκε διοικητής ενός λόχου κι ένας Ελβετός του άλλου, οι δε Γάλλοι και Γερμανοί εθελοντές τοποθετήθηκαν χωριστά για ν’ αποφύγουν τους καβγάδες. Μ’ έναν τυμπανιστή μπροστά, αναχώρησαν σε παράταξη από την Κόρινθο, διέσχισαν με πλοίο ένα μέρος του Κορινθιακού κι έπειτα συνέχισαν ώς το Μεσολόγγι. Συνολικά ήταν περίπου 700 άντρες, δύναμη όχι αρκετά μεγάλη για ν’ ασκήσει αποφασιστική επίδραση. Ωστόσο ο Μαυροκορδάτος τους έστειλε βόρεια να σταματήσουν τη σχεδιασμένη οθωμανική προέλαση, στην πρώτη -και τελευταία, όπως αποδείχτηκε- μεγάλη αναμέτρηση ανάμεσα στους φιλέλληνες της Ευρώπης και τον εχθρό τους. Η ήττα τους στο Πέτα εκείνο τον Ιούλιο δεν ήταν μόνο ένα συντριπτικό χτύπημα στον ελληνικό έλεγχο της δυτικής Ρούμελης αλλά και το τέλος των φιλελλήνων ως στρατιωτικής δύναμης.

Πλήγμα για την ελληνική υπόθεση, η μάχη του Πέτα περιέκλειε δύο συγκεκριμένα μηνύματα για τους επιζώντες εθελοντές. Το ένα ήταν η απειλή που συνιστούσαν οι ελληνικές ομάδες δίπλα στις οποίες πολεμούσαν: η προδοσία του αρματολού Γώγου Μπακόλα είχε ως αποτέλεσμα να πεθάνουν οι περισσότεροι φιλέλληνες στο πεδίο της μάχης. Το άλλο μήνυμα ήταν ο πολύ πραγματικός κίν­δυνος να πέσουν στα χέρια των Οθωμανών, που ήταν έξαλλοι από το γεγονός και μόνο ότι έρχονταν ξένοι να βοηθήσουν τους Έλληνες, και η μοίρα που συνακό­λουθα τους περίμενε. Ο Μονάλντι ήταν ένας νεαρός Ιταλός υπολοχαγός που είχε εξαντληθεί τόσο πολύ τις εβδομάδες πριν από τη μάχη ώστε έφυγε μια νύχτα και κατέβηκε προς τις γραμμές των Τούρκων. Τον αιχμαλώτισαν και τον έφεραν δε­μένο μπροστά στον Ομέρ Βρυώνη στην Άρτα. Ο πασάς του πρόσφερε καφέ και κουβέντιασε ήρεμα μαζί του για το μέγεθος και τη σύνθεση των δυνάμεων που είχε μόλις εγκαταλείψει, προτού βάλει να τον κρεμάσουν σαν προδότη στην κε­ντρική πλατεία. Μερικούς μήνες αργότερα, ένας Γερμανός αξιωματικός που πο­λεμούσε μαζί με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο κοντά στη Λειβαδιά έπεσε πάνω στο λείψανο ενός Ιταλού πρώην συντρόφου του, που τους είχε αφήσει για να προσφέ­ρει τις υπηρεσίες του στους Τούρκους ως στρατιωτικός εκπαιδευτής. Προφανώς η προσφορά του δεν είχε γίνει δεκτή, γιατί το κεφάλι του ήταν μπηγμένο σ’ ένα παλούκι στη μέση ενός χωριού ως προειδοποίηση, ώσπου το κατέβασε και το έθαψε ο φίλος του. Ήταν ένας πόλεμος πολύ πιο βρόμικος και πιο καταχθόνιος απ’ ό,τι είχαν φανταστεί ποτέ οι φιλέλληνες.

Και τώρα η προσωπική αναφορά. Πολύ το χάρηκα, λοιπόν, όταν στην ενότητα «Οδηγός για περαιτέρω ανάγνωση», στο τέλος του βιβλίου (σελ. 467) διάβασα τα εξής:

Σχετικά με τη γλώσσα της επανάστασης, Το ζορμπαλίκι των ραγιάδων. Ανιχνεύοντας το 1821 μέσα από τις λέξεις του, του Νίκου Σαραντάκου, βασισμένο στο μπλογκ του, είναι πολύ διορατικό.

Καμαρώνω βέβαια, αν και μάλλον θα διάλεγα διαφορετική απόδοση για το is insightful του αγγλικού πρωτοτύπου (που, πάντως, είναι μεταφραστικό σκληρό καρύδι). Ωστόσο, αυτό είναι τριτεύον.

Κι έτσι, ολοκληρώνεται σήμερα ο κύκλος κειμένων μας για τα κείμενα του 1821. Μόνο που θα πρέπει, σε 50 χρόνια που θα γιορτάσουμε τα 250 χρόνια από τον ξεσηκωμό, να θυμηθώ να μη βάλω τα ιδια κείμενα…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *